Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία Η΄

 





«Καὶ εἰσελθόντες εἰς τὴν οἰκίαν, εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτῶν· καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ· καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν».

Πὼς λοιπὸν διηγεῖται ὁ Λουκᾶς ὅτι ἐκοίτετο εἰς τὴν φάτνην. Μόλις ἐγέννησεν, τὸ ἐξάπλωσεν ἀμέσως ἐκεῖ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρουν σπίτι, ἐπειδὴ εἶχαν συγκεντρωθεῖ πολλοὶ ἐξ’ αἰτίας τῆς ἀπογραφῆς. Τοῦτο ὑπογραμμίζει καὶ ὁ Λουκᾶς ὅταν λέγῃ ὅτι «Διὰ τὸ μὴ εἶναι τόπον, ἀνέκλινεν αὐτόν». Ἔπειτα τὸν ἐσήκωσε καὶ τὸν ἐκράτησεν εἰς τὰ γόνατά της. Ἡ ἄφιξις εἰς τὴν Βηθλεὲμ ἐσήμανε τὸ τέλος τῆς ἐγκυμοσύνης. Ἀντιλαμβανόμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν θείαν οἰκονομίαν εἰς τὸ σύνολόν της· τὶ ἔγινε δηλ. καὶ ὅτι δὲν ἔγινεν ἁπλῶς καὶ τυχαίως, ἀλλὰ ἐξεπληροῦντο ὅλα σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ ἀκολουθίαν προφητειῶν.

Τὶ ἦτο ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε νὰ προσκυνήσουν; Οὔτε ἡ Παρθένος ἦτο ἀπὸ ἀνωτέρα τάξιν οὔτε ὁ οἶκος της περιφανὴς οὔτε κάτι ἄλλο ἀπὸ ὅσα ἔβλεπαν ἦτο ἱκανὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκπληξιν καὶ νὰ προσελκύσῃ. Καὶ αὐτοὶ ὄχι μόνο προσκυνοῦν ἀλλὰ καὶ ὅταν ἤνοιξαν τὰ θησαυροφυλάκιά των, προσφέρουν δῶρα, ὄχι ὅπως κάνομεν εἰς ἄνθρωπον, ἀλλὰ ὅπως εἰς Θεόν. Σύμβολόν του ὁ λιβανωτὸς καὶ ἡ σμύρνα. Τὶ ἦτο λοιπὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον τοὺς ἔπεισε νὰ ξεκινήσουν ἀπὸ τὴν πατρίδα των καὶ νὰ διανύσουν τόσον δρόμον; Ἦτο τὸ ἄστρον καὶ ὁ φωτισμός, τὸ ὁποῖον ἔστειλεν ὁ Θεὸς εἰς τὸ πνεῦμα των καὶ τοὺς ὡδηγοῦσεν ὅλο καὶ περισσότερον εἰς τελειοτέραν γνῶσιν. Ἐὰν δὲν ἦτο τοῦτο, δὲν θὰ ἔδειχναν βεβαίως τόσον σεβασμὸν εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο ἀσήμαντα. Διὰ τοῦτο κανένα ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ δὲν ἦτο μέγα ἐκεῖ· ἡ φάτνη, ἡ καλύβη, ἡ πτωχὴ μητέρα. Ἔτσι βλέπομεν καθαρὰν τὴν διάθεσιν ταῶνμάγων καὶ ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι δὲν τὸν ἐπλησίαζαν ὡς ἁπλοῦν ἄνθρωπον ἀλλὰ ὡς Θεὸν καὶ εὐεργέτην. Διὰ τοῦτο κανένα ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ ποὺ ἔβλεπαν δὲν τοὺς ἐσκανδάλιζεν. Ἀλλὰ τὸν ἐπροσκυνοῦσαν καὶ τοῦ ἐπροσέφεραν δῶρα ἀπηλλαγμένα ἀπὸ τὴν Ἰουδαϊκὴν προσήλωσιν εἰς τὰ ὑλικά. Διὰ τοῦτο δὲν ἐθυσίαζαν πρόβατα καὶ μόσχους. Τὰ δῶρα των εἶχον τὴν σφραγῖδα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πνεύματος· τοῦ ἐπρόσφεραν ἐπίγνωσιν, ὑπακοήν, ἀγάπην.

«Χρηματισθέντες δὲ κατ’ ὄναρ, μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρώδην, δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν». Πρόσεξε καὶ ἀπὸ τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν πίστιν των· δὲν ἐσκανδαλίσθησαν, ἀλλὰ εἶναι πειθήνιοι καὶ γεμάτοι εὐγνωμοσύνην. Δὲν ταράσσονται,ούτε κάμνουν μέσα των τὴν σκέψιν· ἐὰν εἶναι μέγα τοῦτο τὸ παιδὶ καὶ ἔχῃ κάποιαν δύναμιν, τὶ χρειάζονται ἡ φυγὴ καὶ ἡ μυστικὴ ἀναχώρησις; Καὶ διατί, ἐνῷ ἤλθαμεν φανερὰ καὶ μὲ θάρρος καὶ ἐστάθημεν ἐμπρὸς εἰς τόσον λαὸν καὶ τὴν μανίαν τοῦ βασιλέως, μᾶς ἐκβάλλει ὁ ἄγγελος ἀπὸ τὴν πόλιν ὡς δραπέτας καὶ φυγάδας; Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ οὔτε ἐξέφρασαν οὔτε ἀνελογίσθησαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδειξις πίστεως· νὰ μὴ ζητᾷς τὸ νόημα τῆς διαταγῆς, ἀλλὰ νὰ πείθεσαι μόνον εἰς αὐτήν.

«Ἀναχωρησάντων δὲ αὐτῶν, ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ κατ’ ὄναρ, λέγων· Ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεύγε εἰς Αἴγυπτον». Ἀξίζει ἐδῶ νὰ διατυπωθῇ ἡ ἀπορία καὶ διὰ τοὺς μάγους καὶ διὰ τὸ παιδί. Διότι ἐὰν ἐκεῖνοι δὲν ἐταράχθησαν, ἀλλὰ ἐδέχθησαν τὰ πάντα μὲ πίστιν, ἀξίζει νὰ ἐρευνήσωμεν ἡμεῖς, διατὶ δὲν σώζονται καὶ ἐκεῖνοι καὶ τὸ παιδὶ χωρὶς νὰ φύγουν, ἀλλὰ αὐτοὶ ἀναχωροῦν εἰς τὴν Περσίαν καὶ ἐκεῖνο φυγαδεύεται μὲ τὴν μητέρα του εἰς τὴν Αἴγυπτον;

Τὶ ἔπρεπε ἀλήθεια νὰ γίνῃ; Νὰ πέσῃ εἰς τὰς χείρας τοῦ Ἡρώδου καὶ παρ’ὅλον τοῦτο νὰ μὴ φονευθῇ; Δὲν θὰ ἐγίνετο πιστευτὸν ὅτι ἔλαβε σάρκα, θὰ ὑπῆρχε δυσπιστία ἐμπρὸς εἰς τὸ μέγεθος τῆς οἰκονομίας. Διότι ἐὰν μερικοὶ ἐτόλμησαν νὰ εἰποῦν ὅτι ἦτο μῦθος ἡ πρόσληψις τῆς σαρκὸς παρ’ ὅλον ὅτι ἔγιναν ταῦτα καὶ πολλὰ οἰκονομήθησαν, ὅπως ἀρμόζει εἰς ἀνθρώπους, σκεφθῆτε εἰς ποίαν μεγάλην ἀσέβειαν θὰ ἐξέπιπταν, ἐὰν τὰ ἔπραττεν ὅλα ὅπως ἀρμόζει εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν δύναμίν του; Ταχέως στέλλει τοὺς μάγους, διὰ νὰ τοὺς κάμῃ διδασκάλους εἰς τὴν περσικὴν χώραν καὶ διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὴν μανίαν τοῦ τυράννου. Διὰ νὰ μάθῃ ὅτι ἐπιχειρεῖ τὰ ἀκατόρθωτα, νὰ πνίξῃ τὸν θυμόν του καὶ νὰ σταματήσῃ τὴν ματαίαν προσπάθειαν. Διότι δὲν εἶναι ἄξιον τῆς δυνάμεώς του νὰ νικᾷ μόνον φανερὰ τοὺς ἐχθρούς του ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ ἐξαπατᾷ εὐκόλως. Ὁμοίως ἐξηπάτησε καὶ τοὺς Αἰγυπτίους πρὸς χάριν τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἐνῷ ἠμποροῦσε νὰ μεταφέρῃ φανερὰ τὸν πλοῦτον τους εἰς τὰ χέρια τῶν Ἑβραίων, ὁρίζει νὰ γίνῃ τοῦτο κρυφίως καὶ μὲ ἀπάτην, καὶ τοῦτο τὸν κάμνει φοβερὸν εἰς τοὺς ἀντιπάλους του, καθόλου ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι τὰ ἄλλα σημεῖα.

2. Οἱ Ἀσκαλωνῖται λοιπὸν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι, ὅταν ἐπῆραν τὴν κιβωτόν, καὶ δεχθέντες ἐπίθεσιν παρακινοῦσαν τοὺς ἰδικούς των νὰ μὴ πολεμοῦν νὰ μὴ τοὺς ἀντιμετωπίζουν, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα θαύματα ἀνέφεραν καὶ τοῦτο καὶ ἔλεγον· «Ἵνα τὶ βαρύνετε τὰς καρδίας ὑμῶν καθὼς ἐβάρυνεν Αἴγυπτος καὶ Φαραώ; Οὐχ ὅτε ἐνέπαιξεν αὐτοῖς, τότε ἐξαπέστειλε τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἀπῆλθον;», ἐπειδὴ ἐνόμιζαν ὅτι δὲν ἦτο μικρότερον ἀπὸ τὰ ἄλλα σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν φανερά, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν δύναμιν καὶ τὴν μεγαλωσύνην του.

Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ἔγινε ἐδῶ ἦτο ἱκανὸν νὰ προκαλέσῃ ἔκπληξιν εἰς τὸν τύραννον. Ἀναλογίσου τὶ ἦτο φυσικὸν νὰ πάθῃ ὁ Ἡρώδης, ποίαν ἀσφυξίαν νὰ αἰσθανθῇ, ὅταν ἠπατήθη ἀπὸ τοὺς μάγους καὶ ἐγελοιοποιήθη. Δὲν ἔγινε βέβαια καλύτερος. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἦτο ἔγκλημα ἐκείνου ὁ ὁποῖος οἰκονόμησε ταῦτα, ἀλλὰ ἀποτέλεσμα τῆς ἰδικῆς του ὑπερβολικῆς μανίας. Δὲν ὑπεχωροῦσεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦσαν νὰ τὸν παρηγορήσουν καὶ νὰ τὸν ἐλευθερώσουν ἀπὸ τὴν κακίαν, ἀλλὰ ἐπροχωροῦσε περισσότερον, διὰ νὰ δεχθῇ ἀκόμη βαρυτέραν τιμωρίαν διὰ τὴν ἀνοησίαν του αὐτήν. Καὶ διατί, ἐρωτοῦν στέλλει τὸ παιδὶ «Εἰς τὴν Αἴγυπτον»; Μὲ ἀκρίβειαν ἀναφέρει τὴν αἰτίαν ὁ Εὐαγγελιστής· «Ἵνα πληρωθῇ γὰρ ὁ λόγος· Ὅτι ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν Υἱόν μου». Συγχρόνως ἀπευθύνοντο εἰς τὴν οἰκουμένην προμηνύματα ἀγαθῶν ἐλπίδων. Ἡ Βαβυλὼν καὶ ἡ Αἴγυπτος περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλο μέρος τῆς γῆς κατεκαίοντο ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς ἀσεβείας. Δεικνύουν λοιπὸν ἐξ ἀρχῆς ὅτι θὰ διορθώσῃ καὶ τὰ δύο καὶ θὰ τὰς κάμῃ καλυτέρας, καὶ δημιουργῶν μὲ αὐτὰ τὴν πίστιν νὰ προσδοκοῦμεν τὸ καλὸν δι’ ὅλην τὴν οἰκουμένην, εἰς τὴν μίαν ἀπέστειλεν τοὺς μάγους, εἰς τὴν ἄλλην ἐπῆγεν ὁ ἴδιος μὲ τὴν μητέρα του.

Ἐκτὸς τῶν ὅσων εἴπαμεν καὶ κάτι ἄλλο διδασκόμεθα, τὸ ὁποῖον δὲν συντελεῖ ὀλίγον εἰς τὴν πνευματικὴν κατάρτισιν μας.Ὅτι ἐξ ἀρχῆς πρέπει νὰ περιμένωμεν πειρασμοὺς καὶ ἐπιβουλάς. Βλέπεις ὅτι τοῦτο γίνεται ἀπὸ τὰ σπάργανα. Εὐθὺς ὡς ἐγεννήθη, μαίνεται ὁ τύραννός, ἀκολουθεῖ ἡ φυγὴ καὶ ἡ ἐγκατάστασις εἰς χώραν ἐξορίας καὶ ἐξορίζεται ἡ ἀθώα μητέρα εἰς χώραν βαρβαρικήν. Ἀκούων αὐτά, ὅταν ἀξιωθῇς νὰ ἀναλάβῃς πνευματικὴν διακονίαν καὶ ἔπειτα νὰ ἰδῇς νὰ σὲ εὑρίσκουν συμφοραὶ ἀθεράπευτοι καὶ νὰ ὑπομένῃς μυρίους κινδύνους, πρόσεξε νὰ μὴ ταραχθῇς. Καὶ κυρίως νὰ μὴ εἰπῇς· Τὶ σημαίνει τοῦτο; Κι ὅμως ἔπρεπε νὰ στεφανωθῶ καὶ νὰ ἀνακηρυχθῶ νικητής, νὰ ἀποκτήσω ὄνομα καὶ δόξαν, ἐφ’ὅσον ἔπραξα τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Ἀντιθέτως νὰ δεχθῇς τὰ πάντα μὲ γενναιότητα, γνωρίζων ὅτι αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀκολουθία τῆς πνευματικῆς ζωῆς· ἔχει παντοῦ πειρασμοὺς κληρουμένους μαζὶ μὲ αὐτήν. Κοίταξε πὼς δὲν συμβαίνει τοῦτο εἰς τὸ παιδὶ μόνον καὶ εἰς τὴν μητέρα του ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς βαρβάρους ἐκείνους. Καὶ ἐκεῖνοι κρυφά, ὡς φυγάδες, ἀναχωροῦν. Καὶ ἐκείνη πάλιν, ἡ ὁποία οὐδέποτε διεσκέλισε τὸ κατώφλιον τοῦ σπιτιοῦ της, λαμβάνει ἐντολὴν νὰ ὑπομείνῃ τόσον δρόμον, γεμᾶτον ταλαιπωρίας, ἐξ αἰτίας τοῦ θαυμαστοῦ παιδιοῦ της καὶ τῶν πνευματικῶν ὠδίνων. Πρόσεξε καὶ ἐδῶ τὸ παράδοξον. Ἡ Παλαιστίνη καταδιώκει, καὶ ἡ Αἴγυπτος ὑποδέχεται καὶ σώζει τὸν καταδιωκόμενον. Διότι δὲν ἐγίνοντο μόνον εἰς τὰ τέκνα τοῦ Ἰακὼβ προεικονίσεις ἀλλὰ καὶ εἰς Αὐτὸν τὸν Χριστὸν καὶ ἐπρομηνοῦσαν ὅσα θὰ ἐξελίσσοντο ἀργότερον. Ὅπως ἔγινεν εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ὄνου καὶ τοῦ πώλου.

Ἐπαρουσιάσθη λοιπὸν ὁ ἄγγελος καὶ δὲν ἀπευθύνεται εἰς τὴν Μαρίαν ἀλλὰ εἰς τὸν Ἰωσήφ. Καὶ τοῦ λέγει· «Ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ». Δὲν λέγει ἐδῶ τὴν γυναῖκα σου, ἀλλὰ τὴν μητέρα του. Ἀφοῦ ἐγεννήθη τὸ παιδὶ καὶ εἶχε διαλυθῆ ἡ ὑποψία καὶ εἶχε βεβαιωθῆ ὁ Ἰωσήφ, ὁμιλεῖ ἀπροκάλυπτα ὁ ἄγγελος· καὶ δὲν ὁμιλεῖ οὔτε διὰ παιδὶ ἰδικόν του, οὔτε διὰ γυναῖκα του. Ἀλλὰ τοῦ λέγει· «Παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον». Συμπληρώνει δὲ τὴν αἰτίαν τῆς φυγῆς. «Μέλλει γὰρ ὁ Ἡρώδης», λέγει, «ζητεῖν τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου».

3. Δὲν ἐσκανδαλίσθη ὁ Ἰωσήφ, ὅταν τὰ ἤκουσεν αὐτά, οὔτε εἶπε τὸ πράγμα εἶναι αἴνιγμα· δὲν ἔλεγες προηγουμένως, ὅτι «Σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ». Τώρα οὔτε τὸν ἑαυτόν του δὲν σώζει, ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ φύγωμεν, νὰ ἀποδημήσωμεν καὶ νὰ ζήσωμεν ἀλλοῦ πολὺν καιρόν. Τὰ πράγματα εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὰς ὑποσχέσεις. Δὲν λέγει τίποτε ἀπὸ αὐτά. Ἐπίστευεν εἰς τὸν Θεόν. Οὔτε διὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιστροφῆς δείχνει περιέργειαν, μολονότι ὁ ἄγγελος ὡμίλησεν ἀορίστως δι’ αὐτόν. «Ἔως γὰρ ἄν εἴπω σοι, ἴσθι ἐκεῖ». Οὔτε καὶ εἰς αὐτὸ ἔδειξεν ἀπροθυμίαν. Ὑπακούει, τὸν πιστεύει καὶ ὑπομένει μετὰ χαρᾶς ὅλους τοὺς πειρασμούς.

Διότι συνεδύασεν μὲ τὰ ὀδυνηρὰ αὐτὰ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ εὐχάριστα· δὲν δίδει οὔτε τοὺς κινδύνους οὔτε τὰ εὐχάριστα, κατὰ συνέχειαν, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὰ καὶ μὲ ἐκεῖνα ὑφαίνει τὸν βίον τῶν δικαίων. Τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ ἐδῶ. Ὅταν ἐπρόσεξεν ὁ Ἰωσὴφ τὴν ἐγκυμοσύνην τῆς Παρθένου, ἐταράχθη καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἐσχάτην ἀμηχανίαν. Ὑπωπτεύθη τὴν κόρην διὰ μοιχείαν. Ἦλθεν ὅμως εὐθὺς ὁ ἄγγελος, ὁ ὁποῖος διέλυσε τὴν ὑποψίαν καὶ ἐξεδίωξε τὸν φόβον. Ὅταν εἶδε τὸ παιδί, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη, ἐδοκίμασε τὴν μεγαλυτέραν χαράν. Τὴν χαρὰν ὅμως αὐτὴν διεδέχθη κίνδυνος καὶ μάλιστα μικρός· ἡ πόλις ἦτο ταραγμένη, ὁ βασιλεὺς μαινόμενος ἀναζητοῦσε τὸ νεογέννητον. Τὴν ταραχὴν ὅμως αὐτὴν διαδέχεται ἄλλη χαρά, ὁ ἀστὴρ καὶ ἡ προσκύνησις τῶν μάγων. Καὶ ἄλλην φορὰν μετὰ τὴν εὐχαρίστησιν αὐτὴν ἐπακολουθεῖ φόρος καὶ κίνδυνος. «Ζητεῖ γάρ», φησίν, «ὁ Ἡρώδης τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου»· καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ φύγῃ καὶ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον νὰ μετοικήσῃ.

Δὲν ἔπρεπε νὰ θαυματουργήσῃ ἀπὸ τότε. Ἐὰν ἔκαμνε θαύματα ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας, δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο ἄνθρωπος. Διὰ τοῦτο δὲν δημιουργεῖται ἀμέσως τέλειος ναός, ἀλλὰ προηγεῖται ἡ κυοφορία, τὸ διάστημα τῶν ἑννέα μηνῶν, αἱ ὠδῖνες, ὁ τοκετός, ὁ θηλασμός, ἡ πολυχρόνιος ἡσυχία ἐν ἀναμονῇ τῆς ἀνδρικῆς ἡλικίας. Διὰ νὰ γίνῃ μὲ ὅλα αὐτὰ εὐκόλως δεκτὸν τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας.

Διὰ ποῖον λοιπὸν ἔγιναν αὐτὰ τὰ σημεῖα ἐξ ἀρχῆς; ἐρωτᾶ.

Διὰ τὴν μητέρα, διὰ τὸν Ἰωσήφ, διὰ τὸν Συμεών, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἀποθάνῃ, διὰ τοὺς ποιμένας, διὰ τοὺς μάγους, διὰ τοὺς Ἰουδαίους. Ἐὰν ἤθελον νὰ προσέξουν εἰς αὐτά, δὲν θὰ ἀπεκόμιζαν μικρὰν ὠφέλειαν διὰ τὴν μελλοντικὴν ζωήν. Ἐὰν οἱ προφῆται δὲν κάμνουν λόγον διὰ τοὺς μάγους, μὴ ταραχθῇς. Δὲν ὠμίλησαν βέβαια δι’ὅλα οὔτε καὶ δι’ ὅλα ἐκράτησαν σιγήν. Ὅπως τὸ νὰ ἰδῇς νὰ ἔρχωνται τὰ πράγματα χωρὶς νὰ ἔχῃς ἀκούσει τίποτε δι’ αὐτὰ σοῦ προκαλεῖ μεγάλην ἔκπληξιν καὶ ταραχήν, ὁμοίως καὶ ἡ ἐνημέρωσις δι’ ὅλα θὰ ἔκαμε τὸν ἀκροατὴν νὰ κοιμᾶται καὶ δὲν θὰ ἄφηνε τίποτε εἰς τοὺς Εὐαγγελιστάς.

Καὶ ἐὰν ἀμφιβάλλουν οἱ Ἰουδαῖοι διὰ τὴν προφητείαν λέγοντες ὅτι δι’ αὐτοὺς ἐλέχθη ὁ λόγος «ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου», θὰ τοὺς ἀπαντήσωμεν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τῆς προφητείας· πολλαὶ ἀπὸ αὐτὰς πολλάκις διατυπώνονται δι’ ἄλλα πράγματα καὶ ἐκπληρώνονται εἰς ἄλλα. Ὅπως ἡ προφητεία διὰ τὸν Συμεὼν[1] καὶ τὸν Λευί· «Διαμεριῶ γὰρ αὐτοὺς ἐν Ἰακὼβ καὶ διασπερῶ αὐτοὺς ἐν Ἰσραήλ[2]». Αὐτὸ ὅμως ἐξεπληρώθη εἰς τοὺς ἀπογόνους των. Καὶ ὅ,τι εἶπεν ὁ Νῶε διὰ τὸν Χαναάν, ἐξεπληρώθη εἰς τοὺς Γαβαωνίτας, τοὺς ἀπογόνους τοῦ Χαναάν[3]. Τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ εἰς τὸν Ἰακώβ. Αἱ ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλεγον «Γίνου Κύριος τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ προσκυνησάτωσάν σε οἱ υἱοὶ τοῦ πατρός σου»[4], δὲν ὡλοκληρώθησαν εἰς αὐτὸν ἀλλὰ εἰς τοὺς ἀπογόνους του. Πῶς θὰ ὡλοκληρώνοντο εἰς αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἐφοβεῖτο καὶ ἔτρεμεν τὸν ἀδελφόν του καὶ τὸν ἐπροσκυνοῦσεν ἀμετρήτους φοράς; Τὸ ἴδιο ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἰπῇ καὶ ἐδῶ. Ποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ γνησιώτερος υἱὸς τοῦ Θεοῦ; Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπονέμει προσκύνησιν εἰς τὸν μόσχον, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ τὸν Βεελφεγὼρ καὶ θυσιάζει τοὺς υἱούς του εἰς τὰ δαιμόνια ἤ ὁ κατὰ φύσιν Υἱός, ὁ ὁποῖος τιμᾷ τὸν γεννήτορά του; Ὥστε ἐὰν δὲν ἤρχετο ὁ Χριστός, ἡ προφητεία δὲν θὰ ἐλάμβανε τὴν προσήκουσαν ἐκπλήρωσιν.

Πρόσεξε πῶς καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς κάμνει δι’ αὐτὸ ὑπαινιγμόν· «Ἵνα πληρωθῇ». Δεικνύει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅτι δὲν θὰ ἐξεπληρώνετο, ἐὰν δὲν ἤρχετο Ἐκεῖνος. Καὶ δὲν προσδίδει τοῦτο τυχαίως λάμψιν εἰς τὴν Παρθένον καὶ δόξαν. Ὅ,τι ἐθεώρει ὁ λαὸς καύχημα, ἠμποροῦσε νὰ τὸ ἔχῃ καὶ ἐκείνη. Ἐμεγαλοφρονοῦσαν ἐπειδὴ ἀνέβηκαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ διὰ τοῦτο ἐκαυχῶντο. Τοῦτο ὑπονοῶν ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Οὐχὶ τοὺς ἀλλοφύλους ἀνήγαγον εἰς Καππαδοκίας καὶ τοὺς Ἀσσυρίους ἐκ βόθρου;[5]»· Ἀποδίδει καὶ εἰς τὴν Παρθένον τὸ πλεονέκτημα τοῦτο. Ἤ μᾶλλον ὁ λαὸς καὶ ὁ πατριάρχης, ἀφοῦ ἐπῆγαν καὶ ἐπέστρεψαν, ἐξεπλήρωσαν τὸν τύπον αὐτῆς τῆς ἐπιστροφῆς. Καὶ ἐκεῖνοι κατέβαιναν ἀποφεύγοντες τὸν θάνατον ἐκ πείνης καὶ αὐτοὶ θάνατον ἐξ ἐπιβουλῆς. Ἐκεῖνοι ὅμως μὲ τὴν κάθοδόν των ἐκεῖ, ἐσώθησαν ἀπὸ τὴν πεῖναν· ἐνῷ ὁ Χριστὸς κατερχόμενος ἐκεῖ ἡγίασεν ὁλόκληρον τὴν χώραν.

Πρόσεξε πῶς γίνεται μεταξὺ τῶν ταπεινῶν καὶ ἡ ἀποκάλυψις τῆς θεότητος. Ὅταν ὁ ἄγγελος εἶπε «φεῦγε εἰς τὴν Αἴγυπτον», δὲν ὑπεσχέθη ὅτι θὰ τοὺς συνοδεύσῃ οὔτε ὅταν ἐπήγαιναν οὔτε ὅταν θὰ ἐπέστρεφον. Τοῦτο ἦτο ὑπαινιγμὸς ὅτι θὰ εἶχαν μέγαν συνοδοιπόρον, τὸ νεογέννητον παιδί. Αὐτὸς ἔφερε γενικὴν ἀλλαγὴν εἰς ὅλα καὶ ἔκαμε τοὺς ἐχθροὺς νὰ βοηθήσουν πολὺ τὴν οἰκονομίαν αὐτήν. Καὶ βλέπομεν τοὺς βαρβάρους μάγους νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν προγονικὴν δεισιδαιμονίαν των καὶ νὰ ἔρχωνται νὰ προσκυνήσουν. Ὑπηρετεῖ καὶ ὁ Αὔγουστος τὴν γέννησιν εἰς Βηθλεὲμ διὰ τοῦ προστάγματος τῆς ἀπογραφῆς. Ἡ Αἴγυπτος τὸν δέχεται, ὅταν φεύγῃ κυνηγημένος ἀπὸ τὴν ἐπιβουλήν, καὶ τὸν σώζει. Εὑρίσκει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀφορμὴν διὰ νὰ μὴ τοῦ εἶναι ξένη. Ὥστε, ὅταν θὰ ἀκούσῃ νὰ τὸν κηρύττουν οἱ Ἀπόστολοι, νὰ ἔχῃ ὡς καύχημα ὅτι αὐτὴ τὸν ἐδέχθη πρώτη.

Τὸ πλεονέκτημα τοῦτο ἀνῆκε βεβαίως εἰς μόνην τὴν Παλαιστίνην· ἔγινεν ὅμως ἡ Αἴγυπτος θερμοτέρα. Καὶ ὅταν ἔλθῃς εἰς τὴν ἔρημον τῆς Αἰγύπτου, θὰ εὕρῃς αὐτὴν καλυτέραν ἀπὸ κάθε παράδεισον, γεμάτην ἀπὸ ἀμετρήτους χοροὺς ἀγγέλων μὲ ἀνθρώπινα σχήματα καὶ ἀπὸ λαὸν μαρτύρων καὶ κυψέλας παρθένων. Κάθε δύναμις τοῦ διαβόλου ἔχει ἐκεῖ καταλυθῆ, ἐνῷ κυριαρχεῖ ὁλόλαμπρος ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὴν μητέρα τῶν ποιητῶν, τῶν σοφῶν, τῶν μάγων, αὐτήν, ἡ ὁποία εὑρῆκε κάθε εἶδος μαγείας καὶ τὸ ἔδωσε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, αὐτὴν θὰ τὴν ἰδῇς τώρα νὰ περιφρονεῖ ὅλους αὐτοὺς καὶ νὰ θεωρῇ καλλωπίσματά της τοὺς ἀλιεῖς, νὰ περιφέρῃ παντοῦ τὸν τελώνην καὶ τὸν σκηνοποιὸν καὶ νὰ προβάλλῃ τὸν σταυρόν. Καὶ τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν μόνον εἰς τὰς πόλεις· περισσότερον εἰς τὰς ἐρήμους. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς χώρας ἐκείνης ἠμπορεῖς νὰ ἰδῇς τὸ στρατόπεδον τοῦ Χριστοῦ, τὸ κοπάδι τὸ βασιλικόν, τὴν πολιτείαν τῶν οὐρανίων δυνάμεων.

Καὶ αὐτὰ ἐπιδιώκονται ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἄνδρας ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς γυναῖκας. Καὶ ἐκεῖναι δὲν ἐπιδίδονται ὀλιγώτερον ἀπὸ τοὺς ἄνδρας εἰς τὴν πνευματικὴν ζωήν. Δὲν λαμβάνουν βεβαίως τὴν ἀσπίδα, οὔτε ἱππεύουν, ὅπως ὁρίζουν οἱ μεγάλοι νομοθέται[6] καὶ οἱ φιλόσοφοι τῶν Ἑλλήνων. Ἀποδέχονται ἄλλον βαρύτερον ἀγῶνα. Εἶναι ὁ κοινὸς εἰς αὐτὰς καὶ εἰς τοὺς ἄνδρας πόλεμος πρὸς τὸν διάβολον καὶ τὰς δυνάμεις του. Καὶ εἰς οὐδὲν σημεῖον εἰς τὰς συγκρούσεις τοῦ εἴδους τούτου δὲν ἐμποδίζει ἡ φυσική των ἀσθένεια. Διότι δὲν κρίνονται ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ σώματος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν διάθεσιν τῆς ψυχῆς οἱ ἀγῶνες αὐτοί. Ὑπάρχουν γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ἠγωνίσθησαν μὲ περισσότερην δύναμιν ἀπὸ τοὺς ἄνδρας καὶ ἔστησαν λαμπρότερα τρόπαια. Δὲν εἶναι τόσον λαμπρὸς ὁ οὐρανὸς μὲ τὴν ποικιλίαν τῶν ἀστρικῶν χορῶν, ὅπως ἡ ἔρημος τῆς Αἰγύπτου, ἡ ὁποία πανταχόθεν μᾶς παρουσιάζει τὰ σκηνώματα τῶν μοναχῶν.

5. Ἐὰν γνωρίζῃ κανεὶς τὴν παλαιὰν ἐκείνην Αἴγυπτον, τὴν θεομάχον καὶ μαινομένην, ἡ ὁποία ἦτο δούλη τῶν αἰλούρων[7], ἡ ὁποῖα ἐφοβεῖτο καὶ ἔτρεμεν τὰ κρεμμύδια, αὐτὸς θὰ κατανοήσῃ καλῶς τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ. Ἤ μᾶλλον δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν παλαιῶν διηγήσεων· μένουν ἀκόμη ὡς λείψανα τῆς παλαιᾶς καὶ ἀνοήτου μανίας. Ὅλοι ὅμως αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶχαν περιπέσει κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τόσην μανίαν, φιλοσοφοῦν τώρα διὰ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν πέραν τοῦ οὐρανοῦ πραγματικότητα, περιφρονοῦν τὰ προγονικὰ ἔθιμα, οἰκτίρουν τοὺς προγόνους των καὶ δὲν δίδουν εἰς τοὺς φιλοσόφους καμμίαν σημασίαν. Ἐδιδάχθησαν ἀπὸ τὰ ἴδια πράγματα, ὅτι αἱ δοξασίαι των ἦσαν ἐπινοήσεις μεθυσμένων γραιῶν, ἐνῷ ἡ ἀληθινὴ φιλοσοφία, ἡ ἀξία τῶν οὐρανῶν εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἐκήρυξαν οἱ ἁλιεῖς. Διὰ τοῦτο, ἐκτὸς τῆς αὐστηρότητος εἰς τὰ δόγματα, ἐνδιαφέρονται πολὺ διὰ τὴν πρακτικὴν ζωήν. Ἀφοῦ ἀπέθεσαν τὰ ὑπάρχοντά των καὶ ἐνεκρώθησαν διὰ τὸν κόσμον, προχωροῦν ἀκόμη περισσότερον, χρησιμοποιοῦν τὴν σωματικήν των ἐργασίαν διὰ τὴν διατροφὴν τῶν πεινώντων. Οὔτε ἐπειδὴ νηστεύουν καὶ ἀγρυπνοῦν ἔχουν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἡσυχάζουν τὴν ἡμέραν. Ἀλλὰ καταναλίσκουν τὰς νύκτας εἰς ἱεροὺς ὕμνους καὶ ὁλονυκτίας, καὶ τὰς ἡμέρας εἰς προσευχὰς καὶ χειρωνακτικὴν ἐργασίαν, μιμούμενοι τὸν ἀποστολικὸν ζῆλον.

Διότι, ἐὰν ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχεν στρέψει τὰ βλέμματα ἡ οἰκουμένη, διὰ τὴν διατροφὴν τῶν πεινώντων ἦλθε εἰς ἐργαστήριον, ἤσκησε τέχνην, καὶ δὲν ἐκοιμᾶτο οὔτε κατὰ τὴν νύκτα, εἶναι, λέγουν, πολὺ δικαιότερον νὰ καταναλίσκωμεν ἡμεῖς τὴν σχολὴν καὶ ἡσυχίαν μας εἰς πνευματικὴν ἐργασίαν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζῶμεν εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἡ ταραχὴ τῶν πόλεων οὐδόλως μᾶς ἐμποδίζει.

Νὰ αἰσθανώμεθα ἐντροπὴν ὅλοι, καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ πτωχοί, ὅταν ἐκεῖνοι, μὴ ἔχοντες τίποτε ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὰς χείρας των, βιάζωνται καὶ φιλονεικοῦν διὰ νὰ ἐξοικονομήσουν τὰ ἀπαραίτητα διὰ τοὺς πτωχούς, ἐνῷ ἡμεῖς, μὲ ὅλην τὴν ἀφθονίαν ἀγαθῶν τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δὲν διαθέτομεν διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν οὔτε τὰ ἄχρηστα εἰς ἡμᾶς. Πῶς θὰ ἀπολογηθῶμεν καὶ πῶς θὰ δεχθῶμεν τὴν συγχώρησιν;

Καὶ νὰ σκεφθῇ κανεὶς ὅτι αὐτοὶ κατὰ τὴν παλαιὰν ἐποχὴν ἦσαν καὶ φιλοχρήματοι καὶ κοιλιόδουλοι ἐκτὸς τῶν ἄλλων κακῶν. Διότι ἐκεῖ ἦσαν οἱ λέβητες διὰ τὰ κρέατα, ποὺ ἐνθυμοῦνται οἱ Ἰουδαῖοι, ἐκεῖ ἡ τυραννικὴ κυριαρχία τῆς κοιλίας. Μετεβλήθησαν ὅμως ὅταν τὸ ἠθέλησαν καὶ ἀφοῦ ἐδέχθησαν τὴν φωτιὰν τοῦ Χριστοῦ, μετεφέρθησαν ὅλοι μαζὶ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνῷ ἦσαν θερμότεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ περισσότερον ἐπιρρεπεῖς εἰς τὸν θυμὸν καὶ τὴν σωματικὴν ἡδονήν, μιμοῦνται τὰς ἀσωμάτους δυνάμεις εἰς τὴν μετριοπάθειαν καὶ τὴν λοιπὴν πνευματικὴν ἀταραξίαν. Ἄν ἔχῃ ἐπισκεφθῆ κάποιος τὴν χώραν, ἐννοεῖ αὐτὰ ποὺ λέγω.

Ἄν ὅμως κάποιος δὲν ἔχει πατήσει ποτὲ τὸ πόδι του εἰς ἐκείνας τὰς σκηνάς, ἄς φέρη εἰς τὸν νοῦν του ἐκεῖνον, ποὺ εἶναι ἀκόμη εἰς τὰ στόματα ὅλων, αὐτὸν ποὺ μᾶς ἔδωσεν ἡ Αἴγυπτος ἀμέσως ἔπειτα ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, τὸν μακάριον καὶ μέγαν Ἀντώνιον. Ἄς συλλογισθῇ ὅτι καὶ αὐτὸς ἔζησεν εἰς τὴν χώραν ὅπου ἔζησε καὶ ὁ Φαραώ. Εἰς τίποτε ὅμως δὲν ἐζημιώθη ἀλλὰ καὶ τὸν Θεὸν ἠξιώθη νὰ ἀντικρύσῃ καὶ παρουσίασε τέτοιαν βίαν, ὅπως ἀπαιτοῦν οἱ νόμοι τοῦ Χριστοῦ. Θὰ τὸ μάθῃ τοῦτο κανεὶς μὲ ἀκρίβειαν ἄν ἀναγνώσῃ τὸ βιβλίον ποὺ περιέχει τὴν ἱστορίαν τῆς ζωῆς Ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ συναντήσῃ καὶ πολλὰς ἐκδηλώσεις τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος. Ἐπροφήτευσε διὰ τοὺς προσβληθέντας ἀπὸ τὴν ἀρειανὴν νόσον καὶ ὡμίλησε διὰ τὴν βλάβην, ποὺ αὐτοὶ θὰ ἐπροκαλοῦσαν, ἀφοῦ ὁ Θεὸς τοῦ ὑπέδειξε τότε καὶ προδιέγραψε ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια του ὅλα τὰ μελλοντικά. Ἀποτελεῖ τοῦτο μίαν ἀπόδειξιν ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὅτι καμμία ἀπὸ τὰς αἰρέσεις δὲν διαθέτει τέτοιαν προσωπικότητα. Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ τὰ πληροφορηθῆτε ὅλα ἀπὸ ἐμέ, ἐγκύψατε εἰς τὰ γραφόμενα τοῦ βιβλίου καὶ θὰ τὰ μάθετε ὅλα μὲ ἀκρίβειαν καὶ πολλὴν πνευματικὴν κατάρτισιν θὰ ἀντλήσετε ἀπὸ ἐκεῖ. Εἰς αὐτὸ καὶ σᾶς προτρέπω. Ὄχι διὰ νὰ ἀναγνώσωμεν μόνον τὰ γραφόμενα ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ τὰ μιμηθοῦμεν καὶ νὰ μὴν προβάλλωμεν ὡς δικαιολογίαν οὔτε τὴν πατρίδα, οὔτε τὴν ἀνατροφήν, οὔτε τὴν κακίαν τῶν προγόνων. Ἄν θέλωμεν νὰ προσέξωμεν τὸν ἑαυτόν μας, τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν θὰ μᾶς ἐμποδίσῃ. Διότι καὶ ὁ Ἀβραὰμ εἶχε πατέρα εἰδωλολάτρην, δὲν ἐσυνέχισεν ὅμως τὴν παρανομίαν του. Καὶ ὁ Ἐζεκίας ἐπίσης τὸν Ἄχαζ, ἀλλ’ ὅμως καὶ αὐτὸς ἔγινε φίλος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Ἰωσὴφ εἰς τὸ κέντρο τῆς Αἰγύπτου τότε ἐκέρδισε τὸν στέφανον τῆς σωφροσύνης, καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ τρεῖς παῖδες εἰς τὴν καρδίαν τῆς Βαβυλῶνος καὶ εἰς τὸ κέντρον τοῦ ἀνακτόρου, ἐνῷ ἦτο ἐμπρὸς των ἐστρωμένη συβαριτικὴ[8] τράπεζα, ἔδειξαν τὸ ἅκρον ἄωτον τῆς πνευματικότητος. Ἐπίσης ὁ Μωυσῆς μέσα εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ὁ Παῦλος ἐνώπιον ὅλης τῆς οἰκουμένης. Καὶ διὰ κανένα ἀπὸ αὐτοὺς δὲν εὑρέθη ἐμπόδιον εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς.

Αὐτὰ ἄς ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν νοῦν μας καὶ ἄς θέσωμεν ἐκποδὼν τὰς περιττὰς αὐτὰς προφάσεις καὶ δικαιολογίας καὶ ἄς ἀναλάβωμεν τοὺς ἰδρῶτας τῆς ἀρετῆς. Ἔτσι θὰ προσελκύσωμεν καὶ τὸν Θεὸν εἰς μεγαλυτέραν ἀγάπην πρὸς ἡμᾶς, θὰ τὸν πείσωμεν νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἀγῶνας μας καὶ θὰ ἀπολαύσωμεν τὰ αἰώνια ἀγαθά. Εἴθε νὰ τὰ ἐπιτύχωμεν ὅλοι ἡμεῖς, μὲ τὴν χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.




[1] Δευτερότοκος υἱὸς τοῦ Ἰακὼβ καὶ τῆς Λείας. Ἔλαβε μέρος μαζὶ μὲ τὸν Λευὶ εἰς τὴν ἄγριαν σφαγὴν τῶν Σιχεμιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀτιμάσει τὴν ἀδελφή τους Δείνα (Γεν. κεφ. 34). Τὰς συνεπείας τῆς πράξεώς των βλέπε εἰς Γεν. 45, 5-7. Ὁ Ἰακὼβ ἀπεδοκίμασε τὴν σφαγήν, ἀλλὰ ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων ἐπῃνέθη ὁ πατριωτικοθρησκευτικὸς ζῆλος τοῦ Συμεών.


[2] Γέν. 49, 7.


[3] Ὁ Χαναάν ἦτο υἱὸς τοῦ Χάμ, υἱοῦ τοῦ Νῶε. Ἐκ τοῦ Χαναὰν προέρχονται οἱ Χαναναῖοι, οἱ προϊσραηλῖται κάτοικοι τῆς Παλαιστίνης (Γεν. 10, 6).


[4] Πρόκειται περὶ τῆς εὐλογίας τοῦ Ἰακὼβ ὑπὸ τοῦ Ἰσαάκ. Ἀξίζει νὰ ἀναγνώσῃ κανεὶς ἐκ νέου τὴν ἀληθινὰ βιβλικὴν σκηνὴν τῆς εὐλογίας τοῦ Ἰακὼβ εἰς Γέν. 27, 25-29.


[5] Ἀμὼς 9, 7.


[6] Ὁ Πλάτων π.Χ. εἰς τὸ μέγα σύγγραμμα τῆς πρεσβυτικῆς του ἡλικίας, τοὺς Νόμους, θεσπίζει, μεταξὺ ἄλλων, αἱ γυναῖκες νὰ λαμβάνουν κάποια ἐκπαίδευσιν πολεμικήν, διὰ νὰ δύνανται τοὐλάχιστον νὰ ὑπερασπίζωνται τὰ τέκνα των, ὅταν κινδυνεύουν (Νόμοι 794, d).


[7] Ἀναφέρει ἐδῶ ὁ ἱ. Χρυσόστομος μερικὰ στοιχεῖα τῆς πρωτογόνου θρησκείας τῶν Αἰγυπτίων μὲ διάθεσιν εἰρωνίας.


[8] Σύβαρις, πόλις τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, φημισμένη διὰ τὸν πλοῦτον καὶ τὴν τρυφὴν μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἐζοῦσαν οἱ κάτοικοί της. Συβαριτισμὸς ἡ νοοτροπία ποὺ ἀποδέχεται τὸν συβαριτικὸν τρόπον ζωῆς.