Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, ὁμιλία Στ΄



«Τοῦ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρώδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἰεροσόλυμα, λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; Εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ». 

Περὶ τῶν τριῶν μάγων, ἀστρολογίας & καλλιέργειας τοῦ μακαρίου πένθους 

Μᾶς χρειάζεται πολλὴ ἀγρυπνία, πολλαὶ προσευχαί, ὥστε νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ἱκανοποιητικῶς αὐτὸ τὸ χωρίον καὶ νὰ μάθωμεν ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ οἱ μάγοι καὶ ἀπὸ ποῦ ἦλθαν καὶ πῶς καὶ ποιὸς τοὺς ἔπεισε καὶ τὶ ἦτο αὐτὸ τὸ ἀστέρι. Καλύτερα ὅμως, ἐάν θέλετε, ἄς ἀναφέρωμεν πρῶτα ὅσα λέγουν οἱ ἐχθροὶ τῆς ἀλήθειας. Διότι τοὺς ἐπετέθη μὲ τόσην σφοδρότητα ὁ διάβολος, ὥστε ἐτόλμησε νὰ ἐξοπλίσῃ αὐτοὺς καὶ ἀπὸ τὸ χωρίον τοῦτο ἐναντίον τῶν λόγων τῆς ἀληθείας. 

Τὶ λέγουν, λοιπόν; Νὰ ποὺ ἐφάνη ἀστέρι καὶ ὅταν ἐγεννήθη ὁ Χριστός, πράγμα, λέγει, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ ὅτι ἡ ἀστρολογία γνωρίζει τὴν ἀλήθειαν. Ἀφοῦ ἐγεννήθη λοιπὸν κατὰ τὰ ἀστρολογικὰ δεδομένα, πῶς ἀπέδειξε τὴν ἀστρολογίαν ἀνάξια λόγου, πῶς κατήργησε τὴν πίστιν εἰς τὸ μοιραῖον, πῶς ἀπεστόμωσε τοὺς δαίμονας, πῶς ἐξηφάνισε τὴν πλάνην καὶ ἐξουδετέρωσε κάθε εἴδους μαγείαν; Τὶ ἔμαθαν ὅμως οἱ μάγοι ἀπὸ τὸ ἀστέρι ἐκεῖνο;Ὅτι ἦτο βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; Ἀλλά, ὅπως εἶπεν εἰς τὸν Πιλᾶτον, δὲν ἦτο βασιλεὺς εἰς ἐγκόσμιον βασίλειον. 


«Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Καὶ πράγματι δὲν παρουσίασε τίποτε σχετικόν. Δὲν εἶχε κοντά του οὔτε σωματοφύλακας, οὔτε ὑπασπιστάς, οὔτε ἄλογα, οὔτε ζεῦγος ἡμιόνων, οὔτε ἄλλο τίποτε παρόμοιον, ἀλλὰ ζοῦσε ὡς ἀσήμαντος καὶ πτωχὸς καὶ εἶχε μαζί του δώδεκα ἁπλοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ κι ἄν ἐγνώριζαν ὅτι εἶναι βασιλεύς, διατὶ ἐπῆγαν νὰ τὸν συναντήσουν; Διότι δὲν εἶναι βέβαια ἔργον τῆς ἀστρολογίας νὰ γνωρίζῃ ἀπὸ τὰ ἄστρα ποιοὶ ἐγεννήθησαν, ἀλλά, ὅπως λέγουν, νὰ προφητεύῃ διὰ τῶν ἄστρων τὰ μέλλοντα. Αὐτοὶ ὅμως δὲν παρευρέθησαν ὅταν ἐγεννοῦσεν ἡ μητέρα, οὔτε ἐγνώριζαν τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγεννήθη ὁ Χριστός, οὔτε ἐστηρίχθησαν εἰς τὸν χρόνον τῆς γεννήσεως διὰ νὰ ὑπολογίσουν ἀπὸ τὴν κίνησιν τῶν ἀστέρων τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν. 


Ἀντιθέτως, ἐπειδὴ εἶδαν πρὶν ἀπὸ πολὺν καιρὸν ἕνα ἀστέρι ποὺ παρουσιάσθη ἐπάνω ἀπὸ τὴν πατρίδα των, ἧλθαν διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν νεογέννητον. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ πολὺ μεγαλυτέρας ἀπορίας ἀπὸ τὸ πρῶτον. Διότι τὶ τοὺς ἔπεισε, ποίαν ὠφέλειαν ἐπερίμεναν, ὥστε νὰ ἔλθουν ἀπὸ τόσην ἀπόστασιν νὰ προσκυνήσουν τὸν βασιλέα; Καὶ ἄν ἀκόμη ἐπρόκειτο νὰ εἶναι ἰδικός των βασιλεύς, καὶ πάλιν δὲν ἦτο λογικὸν αὐτὸ ποὺ ἔκαμαν. Διότι, ἐὰν ἐγεννᾶτο εἰς κάποιαν βασιλικὴν αὐλὴν καὶ ἦτο βασιλεὺς ὁ πατέρας του, θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ἔκαμαν καλὰ ποὺ ἦλθαν νὰ προσκυνήσουν τὸ νεογέννητον, διὰ νὰ κολακεύσουν τὸν πατέρα, καὶ ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν ἐνέργειάν των ἐξησφάλισαν ἐκ τῶν προτέρων μεγάλας πιθανότητας διὰ μελλοντικὴν εὔνοιαν. 


Τώρα ὅμως διατὶ ἐξεκίνησαν διὰ τόσον μακρινὸν ταξίδι καὶ ἐπρόσφεραν δῶρα, ἀφοῦ δὲν ἀνέμεναν νὰ γίνῃ ἰδικός των βασιλεύς, ἀλλὰ ἑνὸς παράξενου λαοῦ, ποὺ ἐκατοικοῦσεν εἰς πολὺ μεγάλην ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν πατρίδα των; καὶ ἀφοῦ μάλιστα ἐπρόκειτο νὰ εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ὅλη ἐνέργειά των; Διότι καὶ ὁ Ἡρώδης ἐταράχθη πάρα πολὺ ὅταν τὸ ἤκουσε καὶ ὅλος ὁ λαὸς ἀνησύχησεν, ὅταν ἤκουσεν ὅλα ὅσα ἔλεγαν αὐτοί. Ἀλλὰ δὲν τὰ προέβλεψαν, θὰ ἔλεγε κάποιος αὐτά. 


Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι λογικόν. Διότι καὶ πολὺ ἀνόητοι ἄν ἦσαν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγνοοῦν τοῦτο, ὅτι, ἄν φθάσουν εἰς χώραν ποὺ ἔχει βασιλέα καὶ ἀνακοινώσουν ὅσα γνωρίζουν καὶ εἰποῦν ὅτι ὑπάρχει κάποιος ἄλλος βασιλεὺς καὶ ὄχι ὁ κάτοχος τοῦ θρόνου, δὲν θὰ ἐπέσυραν ἄπειρες φορὲς ἐναντίον των τὸν θάνατον; Καὶ γενικῶς, διατὶ ἦλθαν καὶ ἐπροσκύνησαν ἕνα παιδί, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὰ σπάργανα; Διότι, ἄν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς ὅτι ἐξέθεσαν τοὺς ἑαυτούς των εἰς φανερὸν κίνδυνον, διότι ἐνέμεναν νὰ εὐεργετηθοῦν ἀπὸ αὐτόν, ἄν καὶ θὰ ἦτο πολὺ παράλογον, Πέρσαι αὐτοί, ἀλλόθρησκοι, ποὺ δὲν εἶχαν τίποτε τὸ κοινὸν μὲ τοὺς Ἰουδαίους, νὰ θέλουν νὰ ἀφήσουν τὰ σπίτια των καὶ τὴν πατρίδα καὶ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς ἰδικούς των καὶ νὰ γίνουν οἰκειοθελῶς ὑπήκοοι ξένου βασιλέως. 

Καὶ ἄν αὐτὸ εἶναι παράλογον, ἀκόμη περισσότερον παράλογα εἶναι τὰ ὑπόλοιπα. Ποῖα εἶναι, λοιπόν, αὐτά; Τὸ ὅτι ἐπέστρεψαν ἀμέσως, ἀφοῦ ἦλθαν τόσον μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα των καὶ ἐπροσκύνησαν καὶ ἀνησύχησαν τοὺς πάντας. Καὶ μὲ δύο λέξεις· Ποῖον βασιλικὸν σύμβολον εἶδαν, ἀφου εἶδαν μίαν καλύβην μὲ φάτνην καὶ ἕνα παιδὶ εἰς τὰ σπάργανα καὶ μίαν πτωχὴν μητέρα; Εἰς ποῖον ἐπρόσφεραν τὰ δῶρα καὶ διατί; Μήπως ὑπῆρχε νόμος καὶ ἔθιμον νὰ προσκυνοῦν τοὺς νεογέννητους βασιλεῖς, ὅπου καὶ ἄν ἐγεννήθησαν; Μήπως ἐγύριζαν συνεχῶς ὅλην τὴν οἰκουμένην καὶ ἐπροσκυνοῦσαν πρὶν ἀκόμη νὰ ἀνέβουν εἰς τὸν θρόνον, ἐκείνους ποὺ ἐγνώριζαν ὅτι ἀπὸ μικροὶ καὶ ἀσήμαντοι θὰ γίνουν βασιλεῖς; Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ προβάλῃ παρόμοιον ἰσχυρισμόν. 


Τότε διατὶ τὸν ἐπροσκύνησαν; Ἐὰν διὰ τὸ παρόν, τὶ ἐπερίμεναν νὰ κερδίσουν ἀπὸ ἕνα νήπιον καὶ μίαν πτωχὴν μητέρα; Ἐὰν διὰ τὸ μέλλον, πῶς ἐγνώριζαν ὅτι θὰ συγκρατήσῃ εἰς τὴν μνήμην του τὸ παιδί, ποὺ τὸ ἐπροσκύνησαν ὅταν εὑρίσκετο εἰς τὰ σπάργανα, ὅσα ἔγιναν τότε; Καὶ ἄν ἐπρόκειτο νὰ τοῦ τὸ ὑπενθυμίσῃ ἡ μητέρα του, καὶ πάλιν δὲν πρέπει νὰ τιμηθοῦν, ἀλλὰ νὰ τιμωρηθοῦν, διότι ἔρριψαν τὸ νήπιον εἰς φανερὸν κίνδυνον. Ἐξ αἰτίας των ἐταράχθη ὁ Ἡρώδης καὶ τὸ ἀναζητοῦσε καὶ ἑρευνοῦσε καὶ ἐπροσπαθοῦσε νὰ τὸ ἐξοντώσῃ. Καὶ εἰς κάθε περίπτωσιν ἐκεῖνος ποὺ ἀποκαλύπτει ὅτι ἕνας κοινὸς ἄνθρωπος μικρᾶς ἡλικίας πρόκειται νὰ γίνῃ βασιλεύς, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ τὸν παραδίδει εἰς τὴν σφαγὴν καὶ τοῦ ἀνάπτει μυρίους πολέμους. 

Εἶδες πόσα παράλογα παρουσιάζονται, ἄν ἐξετάσωμεν τὸ εὐαγγελικὸν χωρίον μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ κατὰ τὸν συνηθισμένον τρόπον; Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτά, ἀλλὰ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναφέρω περισσότερα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν περισσοτέραν συζήτησιν, ἀπὸ ὅσην ἀπαιτοῦν ὅσα ἀνέφερα. 

Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ σᾶς κάμωμεν, μὲ τὴν ἔκφρασιν τῆς μιᾶς ἀπορίας κατόπιν τῆς ἄλλης, νὰ αἰσθάνεσθε ἰλίγγους, ἄς προχωρήσωμεν τώρα εἰς τὴν λύσιν τῶν ἀποριῶν. Ἄς προσπαθήσωμεν νὰ λύσωμεν πρῶτον τὸ ζήτημα τοῦ ἀστέρος. Διότι, ἄν μάθωμεν τὶ ἦτο τὸ ἀστέρι καὶ ποία ἡ προέλευσίς του καὶ ἄν ἦτο αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ἤ διαφορετικὸν ἀπὸ τὰ ἄλλα καὶ ἄν ἦτο πράγματι ἀστέρι ἤ μόνον φαινομενικῶς ἀστέρι, θὰ κατανοήσωμεν εὔκολα καὶ ὅλα τὰ ἄλλα. 

Ἀπὸ ποῦ ὅμως θὰ τὰ μάθωμεν αὐτά; Ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ κείμενον. Εἶναι βεβαίως φανερὸν ἀπὸ τὴν πορείαν του κατ’ ἀρχὴν ὅτι τὸ ἀστέρι αὐτὸ δὲν ἦτο ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ἤ καλύτερα δὲν ἦτο, κατὰ τὴν γνώμη μου τουλάχιστον, ἀστέρι, ἀλλὰ κάποια ἀόρατη δύναμις, ποὺ ἔλαβε μορφὴ ἄστρου. Διότι εἶναι βεβαιότατον, δὲν ὑπάρχει ἀστέρι, ποὺ νὰ ἀκολουθῇ αὐτὴν τὴν πορείαν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ ὅλα τὰ ἀστέρια τὰ βλέπομεν νὰ προχωροῦν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν πρὸς τὴν δύσιν. Αὐτὸ ὅμως ἐπήγαινεν ἀπὸ τὸν βορρᾶν πρὸς τὸν νότον. Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμὸς τῆς Παλαιστίνης ἀπὸ τὴν Περσίαν. 

Εἰς τὸ ἴδιον συμπέρασμα ὁδηγεῖ καὶ ἡ ἐξέτασις τῆς ὥρας. Διότι δὲν ἐφάνη τὴν νύκτα, ἀλλὰ τὸ μεσημέρι, ὅταν ὁ ἥλιος ἦτο ὁλόλαμπρος. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ὄχι μόνον μὲ τὰ ἀστέρια, ἀλλὰ οὔτε μὲ τὴν σελήνην. Διότι καὶ αὐτή, ἄν καὶ εἶναι πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλα, κρύπτεται καὶ ἐξαφανίζεται ἀμέσως, μόλις φανοῦν οἱ ἀκτίνες τοῦ ἡλίου. Αὐτὸ τὸ ἀστέρι ὅμως ἐνίκησε μὲ τὴν ὑπερβολικὴ λαμπρότητά του τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου καὶ ἀπεδείχθη φωτεινότερον ἀπὸ ἐκείνας καὶ ἔλαμψε περισσότερον μέσα εἰς τὸ τόσον φῶς. 


Τρίτον ἀποδεικτικὸν στοιχεῖον εἶναι ὅτι ἐκρύπτετο καὶ ἐφαίνετο πάλιν. Διότι ἐφαίνετο καὶ ὡδηγοῦσε τοὺς μάγους κατὰ τὴν πορείαν των μέχρι τῆς Παλαιστίνης. Ὅταν ἔφθασαν ὅμως εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐκρύφθη. Ἔπειτα ἐφανερώθη πάλιν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήσουν, ἀφοῦ ἀνεκοίνωσαν εἰς τὸν Ἡρώδην τὴν αἰτίαν τῆς ἀφίξεώς των καὶ τὸν ἀπεχαιρέτησαν. Αὐτὰ ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν πρόκειται διὰ κίνησιν ἄστρου, ἀλλὰ διὰ κίνησιν κάποιας πολὺ λογικῆς δυνάμεως. Διότι δὲν εἶχε κάποιαν μόνιμον πορείαν, ἀλλὰ ἐκινεῖτο ὅταν ἔπρεπε νὰ κινῆται, ἐσταματοῦσεν ὅταν ἔπρεπε νὰ σταματᾷ καὶ ἐρύθμιζε τὰ πάντα ὅπως ἔπρεπε, ὅπως ἡ στήλη τῆς νεφέλης, ποὺ ἐσταματοῦσε ἤ ἔκαμνε τὸ στρατόπεδον τῶν Ἰουδαίων νὰ ξεκινήσῃ, ὅποτε ἐχρειάζετο. 

Τέταρτον στοιχεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἡμπορεῖ κανεὶς νὰ γνωρίσῃ καλῶς τὰ πράγματα, εἶναι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον τοὺς ὡδηγοῦσε. Διότι δὲν τοὺς ὡδηγοῦσεν ἀπὸ τὸν οὐρανόν. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατατοπίζωνται αὐτοὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἀλλὰ κατέβαινε χαμηλὰ καὶ τοὺς ὡδηγοῦσε. Διότι γνωρίζετε καλῶς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ ἕνα ἀστέρι γνωστὸν ἕνα τόπον τόσο μικρόν, ὅσον εἶναι ὀρθὸν νὰ κατέχῃ μία καλύβη ἤ μᾶλλον ὅσον εἶναι λογικὸν νὰ κατέχῃ τὸ σῶμα ἑνὸς νηπίου. 

Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ ὕψος τοῦ ἀστέρος εἶναι πολὺ μεγάλον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπισημάνῃ καὶ νὰ κάμῃ γνωστὸν εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ ἰδοῦν ἕνα τόσον μικρὸν τόπον. Αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ κανεὶς καὶ ἀπὸ τὴν σελήνην, ἡ ὁποία, ἄν καὶ εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα ἀπὸ τὰ ἄστρα, δίδει τὴν ἐντύπωσιν εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς γῆς, ποὺ εἶναι διασκορπισμένοι εἰς ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, ὅτι εὑρίσκεται κοντά των. Εἰπέ μου, λοιπόν, πῶς θὰ ἔδειχνε τὸ ἀστέρι ἕνα τόπον μικρὸν ὅσον μία φάτνη καὶ μία καλύβη, ἄν δὲν ἄφηνε τὸ ὕψος ἐκεῖνο καὶ δὲν κατέβαινε κάτω καὶ δὲν ἐσταματοῦσεν ἀκριβῶς ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ παιδιοῦ; Τοῦτο ἀσφαλῶς ὑπονοοῦσε καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς ὅταν ἔλεγεν· «Ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ προῆγεν αὐτούς, ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὖ ἦν τὸ παιδίον»

Βλέπεις μὲ πόσα ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ ἄστρον αὐτὸ δὲν ἦτο ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ ὅτι δὲν ἐφαίνετο νὰ ἀκολουθῇ τὴν φυσικὴν τάξιν; 

Ἀλλὰ διατὶ ἐφάνη; Διὰ νὰ καυτηριάσῃ τὴν ἀναισθησίαν τῶν Ἰουδαίων καὶ νὰ τοὺς ἀφαιρέσῃ κάθε ἵχνος δικαιολογίας γιὰ τὴν ἀπιστίαν των. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ἐπρόκειτο, αὐτὸς ποὺ ἦλθεν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς νὰ δώσῃ τέλος εἰς τὸν παλαιὸν τρόπον ζωῆς καὶ νὰ καλέσῃ τὴν οἰκουμένην νὰ τὸν προσκυνήσῃ καὶ νὰ τὸν λατρεύσῃ εἰς ὅλην τὴν ξηρὰν καὶ τὴν θάλασσαν, ἤνοιξεν ἐξ ἀρχῆς τὴν θύραν δι’ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ παραδειγματίσῃ τοὺς ἰδικούς του διὰ τῶν ξένων. 

Ἐπειδὴ δηλαδή, ἄν καὶ ἤκουαν συνεχῶς τοὺς προφήτας ποὺ ὡμιλοῦσαν διὰ τὴν ἐνανθρώπισίν του, δὲν ἔδιδαν τὴν ἀπαιτούμενην σημασίαν, ἔκαμε νὰ ἔλθουν καὶ βάρβαροι ἀπὸ χώραν μακρινὴν καὶ νὰ ἀναζητοῦν τὸν βασιλέα ποὺ εὑρίσκετο κοντά των καὶ ἐπληροφορήθησαν πρῶτα ἀπὸ περσικὴν φωνὴν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠθέλησαν νὰ μάθουν ἀπὸ τοὺς προφήτας, ὥστε, ἄν τὸν ἀκολουθήσουν, νὰ ἔχουν σοβαρώτατον στοιχεῖον ὅτι ἐπείσθησαν διὰ τὴν παρουσίαν του. 


Ἀν ἀντιθέτως τὸν ἀντιμετωπίσουν μὲ ἐχθρότητα, νὰ μὴν ἔχουν καμμίαν δικαιολογίαν. Διότι ποίαν δικαιολογίαν θὰ ἔχουν νὰ παρουσιάσουν, ἄν δὲν πιστεύσουν εἰς τὸν Χριστὸν μετὰ ἀπὸ τόσας προφητείας, ὅταν ἰδοῦν ὅτι οἱ μάγοι ἐπείσθησαν ἐπειδὴ εἶδαν ἕνα ἀστέρι καὶ ἦλθαν καὶ ἐπροσκύνησαν τὸν νεογέννητον; Ἐνήργησε, λοιπόν, εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν μάγων, ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Σαμαρείτιδος καὶ τῆς Χαναναίας. Διὰ τοῦτο εἶπεν «Ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσουσι καὶ κατακρινοῦσι». Καὶ «Βασίλισσα νότου ἀναστήσεται καὶ κατακρινεῖ τὴν γενεὰν ταύτην». Διότι ἐκεῖνοι μὲν ἐπίστευσαν εἰς τὰ μικρότερα, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν ἐπίστευσαν οὔτε εἰς τὰ μεγαλύτερα. 

Ἀλλὰ διατί, λέγει, τοὺς προσείλκυσε μὲ θέαμα αὐτοῦ τοῦ εἴδους; 

Ἀλλὰ πῶς ἔπρεπε; Νὰ τοὺς στείλῃ προφήτας; Ἦσαν μάγοι καὶ δὲν θὰ παρεδέχοντο τοὺς προφήτας. Νὰ τοὺς ὁμιλήσῃ ἀπὸ τὸν οὐρανόν; Δὲν θὰ ἔδιδαν σημασίαν. Νὰ ἀποστείλῃ ἄγγελον; Καὶ αὐτὸν θὰ τὸν ἐπεριφρονοῦσαν. Διὰ τοῦτο δὲν ἐχρησιμοποίησεν ὁ Θεὸς τίποτε ἀπὸ αὐτὰ καὶ μὲ πολλὴν συγκατάβασιν τοὺς ἐπροσκάλεσε μὲ μέσον, πρὸς τὸ ὁποῖον εἶχαν ἐξοικείωσιν, καὶ τοὺς ἔδειξεν ἕνα μεγάλο καὶ ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀστέρι, διὰ νὰ τοὺς προξενήσῃ μεγάλην ἐντύπωσιν καὶ μὲ τὸ μέγεθός του καὶ μὲ τὸ κάλλος του καὶ μὲ τὸν τρόπο τῆς κινήσεώς του. 

Αὐτὰ ἐμιμήθη καὶ ὁ Παύλος καὶ ὡμίλησε πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ ἕνα βωμὸν καὶ ἤντλησεν ἐπιχειρήματα ἀπὸ ποιητάς. Πρὸς τοὺς Ἰουδαίους πάλιν ὁμιλεῖ ἐπικαλούμενος πρὸς διαβεβαίωσιν τὴν περιτομὴν καὶ ἀρχίζει μὲ θυσίας τὴν διδασκαλίαν του πρὸς τοὺς ζῶντας κατὰ τὸν Ἰουδαϊκὸν νόμον. Ἐπειδὴ δηλαδὴ κάθε ἄνθρωπος ἀγαπᾷ ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔχει ἐξοικειωθῆ, τὰ χρησιμοποιοῦν ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀπέστειλε πρὸς σωτηρίαν τῆς οἰκουμένης. 

Μὴ νομίσῃς, λοιπόν, ὅτι θὰ ἔκρινε ταπεινωτικὸν νὰ τοὺς καλέσῃ μὲ ἀστέρι. Διότι τότε θίγεις ὅλους τοὺς Ἰουδαϊκοὺς θεσμούς, τὰς θυσίας, τοὺς καθαρμούς, τὴν πρωτομηνιάν, τὴν κιβωτόν, ἀκόμη καὶ τὸν ναὸν τὸν ἴδιον. Διότι αὐτὰ ἔχουν τὴν ἀρχήν των εἰς τὴν εἰδωλολατρικὴν θρησκείαν. 

Ὁ Θεὸς ὅμως, διὰ νὰ σώσῃ τοὺς παραπλανημένους, ἐδέχθη νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς θεραπευτικὰ μέσα, ἀφοῦ τὰ μετέβαλεν ὀλίγον, ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα ἐλάτρευαν τὰ εἴδωλα οἱ εἰδωλολάτραι, διὰ νὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ σταδιακῶς ἀπὸ τὰς συνηθείας των καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ὑψηλὴν πίστιν. Αὐτό, λοιπόν, ἔκαμε καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν μάγων. Ἠνέχθη νὰ τοὺς καλέσῃ μὲ τὴν θέαν ἑνὸς ἄστρου, διὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ κατόπιν ὑψηλότερα. Καὶ ἀφοῦ τοὺς κατηύθυνε καὶ τοὺς ὡδήγησε καὶ τοὺς ἔφερεν ἐμπρὸς εἰς τὴν φάτνην, δὲν συνεννοεῖται πλέον μαζί των διὰ τοὺ ἄστρου, ἀλλὰ δι’ ἀγγέλου, καὶ ἔτσι ἔγιναν σιγὰ σιγὰ καλύτεροι. 


Τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ μὲ τοὺς Ἀσκαλωνίτας καὶ τοὺς Γαζαίους. Ἐπειδὴ αἱ πέντε ἐκεῖναι πόλεις ὑπέφεραν μεγάλα δεινὰ ὅταν ἔφθασεν ἐκεῖ ἡ κιβωτός, καὶ ἐπειδὴ δὲν εὕρισκαν τρόπον νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ βάσανα ποὺ τοὺς ἐταλαιπωροῦσαν, ἐκάλεσαν τοὺς μάντεις, ἐσυγκέντρωσαν τὸν λαὸν καὶ ἐζητοῦσαν νὰ εὕρουν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὰ θεόπεμπτα ἐκεῖνα δεινά. Ὅταν εἶπαν οἱ μάντεις ότι πρέπει νὰ ζεύσουν εἰς τὴν κιβωτὸν ἀγύμναστα καὶ πρωτόγεννα μοσχάρια καὶ νὰ τὰ ἀφήσουν νὰ προχωροῦν χωρὶς νὰ τὰ κατευθύνῃ κανείς, διότι ἔτσι θὰ ἀποδειχθῇ πλήρως ἄν εἶναι θεόπεμπτα τὰ δεινὰ ἤ ἄν πρόκειται περὶ ἐπιδημίας (διότι, εἶπαν, ἄν συντρίψουν ἕνεκα ἀπειρίας τὸν ζυγὸν ἤ ἐπιστρέψουν πρὸς τὰ μοσχάρια των ποὺ θὰ φωνάζουν, ὀφείλονται, ὅσα συμβαίνουν, εἰς τὴν τύχην. 


Ἄν βαδίσουν ὅμως σωστὰ καὶ δὲν ἐπηρεασθοῦν ἀπὸ τοὺς μυκηθμοὺς τῶν μοσχαριῶν των καὶ ἄν δὲν βαδίσουν μὲ ἀταξίαν ἐπειδὴ στεροῦνται πείρας, εἶναι ὁλοφάνερον ὅτι ὠργίσθη ὁ Θεὸς κατὰ τῶν πόλεων αὐτῶν). Ἐπειδή, λοιπόν, ἐπείσθησαν οἱ κάτοικοι αὐτῶν τῶν πόλεων ἀπὸ τὰ λόγια τῶν μάντεων καὶ ἐνήργησαν ὅπως τοὺς ἐσυμβούλευσαν, ὁ Θεὸς ἔδειξε πάλι τὴν συγκατάβασίν του, ἠκολούθησε τὴν γνώμην τῶν μάντεων καὶ δὲν ἔκρινεν ὅτι εἶναι ἀνάξιον δι’ αὐτὸν νὰ ἀποδείξῃ ὀρθὰς τὰς προβλέψεις τῶν μάντεων καὶ νὰ κάμῃ νὰ θεωροῦνται ἀξιόπιστοι διὰ ὅσα εἶπαν τότε. Διότι, μὲ τὸ νὰ ὁμολογήσουν ἀκόμη καὶ οἱ ἀρνηταὶ τοῦ Θεοῦ τὴν δύναμίν Του καὶ νὰ ἐκφράσουν τὴν γνώμην των περὶ αὐτοῦ οἱ θρησκευτικοὶ καθοδηγηταὶ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, ἐπετυγχάνετο κάτι τὸ σπουδαιότερον. 

Εἶναι δυνατὸν νὰ ἰδῇ κανεὶς ὅτι ὁ Θεὸς ρυθμίζει καὶ ἄλλα πολλὰ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς γυναικὸς ποὺ ἐπροφήτευσε μὲ αὐθυποβολὴν φαίνεται ὅτι ἐνήργησε κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἠμπορέσετε βεβαίως νὰ ἑρμηνεύσετε ἔπειτα ἀπὸ ὅσα ἠκούσατε. 

Αὐτά, λοιπόν, εἶχα νὰ εἰπῶ ἐγὼ διὰ τὴν αἰτίαν τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ἀστέρος, ἐσεῖς δὲ θὰ ἠμπορούσατε νὰ εἰπῆτε περισσότερα. «Δίδου γάρ», λέγει, «σοφῷ ἀφορμὴν καὶ σοφώτερος ἔσται»

Πρέπει τώρα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ εὐαγγελικοῦ χωρίου. Ἀλλὰ ποιὰ εἶναι ἡ ἀρχή; «Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, ἐν ἡμέραις Ἡρώδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν ἔρχονται εἰς Ἱεροσόλυμα». Οἱ μάγοι ἀκολούθησαν τὸ ἀστέρι ποὺς τοὺς ὡδηγοῦσεν. Αὐτοὶ ἀντιθέτως δὲν ἐπίστευσαν οὔτε εἰς τοὺς προφήτας ποὺ τοὺς ἐδίδασκαν. 

Ἀλλὰ διατὶ μᾶς ἀναφέρει καὶ τὸν χρόνον καὶ τὸν τόπον μὲ τὶς λέξεις «Ἐν Βηθλεέμ» καὶ «ἐν ταὶς ἡμέραις Ἡρώδου τοῦ βασιλέως»; Καὶ διατὶ προσθέτει καὶ τὸ ἀξίωμά του; Προσθέτει τὸ ἀξίωμά του, ἐπειδὴ ὑπῆρχε κι ἄλλος Ἡρώδης, ἐκεῖνος ποὺ ἀπεκεφάλισε τὸν Ἰωάννην. Ἐκεῖνος ὅμως ἦτο τετράρχης, ἐνῷ αὐτὸς ἦτο βασιλεύς. Μᾶς ἀναφέρει δὲ τὸν τόπον καὶ τὸν χρόνον, διὰ νὰ μᾶς ὑπενθυμίσῃ παλαιὰς προφητείας. 

Ἀπὸ αὐτὰς ἡ μία εἶναι τοῦ Μιχαία, ποὺ εἶπε· «Καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστῃ εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα». Ἡ ἄλλη τοῦ Πατριάρχου Ἰακώβ, ποὺ μᾶς καθορίζει μὲ ἀκρίβειαν τὸν χρόνον καὶ δίδει σπουδαῖον χαρακτηριστικὸν τοῦ χρόνου τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Λέγει «οὐκ ἐκλείψει γὰρ ἄρχων ἐξ Ἰούδα, οὐδὲ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἄν ἔλθῃ ὧ ἀπόκειται· καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν». Καὶ ἀξίζει νὰ ἑρευνήσωμεν καὶ τὸ ἐξῆς· Ἀπὸ τὶ τὸ ἐκατάλαβαν οἱ μάγοι καὶ ποιὸς τοὺς παρεκίνησε; 


Διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι μόνον ἔργον τοῦ ἀστέρος, ἀλλὰ καὶ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκίνησε τὴν ψυχήν των. Τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ εἰς τὸν Κῦρον, ὅταν τὸν προητοίμαζε νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέρους τοὺς Ἰουδαίους. Δὲν ἐνήργησεν ὅμως κατὰ τρόπον ποὺ νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθέραν βούλησίν των. Καὶ ὅταν ἐκάλεσε τὸν Παῦλον ἀπὸ τὸν οὐρανὸν διὰ φωνῆς, ἔδειξε καὶ τὴν ἰδικήν του συγκατάβασιν καὶ τὴν ὑπακοὴν τοῦ Παύλου. 

Ἀλλὰ διατί, λέγει, δὲν τὸ ἀπεκάλυψεν εἰς ὅλους τοὺς μάγους; 

Διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ πιστεύσουν ὅλοι καὶ διότι αὐτοὶ ἦσαν οἱ καταλληλότεροι ἀπὸ ὅλους. Διὰ τοῦτο ἐχάθησαν χιλιάδες ἔνθη, ἀλλὰ μόνον εἰς τοὺς Νινευίτας ἔστειλεν ὁ Θεὸς προφήτην· καὶ οἱ σταυρωμένοι λησταὶ ἦσαν δύο, ἀλλὰ ἐσώθη ὁ ἕνας μόνον. Πρόσεξε ὅμως τὴν ἀρετὴν τῶν δύο αὐτῶν μάγων, ποὺ φαίνεται ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἦλθαν, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ὁιμλοῦν μὲ κάθε εἰλικρίνειαν. Διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι ψεύδονται, λέγουν ποῖος τοὺς ὡδήγησε καὶ ἀπὸ πόσον μεγάλην ἀπόστασιν ἦλθαν καὶ μόλις ἔφθασαν, ἔδειξαν τὴν εἰλικρίνειάν των. «Ἤλθομεν γάρ», λέγει, «προσκυνῆσαι αὐτῷ». Καὶ δὲν ἐφοβήθησαν οὔτε τοῦ λαοῦ τὴν ὀργὴν οὔτε τὴν δύναμιν τοῦ βασιλέως. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι καὶ εἰς τὴν πατρίδα των ἐκήρυξαν τὰ ἴδια εἰς τοὺς συμπατριώτας των. Διότι, ἀφοῦ δὲν παρέλειψαν νὰ τὰ εἰποῦν ἐδῶ, θὰ τὰ εἶπαν πολὺ περισσότερο ἐλεύθερα εἰς τὴν πατρίδα των, ἀφοῦ μάλιστα ἐπληροφορήθησαν καὶ διὰ τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ ἀγγέλου εἰς τὴν Μαρίαν καὶ διὰ τὰς προφητείας.

«Ἀκούσας δέ», λέγει «ὁ Ἡρώδης, ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ’ αὐτοῦ». Ὁ Ἡρώδης εὐλόγως ἀνησύχησεν, ἐπειδὴ ἦτο βασιλεὺς καὶ ἐφοβεῖτο καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ διὰ τοὺς ἀπογόνους του. Ἀλλὰ τὰ Ἱεροσόλυμα διατὶ ἀνησύχησαν; Ἀφοῦ μάλιστα οἱ προφῆται ὡμιλοῦσαν πρὸ πολλοῦ δι’ αὐτὸν ὡς σωτῆρα καὶ εὐεργέτην καὶ ἐλευθερωτήν. Διατί, λοιπόν, ἀνησύχησαν; Διότι εἶχαν τὴν ἰδίαν νοοτροπίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν ἐλάτρευαν τὸν Θεὸν καὶ παλαιότερα τὴν ὥραν ποὺ τοὺς εὐεργετοῦσεν, ἀλλά, ἐνῷ τοὺς εἶχε χαρίσει τὴν ἐλευθερίαν των, αὐτοὶ ἐνοσταλγοῦσαν τὰ κρέατα τῆς Αἰγύπτου. 

Σὲ παρακαλῶ, νὰ προσέξῃς τὴν ἀκρίβειαν τῶν προφητειῶν. Διότι και αὐτὸ τὸ εἶπε παλαιότερα ὁ προφήτης μὲ τὰ ἐξῆς λόγια· «Θελήσουσιν, εἰ ἐγεννήθησαν πυρίκαυστοι· ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς ἐδόθη ἡμῖν». Ἐπειδὴ ὅμως ἐταράχθησαν, δὲν ἐζήτησαν νὰ ἰδοῦν αὐτὸ ποὺ συνέβη, οὔτε ἠκολούθησαν τοὺς μάγους, οὔτε ἐνδιαφέρον ἔδειξαν. Τόσον πολὺ ἦσαν στριφνοὶ καὶ ἀδιάφοροι συγχρόνως. Κανονικῶς ἔπρεπε νὰ ὑπερηφανεύωνται, διότι ὁ βασιλεὺς ἐγεννήθη εἰς τὴν πατρίδα των καὶ ἀπέσπασε τὴν προσοχὴν τῆς Περσίας καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἔχουν τοὺς πάντας ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν των, ἀφοὺ ἡ κατάστασις ἐβελτιώθη καὶ ἤρχισαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τόσον λαμπρά. 

Αὐτοὶ ὅμως παρ’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἐβελτιώθησαν. Ἄν καὶ εἶχαν ἀπαλλαγὴ προσφάτως ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν, καὶ ἔπρεπε, καὶ ἄν ἀκόμη δὲν ἐγνώριζαν τίποτε ἀπὸ τὰ μυστηριώδη καὶ ὑψηλά, ἀλλὰ ἔκριναν μὲ μόνην βάσιν τὰ παρόντα, ἔπρεπε νὰ σκεφθοῦν ὅτι, ἀφοῦ τόσον τρέμουν τὸν βασιλέα ἡμῶν μόλις ἐγεννήθη, θὰ τὸν φοβηθοῦν πολὺ περισσότερον, ὅταν μεγαλώσῃ, καὶ ὅτι θὰ ὑπακούσουν καὶ ὅτι τὸ βασίλειόν μας θὰ γίνῃ λαμπρότερον ἀπὸ τῶν βαρβάρων. Τίποτε ὅμως δὲν τοὺς ἔκαμε νὰ ἀνανήψουν. 


Τόση ἦτο ἡ νωθρότης καὶ τόσος συγχρόνως ὁ φθόνος των. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ξεριζώσωμεν μὲ σχολαστικότητα καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἀπὸ τὴν ψυχήν μας καὶ νὰ εἶναι ἐπιθετικώτερος καὶ ἀπὸ τὴν φωτιὰν ἐκεῖνος ποὺ πρόκειται νὰ ἀντιπαραταχθῇ εἰς αὐτά. Διὰ τοῦτο εἶπε καὶ ὁ Χριστός· «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν· καὶ τὶ ἤθελον, εἰ ἤδη ἀνήφθη». Διὰ τοῦτο καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα παρουσιάζεται ὡσὰν φλόγα. 

Ἐμεῖς ὅμως ἐγίναμεν ἀναισθητότεροι ἀπὸ τὴν τέφραν καὶ νεκρότεροι ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Καὶ συμβαίνει τοῦτο, ἄν καὶ βλέπομεν ὅτι ὁ Παῦλος ἀνέβη ἐπάνω ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὅτι ἐνίκησε τὰ πάντα μὲ ὁρμὴν μεγαλυτέραν ἀπὸ τῆς φωτιᾶς καὶ ὑψώθη ἐπάνω ἀπὸ ὅλα, τὰ ἐπάνω καὶ τὰ κάτω, τὰ παρόντα καὶ τὰ μέλλοντα, τὰ ὑπαρκτὰ καὶ τὰ ἀνύπαρκτα. Ἄν ἰσχυρισθῇς ὅτι εἶναι ἀνώτερον ἀπὸ τὰς δυνάμεις σου αὐτὸ τὸ πρότυπον, ὁ ἰσχυρισμός σου αὐτὸς ὀφείλεται ὁπωσδήποτε εἰς τὴν νωθρότητά σου, (διότι τὶ εἶχε παραπάνω ἀπὸ σὲ ὁ Παῦλος καὶ ἰσχυρίζεσαι ὅτι σοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ μιμηθῇς τὸν ζῆλον του;)· ἀλλά, διὰ νὰ μὴ ἀσχολούμεθα μὲ ἀμφισβητήσεις, ἄς ἀφήσωμεν τὸν Παῦλον καὶ ἄς ἐνθυμηθοῦμεν τοὺς πρώτους – πρώτους πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν καὶ χρήματα καὶ κτήματα καὶ κάθε βιωτικὴν φροντίδα καὶ ἀσχολίαν, ἀφιερώθησαν ὁλοψύχως εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἦσαν ἀφωσιωμένοι ἡμέραν καὶ νύκτα εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ θείου λόγου. 


Διότι ἡ πνευματικὴ φλόγα ἔχει αὐτὴν τὴν ἰδιότητα· Δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ἔχωμεν τὴν παραμικρὰν ἐπιθυμίαν διὰ τὰ γήινα, ἀλλὰ ἀναπτύσσει μέσα μας ἄλλον ἔρωτα. Διὰ τοῦτο, ἄν χρειασθῇ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ ὑπάρχοντά του, νὰ περιφρονήσῃ τὴν καλοπέρασιν καὶ τὴν δόξαν ἤ νὰ χάσῃ καὶ τὴν ζωήν του ἀκόμη ἐκεῖνος ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὸν πνευματικὸν αὐτὸν ἔρωτα, τὰ κάμνει ὅλα αὐτὰ μὲ κάθε εὐκολίαν. Διότι εἰσέρχεται εἰς τὴν ψυχήν του ἡ θερμότης τῆς πνευματικῆς φλόγας, διώχνει κάθε δισταγμόν του καὶ τὸν ἀνυψώνει περισσότερον ἀπὸ ὅσον τὰ πτερά. Αὐτὸς περιφρονεῖ πλέον ὅλα τὰ ὁρατά, διακατέχεται συνεχῶς ἀπὸ βαθεῖαν θρησκευτικὴν συγκίνησιν, χύνει συνεχῶς ποταμοὺς δακρύων καὶ αἰσθάνεται δι’ αὐτὰ ἄπειρον ψυχικὴν ἡδονήν. Διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς συνδέῃ ἀρρήκτως καὶ νὰ μᾶς ἐνώνῃ μὲ τὸν Θεὸν τόσον, ὅσον τὰ δάκρυα αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Καὶ ἄν ἀκόμη κατοικῇ μέσα εἰς πόλεις αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ὡσὰν νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἔρημον καὶ εἰς τὰ ὄρη καὶ εἰς τὰ δάση, διότι δὲν βλέπει κανένα ἀπὸ τοὺς γύρω του οὔτε χορταίνει τοὺς θρήνους αὐτούς, εἴτε θρηνεῖ διὰ τὰ ἰδικά του παραπτώματα εἴτε διὰ τὰ ξένα. 


Διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἐμακάρισε αὐτοὺς περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ εἶπε· «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες». Καὶ ὁ Παῦλος εἶπε· «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε». Καὶ ἐννοοῦσε τὴν ἡδονὴν ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ δάκρυα. Ὅπως δηλαδὴ ἡ χαρὰ διὰ τὰ κοσμικὰ ἀγαθὰ εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν λύπην, ἔτσι καὶ τὰ θεάρεστα δάκρυα κάμνουν νὰ βλαστήσῃ αἰώνια καὶ ἀμάραντη χαρά. Ἔτσι καὶ ἡ πόρνη, ἐπειδὴ ἐκυριεύθη ἀπὸ αὐτὴν τὴν φλόγα, ἔγινε σεμνοτέρα ἀπὸ τὰ ἁγνὰ κορίτσια. Ἐπειδὴ μετενόησε μὲ ὅλην τὴν φλόγα τῆς ψυχῆς της, ἔνοιωσεν ἔπειτα ἄπειρην ἀγάπην διὰ τὸν Χριστὸν καὶ ἔλυσε τὰ μαλλιά της, ἔβρεξε τὰ πόδια μὲ τὰ δάκρυα, τὰ ἐσκούπισε μὲ τὰ μαλλιά της καὶ τὰ ἐρράντισε μὲ ὅσα ἀρώματα εἶχεν. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἐξωτερικαὶ ἐκδηλώσεις. Ὅσα συνέβαιναν εἰς τὴν ψυχήν της, ἦσαν πολὺ θερμότερα ἀπὸ αὐτά. Αὐτὰ ὅμως τὰ ἔβλεπε μόνον ὁ Θεός. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς συμμετέχει εἰς τὴν χαράν της ὅποιος ἀκούει τὶ ἔκαμε καὶ εὐχαριστεῖται διὰ τὰ κατορθώματά της καὶ τῆς συγχωρεῖ ὅλας τὰς ἁμαρτίας της. 

Ἀφοῦ ἐμεῖς οἱ σκληρόκαρδοι τὴν συγχωροῦμεν, σκέψου τὶ τῆς ἐχάρισεν ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ πόσα ἀγαθὰ ἐκέρδισεν ἀπὸ τὴν μετάνοιάν της, πρὶν ἀκόμη τὴν ἀνταμείψῃ ὁ Θεός. Διότι, ὅπως γίνεται κατακάθαρος ὁ οὐρανὸς μετὰ ἀπὸ σφοδρὴ καταιγίδα, ἔτσι καὶ μετὰ ἀπὸ τὰ πολλὰ δάκρυα ἀκολουθεῖ ψυχικὴ γαλήνη καὶ ἠρεμία καὶ ἐξαφανίζεται τὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅπως καθαριζόμεθα μὲ τὸ νερὸ καὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἔτσι καθαριζόμεθα ἐπίσης μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὴν ἐξομολόγησιν, ἄν δὲν ἐνεργοῦμεν πρὸς ἐπίδειξιν καὶ ἀπὸ φιλοδοξίαν. Διότι ἐγὼ θὰ ἔλεγα ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐπικρίνεται περισσότερον ἐκείνη ποὺ κλαίει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, παρὰ ἐκείνη ποὺ καλλωπίζεται μὲ βαψίματα καὶ καλλυντικά. 

Ἐγὼ δηλαδὴ σᾶς ζητῶ δάκρυα, ποὺ τρέχουν ὄχι πρὸς ἐπίδειξιν, ἀλλὰ ἀπὸ βαθεῖαν εὐσέβειαν. Δάκρυα ποὺ στάζουν κρυφὰ καὶ μέσα στὰ ἰδιαίτερα δωμάτιά σας, ἥσυχα καὶ χωρὶς θόρυβον, καὶ δὲν τὰ βλέπει κανείς. Δάκρυα ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς σας, ποὺ ὀφείλονται εἰς θλῖψιν καὶ ὀδύνην, ποὺ ἀπευθύνονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Θεόν, ὅπως ἦσαν τὰ δάκρυα τῆς Ἄννης· «Τὰ χείλη αὐτῆς», λέγει, «ἐκινεῖτο καὶ ἡ φωνὴ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο». Ἀλλὰ μόνα αὐτὰ τὰ δάκρυα ἔβγαζαν φωνὴν δυνατωτέραν ἀπὸ τῆς σάλπιγγος. Διὰ τοῦτο ἔκαμεν ὁ Θεὸς καρποφόρον τὴν κοιλίαν της καὶ μετέβαλεν τὴν σκληρὰν πέτραν εἰς ἁπαλὴν γῆν. 

Ἄν δακρύζῃς καὶ σὺ ἔτσι, εἶσαι μιμητὴς τοῦ Κυρίου. Διότι καὶ ἐκεῖνος ἐδάκρυσε καὶ διὰ τὸν Λάζαρον καὶ διὰ τὴν πόλιν καὶ ἐστεναχωρήθη πολὺ διὰ τὸν Ἰούδαν. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἰδῇς νὰ δακρύζῃ πολλὲς φορές, πουθενὰ ὅμως δὲν θὰ τὸν ἰδῇς νὰ γελᾷ· οὔτε κἄν νὰ χαμογελᾷ· οὐδεὶς τοὐλάχιστον εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει ὅτι ἐγέλασε. 

Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος λέγει καὶ ὁ ἴδιος διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ ἄλλοι δι’αὐτὸν ὅτι ἐδάκρυσε καὶ μάλιστα ὅτι ἐπὶ τρία χρόνια ἐδάκρυζε νύκτα καὶ ἡμέραν· Οὔτε ὁ ἴδιος ὅμως λέγει πουθενὰ ὅτι κανεὶς ἅγιος διὰ τὸν ἑαυτόν του οὔτε δι’ἄλλον ἅγιον ὅτι ἐγέλασε. Μόνο διὰ τὴν Σάρραν λέγεται ὅτι ἐγέλασεν, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὴν κατέκρινε δι’αὐτό. Καὶ διὰ τὸν υἱὸν τοῦ Νῶε, ὅταν ἀπὸ ἐλεύθερος ἔγινε δοῦλος. Καὶ τὰ λέγω αὐτὰ ὄχι ἐπειδὴ θέλω νὰ ἐξαφανίσω τὸν γέλωτα, ἀλλὰ ἐπειδὴ θέλω νὰ ἐξαλείψω τὴν ἡθικὴ χαλάρωσιν. Διατί, εἰπέ μου, ἐνῷ εἶσαι ὑπόλογος διὰ πολλὰς ἁμαρτίας καὶ πρόκειται νὰ παρουσιασθῇς ἐνώπιον φοβεροῦ δικαστηρίου καὶ νὰ λογοδοτήσῃς λεπτομερῶς δι’ ὅλας τὰς ἐπὶ γῆς ἐνεργείας σου, διασκεδάζεις καὶ καλοπερνᾷς; 


Ἀφοῦ θὰ λογοδοτήσωμεν διὰ τὰ ἑκούσια καὶ διὰ τὰ ἀκούσια ἁμαρτήματά μας. «Ὅς γὰρ ἄν ἀρνησηταί Με», λέγει, «ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, κἀγὼ ἀρνήσομαι αὐτὸν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου». Ἄν καὶ ἡ ἄρνησις αὐτὴ εἶναι ἀκουσία, δὲν διαφεύγει τὴν τιμωρίαν, ἀλλὰ ἔχομεν εὐθύνας καὶ δι’ αὐτήν. Καὶ δι’ ὅσα ἐπράξαμεν ὑπὸ ἄγνοιαν καὶ ὅσα μὲ ἐπίγνωσιν. «Μαρτυρῶ γὰρ αὐτοῖς», λέγει, «ὅτι ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ’ οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν». Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀρκετὸν αὐτὸ πρὸς ἀθώωσίν των. Καὶ εἰς ἐπιστολήν του πρὸς τοὺς Κορινθίους τοὺς ἔγραφε· «Φοβοῦμαι μήπως ὡς ὁ ὄφις ἐξηπάτησεν Εὔαν ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτοῦ, οὕτω φθαρῇ τὰ νοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῆς ἁπλότητος τῆς εἰς τὸν Χριστόν». Ἐνῷ, λοιπόν, πρόκειται νὰ λογοδοτήσῃς διὰ τόσον πολλά, κάθεσαι καὶ γελᾷς καὶ ἀστειεύεσαι καὶ ἔχεις τὸν νοῦν σου εἰς τὴν καλοπέρασιν; 

Θέτει ὅμως κάποιος τὸ ἐρώτημα : "Ἄν ἀποφύγω ὅλα αὐτὰ καὶ πενθήσω, τὶ θὰ κερδίσω"; 

Ἀσφαλῶς κάτι τὸ πολὺ μεγάλον, τόσον μεγάλον, ὅσον δὲν ἠμπορῶ νὰ σοῦ παραστήσω οὔτε μὲ λόγια. Διότι εἰς τὰ ἀνθρώπινα δικαστήρια δὲν θὰ ἀποφύγῃς τὴν τιμωρίαν μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ὅσα δάκρυα καὶ ἄν χύσῃς. Εἰς αὐτὸ ὅμως τὸ δικαστήριον, ἔστω καὶ ἄν σκυθρωπάσῃς μόνον, ἀκυρώνεις τὴν ἀπόφασιν καὶ συγχωρεῖσαι. Διὰ τοῦτο ὁ Χριστὸς μᾶς λέγει πολλὰ περὶ θλίψεως καὶ μακαρίζει τοὺς θλιβομένους καὶ ἐλεεινολογεῖ τοὺς γελῶντας. 

Διότι δὲν γίνεται ἡ συνάθροισις αὐτὴ διὰ νὰ γελοῦμεν, οὔτε ἤλθαμεν εἰς αὐτὴν διὰ νὰ καγχάζωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ θρηνοῦμεν καὶ νὰ κληρονομήσωμεν μὲ τὸν θρῆνον αὐτὸν τὴν αἰώνιαν βασιλείαν. Ἐσύ, ὅταν εὑρίσκεσαι ἐμπρὸς εἰς τὸν βασιλέα, δὲν τολμᾷς οὔτε νὰ μειδιάσῃς ἁπλῶς. Καὶ ἐδῶ, ποὺ εὑρίσκεσαι εἰς τὸ ἴδιο σπίτι μὲ τὸν Κύριον τῶν ἀγγέλων, δὲν στέκεσαι μὲ τρόμον καὶ μὲ τὸν ἀπαιτούμενον σεβασμόν, ἀλλὰ γελᾷς πολλὲς φορὲς καὶ ὅταν ἐκεῖνος ὀργίζεται; Δὲν καταλαβαίνεις ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν ἐξοργίζεις περισσότερον παρὰ μὲ τὰς ἁμαρτίας σου; Διότι ὁ Θεὸς δὲν ὀργίζεται τόσον μὲ ὅσους ἁμαρτάνουν, ὅσον ὀργίζεται μὲ ἐκείνους ποὺ δὲν δείχνουν ταπείνωσιν μετὰ τὴν ἁμαρτίαν. Ἀλλὰ μερικοὶ εἶναι τόσον ἀσυγκίνητοι, ὥστε ἐξακολουθοῦν νὰ λέγουν καὶ μετὰ ἀπὸ ὅσα ἀκούετε : Εὔχομαι νὰ μὴ ἀναγκασθῶ ποτὲ νὰ δακρύσω, ἀλλὰ ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ νὰ γελῶ καὶ νὰ διασκεδάζω εἰς ὅλην μου τὴν ζωήν. Ὑπάρχει ἐπιπολαιότερη ἀπὸ αὐτὴν τὴν σκέψιν; 


Τὴν διασκέδασιν δὲν τὴν δίδει ὁ Θεός, ἀλλὰ ὁ διάβολος· Ἄκουσε ἑπομένως τὶ ἔπαθαν ἐκεῖνοι ποὺ διεσκέδαζαν· «Ἐκάθισε», λέγει, «ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν καὶ ἀνέστησαν παίζειν». Τέτοιοι ἦσαν οἱ κάτοικοι τῶν Σοδόμων, τέτοιοι ὅσοι ἐζοῦσαν κατὰ τὸν κατακλυσμόν. Διὰ τοῦτο λέγει καὶ δι’ ἐκείνους· «Ὅτι ἐν ὑπερηφανίᾳ καὶ ἐν εὐθηνίαις καὶ ἐν πλησμονῇ ἄρτων ἐσπατάλων». Καὶ ὅσοι ἐζοῦσαν τὴν ἐποχὴν τοῦ Νῶε, ἄν καὶ ἔβλεπαν ἐπὶ τόσα ἔτη ὅτι ἐκεῖνος κατεσκεύαζε τὴν κιβωτόν, ἀδιαφοροῦσαν ἐντελῶς διὰ τὸ μέλλον καὶ διεσκέδαζαν μὲ ἀπάθειαν. Διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ τοὺς ἔπνιξεν ὅλους καὶ ἔκαμε νὰ ναυαγήσῃ ὅλη ἡ οἰκουμένη. 

Μὴ ζητῇς, λοιπόν, ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐκεῖνα ποὺ δίδει ὁ διάβολος. Διότι ὁ Θεὸς δίδει σοβαρὸν καὶ ταπεινὸν λογισμόν, ἤρεμον, φρόνιμον καὶ αὐτοκυριαρχούμενον, μετανοοῦντα καὶ εὐσεβῆ. Αὐτὰ εἶναι τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ μᾶς εἶναι χρησιμώτατα. Διότι μᾶς ἔχει ἐπιβληθῆ ἀγώνας δύσκολος, παλεύομεν κατὰ δυνάμεων ποὺ δὲν τὰς βλέπομεν, μαχόμεθα κατὰ τῶν πονηρῶν πνευμάτων, διεξάγεται πόλεμος κατὰ τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν. Καὶ εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀποκρούσωμεν μὲ τὸν ζῆλον, τὴν πραότητα καὶ τὴν ἐπαγρύπνησίν μας τὰ ἄγρια αὐτὰ στρατεύματα. 

Ἄν ὅμως γελοῦμεν καὶ διασκεδάζωμεν καὶ γενικῶς ἐπιδεικνύωμεν ἀδράνειαν, θὰ νικηθούμεν πρὶν ἀπὸ τὴν σύγκρουσιν, ἕνεκα τῆς ἰδικῆς μας ἀδρανείας. Δὲν μᾶς ταιριάζει, λοιπόν, νὰ γελοῦμεν συνεχῶς, καὶ νὰ ζοῦμεν ἀκόλαστα καὶ νὰ καλοπερνοῦμεν, ἀλλὰ ταιριάζει εἰς τοὺς θεατρίνους, εἰς τὰς πόρνας, εἰς τοὺς θηλυπρεπεῖς, εἰς τὰ παράσιτα καὶ εἰς τοὺς κόλακας. Ὄχι εἰς τοὺς προσκαλεσμένους εἰς τὸν οὐρανόν, ὄχι εἰς ἐκείνους ποὺ περιλαμβάνονται εἰς τὸν κατάλογον τῆς πολιτείας τοῦ οὐρανοῦ, ὄχι εἰς ἐκείνους ποὺ κρατοῦν πνευματικὰ ὅπλα, ἀλλὰ εἰς ἐκείνους ποὺ εἶναι ὑποχείριοι τοῦ διαβόλου. 


Διότι ὁ διάβολος εἶναι, ὁ διάβολος εἶναι ποὺ μετέβαλε τὶς ἐκδηλώσεις αὐτὲς σὲ τεχνάσματα, γιὰ νὰ ἀποχαυνώσῃ τοὺς στρατιώτας τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἐξασθενήσει τὴν δύναμιν τῆς θελήσεώς των. Διὰ τοῦτο ἔκτισε θέατρα μέσα εἰς τὰς πόλεις, ἤσκησε τοὺς γελωτοποιοὺς καὶ ἐκσφενδόνισεν ἐναντίον ὁλοκλήρου τῆς πόλεως μὲ τὰς φθοροποιοὺς ἐνεργείας ἐκείνων τὴν φοβερὰν αὐτὴν ἐπιδημίαν. Αὐτά, τὴν μωρολογίαν καὶ τὰ αἰσχρὰ καὶ ἀνόητα ἀστεῖα, συμβουλεύει ὁ Παῦλος νὰ τὰ ἀποφεύγωμεν καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς πείσῃ νὰ τὰ θεωροῦμεν ἀπηγορευμένα. Τὸ χειρότερον ἀπὸ αὐτὰ εἶναι βεβαίως ὅτι γελοῦμεν. 


Ὅταν δηλαδὴ εἰποῦν οἱ γελωτοποιοὶ ἐκεῖνοι καμμίαν βλασφημίαν ἤ αἰσχρολογίαν, τότε γελοῦν καὶ διασκεδάζουν πολλοὶ ἀνόητοι, καὶ χειροκροτοῦν διὰ πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τοὺς λιθοβολοῦν, καὶ μὲ τὴν διασκέδασιν αὐτὴν ἐπισύρουν κατὰ τῆς κεφαλῆς των τὴν κάμινον τοῦ πυρός. Διότι, ὅσοι ἐπαινοῦν αὐτοὺς ποὺ λέγουν αὐτὰς τὰς ἀνοησίας, αὐτοὶ πρὸ πάντων εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς πείθουν νὰ τὰς ἐπαναλαμβάνουν. Διὰ τοῦτο εἶναι περισσότερον ὑπεύθυνοι διὰ τὴν τιμωρίαν ποὺ ἐπιβάλλεται δι’ αὐτά. Διότι, ἄν δὲν ὑπῆρχαν θεαταί, δὲν θὰ ὑπῆρχαν καὶ θεατρῖνοι. Ὅταν ὅμως βλέπουν ὅτι ἐγκαταλείπομεν τὰ ἐργαστήρια καὶ τὰς ἐργασίας μας καὶ τὰ ἔσοδα, ποὺ ἔχομεν ἀπὸ αὐτάς, καὶ ὅλα γενικῶς, διὰ νὰ τρέξωμεν νὰ τοὺς ἰδοῦμεν, αὐξάνεται ἡ προσπάθεια καὶ ἡ ὄρεξίς των. 

Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω διὰ νὰ τοὺς ἀπαλλάξω ἀπὸ τὰς εὐθύνας των, ἀλλὰ διὰ νὰ κατανοήσετε ὅτι ἐσεῖς κυρίως ποὺ δαπανᾶτε ὅλην σας τὴν ἡμέραν εἰς αὐτὰ καὶ διαπομπεύετε σεβαστὰς γαμηλίους ἐκδηλώσεις καὶ ἐξευτελίζετε τὸ μεγάλον αὐτὸ μυστήριον, ἀποτελεῖτε τὴν βάσιν καὶ τὰ θεμέλια τῶν ἀνηθίκων αὐτῶν ἐκδηλώσεων. Διότι δὲν ἁμαρτάνει τόσον ἐκεῖνος ποὺ ἀναλαμβάνει τὸν ρόλον τοῦ θεατρίνου, ὅσον ἐσὺ ποὺ τὸν ὠθεῖς νὰ τὸν ἀναλαμβάνῃ. Καὶ δὲν εἶναι ὅτι τὸν ὠθεῖς μόνον, ἀλλὰ καὶ δείχνεις ἐνδιαφέρον καὶ διασκεδάζεις καὶ γελᾶς, καὶ ἐπαινεῖς ὅσα γίνονται καὶ ὀργανώνεις μὲ κάθε τρόπον τὰ ἐργαστήρια αὐτὰ τῶν διαβόλων. Εἰπέ μου, λοιπόν, μὲ τὶ μάτια θὰ ἰδῇς τὴν γυναίκα σου εἰς τὸ σπίτι σου, ὅταν τὴν βλέπῃς νὰ ἐξευτελίζεται ἐκεῖ; Καὶ πῶς ἐνθυμεῖσαι τὴν γυναίκα σου καὶ δὲν κοκκινίζεις, ὅταν βλέπῃς ὅτι διαπομπεύεται τὸ γυναικεῖον φῦλον;

Μὴ μοῦ φέρῃς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι αὐτὸ εἶναι μίμησις καὶ ὄχι πραγματικότης. Διότι ἡ μίμησις αὐτὴ ὠδήγησε πολλοὺς εἰς τὴν μοιχείαν καὶ διέλυσε πολλὰς οἰκογενείας. Αὐτὸ εἶναι ποὺ μὲ κάμνει νὰ στεναχωροῦμαι περισσότερον, τὸ ὅτι δὲν θεωρεῖτε ἀνήθικα αὐτὰ ποὺ γίνονται, ἀλλὰ ἐνῷ τολμοῦν τόσα ἀνήθικα, ἐσεῖς χειροκροτεῖτε καὶ ἐπιδοκιμάζετε καὶ γελᾶτε πολύ. Τὶ λέγεις; Εἶναι ἁπλὴ μίμησις αὐτὰ ποὺ γίνονται; Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἀξίζει νὰ θανατωθοῦν αὐτοὶ χίλιες φορές, διότι προσπαθοῦν νὰ μιμοῦνται ἐκεῖνα ποὺ ὅλοι οἱ νόμοι προστάσσουν νὰ τὰ ἀποφεύγωμεν. 

Διότι, ἄν εἶναι μία ἐνέργεια ἀνήθικη, εἶναι ἀνήθικη καὶ ἡ μίμησίς της. Καὶ δὲν ἀνέφερα καθόλου πόσους ὁδηγοῦν εἰς τὴν μοιχείαν αὐτοὶ ποὺ παίζουν τὰ ἀνήθικα αὐτὰ δράματα, πόσον ἀνηθίκους καὶ ἀδιαντρόπους κάμνουν ὅσους τὰ παρακολουθοῦν. Διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε περισσότερον ἀδιάντροπον καὶ ἀνήθικον, ἀπὸ τὰ μάτια ποὺ ἀνέχονται νὰ βλέπουν τέτοια θεάματα. Ἐσὺ δὲν θὰ ἀνεχόσουν νὰ ἰδῇς νὰ γυμνώνεται μία γυναῖκα εἰς τὴν ἀγορὰν ἤ μᾶλλον οὔτε μέσα σὲ κάποιαν οἰκίαν, ἀλλὰ θὰ ἐθεωροῦσες τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν μεγάλην ἀναίδειαν. Καὶ πηγαίνεις εἰς τὸ θέατρον, διὰ νὰ ἐξευτελίσῃς τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἀναγκάσῃς τὰ μάτια σου νὰ ἐντρέπωνται; Καὶ μὴ ἰσχυρισθῇς ὅτι εἶναι πόρνη αὐτὴ ποὺ γυμνώνεται, διότι καὶ ἡ πόρνη καὶ κάθε ἄλλη γυναῖκα ἔχουν τὴν ἴδιαν φύσιν καὶ τὸ ἴδιο σῶμα. 


Ἐὰν λοιπὸν δὲν εἶναι τίποτε αὐτό, διατί, ἄν ἰδῇς νὰ γίνεται εἰς τὴν ἀγοράν, φεύγεις ὁλοταχῶς καὶ διώχνεις καὶ ἐκείνην ποὺ ἀσχημονεῖ; Ἤ εἶναι ἀνήθικον αὐτό, ὅταν εἴμεθα σκορπισμένοι, ἐνῶ, ὅταν συγκεντρωθοῦμεν καὶ καθίσωμεν ὅλοι μαζί, δὲν εἶναι ἐξίσου ἀνήθικον; Αὐτὰ εἶναι γελοῖα καὶ ἀδιάντροπα, δείχνουν τρομερὴν παραφροσύνην καὶ εἶναι προτιμότερον νὰ ἀλείψῃς τὸ πρόσωπόν σου μὲ βοῦρκον καὶ μὲ λάσπην, παρὰ νὰ παρακολουθήσῃς αὐτὸ τὸ ἀνήθικον θέαμα. Διότι δὲν εἶναι τόσον βλαβερὸς ὁ βοῦρκος διὰ τὰ μάτια, ὅσον τὸ ἀνήθικον θέαμα, ἡ θέα γυμνῆς γυναίκας. Ἄκουσε, λοιπόν, ποία εἶναι ἡ αἰτία ποὺ ἔνοιωσε διὰ πρώτην φορὰν γυμνὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ σκέψου πόσον φοβερὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνήθικη ἐνέργεια. Ποία εἶναι, λοιπόν, ἡ αἰτία ποὺ ἔνοιωσε γυμνὸς ὁ ἄνθρωπος; Ἡ παρακοὴ καὶ ἡ προτροπὴ τοῦ διαβόλου. Ἔτσι τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὴν ἀρχήν του καὶ τὴν ρίζαν του διαβολικόν. Ἀλλὰ οἱ πρωτόπλαστοι ἔνοιωθαν τουλάχιστον ἐντροπὴν ἐπειδὴ ἦσαν γυμνοί. Ἐσεῖς ὅμως καμαρώνετε, «ἐν αἰσχύνῃ τὴν δόξαν ἔχοντες», ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος. 

Πῶς θὰ σὲ ἰδῇ, λοιπόν, ἡ γυναῖκα σου ὅταν ἐπιστρέψῃς ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἁμαρτωλὸν θέαμα; Πῶς θὰ σὲ ὑποδεχθῇ; Πῶς θὰ σοῦ ὁμιλήσῃ, ἀφοῦ ἐξευτέλισες μὲ τόσην ἀδιαντροπιὰν ὅλον τὸ γυναικεῖον φῦλον καὶ ἔγινες, ἕνεκα τοῦ θεάματος αὐτοῦ, αἰχμάλωτος καὶ δοῦλος τῆς πόρνης; 

Θὰ σᾶς χρεωστῶ μεγάλην χάριν, ἄν σᾶς στενοχωρῇ, ποὺ ἀκούετε αὐτά· «Τὶς γὰρ ἐστὶν ὁ εὐφραίνων με, εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ»; Καὶ μὴ παύσετε ποτὲ νὰ ἀναστενάζετε καὶ νὰ πονῆτε δι’ αὐτά. Διότι ἡ θλῖψις διὰ τὴν διαγωγὴν αὐτὴν θὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῆς βελτιώσεώς σας. Διὰ τοῦτο ὡμίλησα, διὰ νὰ κάμω βαθυτέραν τὴν ἐγχείρησιν καὶ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω ἀπὸ τὴν σῆψιν τῆς ἀνηθικότητος. Διὰ νὰ σᾶς ἐπαναφέρω εἰς τὴν πλήρη ὑγείαν τῆς ψυχῆς. Καὶ εὔχομαι νὰ τὴν ἀπολαύσετε ὅλοι εἰς ὅλην τὴν ζωὴν καὶ νὰ κερδίσετε μὲ τὰ κατορθώματά σας τὰ καθιερωμένα βραβεῖα, μὲ τὴν Χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις εἶναι αἰώνια. Ἀμήν. 


Πηγή : Ἄπαντα Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τομ. 9ος, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον (Ὁμιλίαι Α΄-Κ΄), Πατερικαὶ ἐκδόσεις "Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς", Θεσσαλονίκη 1978.