Καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, ἐπυνθάνετο παρ’ αὐτῶν, ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Οἱ δὲ εἶπαν αὐτῷ· Ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαῖας».
1. Εἶδες ὅτι ὅλα γίνονται διὰ νὰ ἐλεγχθοῦν οἱ Ἰουδαῖοι; Ἐφ’ ὅσον δὲν τὸν ἔβλεπαν καὶ δὲν εἶχαν καταληφθῆ ἀπὸ τὸν φθόνον, ἔδιδαν εἰς τὰς προφητείας τὸ ἀληθὲς νόημά των. Ὅταν ὅμως εἶδαν τὴν δόξαν ποὺ ἐκέρδιζεν ἀπὸ τὰ θαύματα, ἐκυριεύθησαν ἀπὸ τὸν φθόνον καὶ ἐπρόδωσαν τὴν ἀλήθειαν. Ἡ ἀλήθεια ὅμως μὲ ὅλα αὐτὰ ἐξυψώνετο καὶ ἐσφυρηλατεῖτο ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της ἰσχυρότερα.
Πρόσεξε, λοιπόν, πῶς συμβαίνουν καὶ ἐδῶ ἀξιοθαύμαστα καὶ παράδοξα πράγματα. Μὲ κοινὴν συνεργασίαν μαθαίνουν κάτι περισσότερον οἱ βάρβαροι καὶ οἱ Ἰουδαῖοι καὶ διαφωτίζουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Οἱ Ἰουδαῖοι ἤκουσαν ἀπὸ τοὺς μάγους ὅτι ἀκόμη καὶ ἕνα ἀστέρι τὸν ἀνήγγειλεν εἰς τὴν χώραν τῶν Περσῶν. Οἱ μάγοι πάλιν ἐπληροφοροῦντο ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ὅτι δι’ αὐτὸν ποὺ τοὺς ἀνήγγειλε τὸ ἀστέρι καὶ οἱ προφῆται ἐπίσης εἶχαν πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὁμιλήσει ἐμπνευσθέντες ἀπὸ τὸν οὐρανόν. Καὶ τὸ θέμα τῆς ἐρωτήσεώς των ἔγινε διὰ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ ἔκθεσις διδασκαλίας μὲ μεγαλυτέραν σαφήνειαν καὶ ἀκρίβειαν.
Καὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας καὶ χωρὶς νὰ θέλουν ἀναγκάζονται νὰ διαβάσουν τὰς λέξεις ποὺ μαρτυροῦν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἐρμηνεύουν τὴν προφητείαν, ἔστω καὶ ὄχι ὁλόκληρον. Ἀνέφεραν δηλαδὴ τὴν Βηθλεὲμ ὅτι ἀπὸ αὐτὴν θὰ προέλθῃ αὐτὸς ποὺ θὰ ποιμάνῃ τὸν Ἰσραήλ, κολακεύοντες ὅμως τὸν βασιλέα δὲν ἐπρόσθεσαν τὴν συνέχειαν καὶ αὐτὴ ἦτο· «Αἱ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ’ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος. Καὶ διὰ ποῖον λόγον, παρατηρεῖ, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ἀπὸ ἐκεῖ, ἐζοῦσεν εἰς τὴν Ναζαρὲτ μετὰ τὴν γέννησίν του καὶ ἐσυσκότιζε τὴν προφητείαν;
Ἀλλὰ βέβαια δὲν τὴν ἐσυσκότισε παρὰ τὴν ἐπαρουσίασεν ἀκόμη σαφεστέραν. Διότι μὲ τὸ νὰ γεννηθῇ ἐδώ, ἐνῷ ἡ μητέρα του ἐκατοικοῦσε μονίμως ἐκεῖ, δείχνει ὅτι τὸ πράγμα ἔγινε κατ’ οἰκονομίαν. Διὰ τοῦτο βέβαια δὲν ἔφυγεν ἀπ’ ἐκεῖ εὐθὺς μόλις ἐγεννήθη, ἀλλὰ συνεπλήρωσε σαράντα ἡμέρας παρέχων τὴν δυνατότητα εἰς ἐκείνους, ποὺ θέλουν νὰ λεπτολογοῦν, νὰ ὑποβάλλουν τὰ πάντα εἰς ἀκριβῆ ἔλεγχον.
Διότι ἦσαν πολλὰ ἐκεῖνα ποὺ ἐπαρακινοῦσαν εἰς τὴν ἔρευναν αὐτήν, ἐὰν ἤθελαν νὰ προσέχουν. Ὅταν δηλαδὴ ἦλθαν οἱ μάγοι ἐξεσηκώθη ὁλόκληρος ἡ πόλις καὶ μαζὶ μὲ τὴν πόλιν ὁ βασιλεύς, ὁ προφήτης ὡδηγήθη εἰς τὸ μέσον, συνεκροτήθη μέγιστον δικαστήριον, καὶ ἄλλα πολλὰ ἔγιναν ἐκεῖ, τὰ ὁποῖα διηγεῖται ὁ Λουκᾶς ὅλα μὲ ἀκρίβειαν· λόγου χάριν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Ἄνναν, μὲ τὸν Συμεών, τὸν Ζαχαρίαν, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς βοσκούς. Αὐτὰ ὅλα ἦσαν ἱκανὰ διὰ νὰ δώσουν ἀφορμὴν εἰς αὐτοὺς ποὺ προσέχουν καὶ νὰ εὕρουν τὸ γεννηθέν. Διότι, ἄν ἐγνώρισαν τὸν τόπον οἱ μάγοι ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τὴν περσικὴ γῆν, πολὺ περισσότερον θὰ μποροῦσαν νὰ τὰ μάθουν αὐτὰ οἱ μονίμως κατοικοῦντες ἐκεῖ.
Ἐφανέρωσε λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τὸν ἑαυτόν του μὲ πολλὰ θαύματα. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἠθέλησαν νὰ τὸν ἰδοῦν, ἐκρύβη δι’ ἕνα ἐνδιάμεσον διάστημα καὶ ἐφανερώθη πάλιν ἀπὸ ἄλλην λαμπροτέραν ἀρχήν. Διότι οὔτε οἱ μάγοι τότε, οὔτε τὸ ἄστρον, ἀλλὰ τὸ διεκήρυττεν ὁ Πατήρ του εἰς τὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου. Ἐκατέβη καὶ τὸ Πνεῦμα ποὺ κατηύθυνε τὴν φωνὴν αὐτὴν εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ βαπτιζομένου. Καὶ ὁ Ἰωάννης ἐν συνεχείᾳ μὲ πλήρη παρρησίαν ἐφώναξεν εἰς ὅλην τὴν Ἰουδαίαν καὶ ἐγέμισε μὲ τὴν διδασκαλίαν αὐτὴν κάθε κατοικούμενον καὶ ἀκατοίκητον μέρος. Ἀλλὰ καὶ ἡ μαρτυρία διὰ τὰ θαύματα, ἡ γῆ, ἡ θάλασσα, ὅλη ἡ κτίσις ἐβροντοφώναξε δι’ αὐτόν. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὠδίνων ἐγίνοντο τόσα πολλά, ὅσα ἧτο φυσικὸν νὰ δείξουν ἀθορύβως αὐτὸν ποὺ εἶχεν ἔλθει. Διὰ νὰ μὴ λέγουν οἱ Ἰουδαῖοι· δὲν γνωρίζομεν πότε ἐγεννήθη, οὔτε εἰς ποῖον μέρος ἐξοικονομήθη ὅλη ἡ ἐπίσκεψις τῶν μάγων καὶ τὰ ἄλλα ποὺ εἴπαμεν. Ὥστε καμμίαν δικαιολογίαν δὲν ἠμποροῦν νὰ προβάλλουν, ποὺ δὲν ἐζήτησαν τὸ γεννηθέν.
2. Πρόσεξε τώρα τὴν ἀκρίβειαν τῆς προφητείας. Δὲν εἶπε· θὰ μείνῃ εἰς τὴν Βηθλεέμ, ἀλλά· «θὰ προέλθη». Ὥστε καὶ τοῦτο ἀπετέλει προφητείαν, ὅτι μόνον θὰ γεννηθῇ ἐκεῖ. Μερικοὶ ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς ὑποστηρίζουν μὲ ἀναισχυντίαν ὅτι αὐτὰ ἐλέχθησαν περὶ Ζοροβάβελ. Πῶς ὅμως ἠμποροῦν νὰ δικαιολογηθοῦν; Δὲν ἠμποροῦν, βέβαια, ἐπειδή· «Αἱ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ’ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος» καὶ πῶς αὐτὸ ποὺ ἐλέχθη εἰς τὴν ἀρχὴν θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς αὐτόν; Διότι δὲν ἐγεννήθη βέβαια εἰς τὴν Ἰουδαῖαν, ἀλλ’ εἰς τὴν Βαβυλῶνα. Διὰ τοῦτο ὠνομάσθη ἄλλωστε Ζοροβάβελ, ἐπειδὴ ἐκεῖ τὸν συνέλαβεν ἡ μητέρα του. Ὅσοι γνωρίζουν τὴν γλῶσσαν τῶν Σύρων, ἐννοοῦν αὐτὸ ποὺ λέγομεν. Ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὰ λεχθέντα καὶ ὅλος ὁ χρόνος ποὺ ἠκολούθησεν ἀρκεὶ διὰ νὰ στηρίξῃ τὴν μαρτυρίαν. Τὶ μᾶς λέγει; «Οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα». Καὶ προσθέτει καὶ τὴν αἰτίαν τῆς λαμπρότητος μὲ τὸν λόγον ὅτι· «Ἀπὸ σὲ θὰ προέλθῃ». Καὶ κανεὶς ἄλλος δὲν ἐλάμπρυνε τὸ μέρος ἐκεῖνο παρὰ αὐτὸς μόνον.
Ἔπειτα λοιπὸν ἀπὸ τὴν γέννησιν ἐκείνην ἔρχονται ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης διὰ νὰ ἰδοῦν τὴν φάτνην καὶ τὴν θέσιν τῆς καλύβης, πρᾶγμα ποὺ κατὰ ἔμπνευσιν τοῦ οὐρανοῦ προανήγγειλεν ὁ προφήτης λέγων· «Οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα», δηλαδὴ ὡς πρὸς τοὺς φυλάρχους. Εἰς τὸν λόγον αὐτὸν συμπεριέβαλε καὶ τὴν Ἰερουσαλήμ. Καὶ πάλιν ὅμως δὲν ἐπρόσεχαν, μολονότι ἡ ὠφέλεια μετέβαινεν εἰς αὐτούς. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ προφῆται πουθενὰ εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν ὁμιλοῦν περὶ τοῦ ἀξιώματός του τόσον, ὅσον περὶ τῆς εὐεργεσίας ποὺ δέχονται ἀπὸ αὐτόν. Διότι ὅταν ἐγεννοῦσεν ἡ παρθένος, ὁ προφήτης λέγει· καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν». Καὶ προσθέτει· «Αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαόν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν». Ἀλλὰ καὶ οἱ μάγοι δὲν ἔλεγαν ποῦ εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων. Καὶ ἐδῶ πάλιν δὲν εἶπεν ὅτι ἀπὸ σὲ θὰ προέλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀλλ’ «Ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ». Διότι ἔπρεπεν εἰς τὸ προοίμιον τῆς ζωῆς του νὰ γίνεται μετριοπαθέστερος λόγος, διὰ νὰ μὴ σκανδαλίζωνται καὶ νὰ γίνεται διδασκαλία περὶ τῆς σωτηρίας των, διὰ νὰ προσελκύωνται ἔτσι περισσότερον.
Αἱ μαρτυρίαι λοιπὸν ποὺ προσκομίζονται πρῶται καὶ ποὺ ἐπαρουσιάσθησαν εὐθὺς κατὰ τὸν χρόνον τῆς γεννήσεως, δὲν λέγουν δι’αὐτὸν τίποτε μεγάλο οὔτε ὑψηλόν, ὅπως ὅσαι ἀκολουθοῦν μετὰ τὴν ἐμφάνισιν τῶν σημείων. Αὐταὶ αἱ τελευταῖαι ὁμιλοῦν περὶ τοῦ ἀξιώματός του μεγαλοφωνότερα. Ὅταν ὅμως ἔπειτα ἀπὸ πολλὰ θαύματα τὰ παιδιὰ ἔψαλλαν ὕμνους εἰς αὐτόν, ἄκουσε τὶ λέγει ὁ προφήτης· «Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον». Καὶ ἀλλοῦ· «Ὄψομαι τοὺς οὐρανοὺς ἔργα τῶν δακτύλων σου». Τοῦτο τὸν παρουσιάζει ὡς δημιουργὸν τοῦ παντός. Ἀλλὰ καὶ ἡ μαρτυρία ποὺ παρεσχέθη μετὰ τὴν ἀνάληψιν τὸν ἀνακηρύττει ὁμότιμον πρὸς τὸν Πατέρα· «Εἶπε γὰρ ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου», λέγει, «κάθου ἐκ δεξιῶν μου». Καὶ ὁ Ἠσαΐας λέγει· «Ὁ ἀνιστάμενος ἄρχειν ἐθνῶν ἐπ’ αὐτῶν ἔθνη ἐλπιοῦσιν». Πῶς ὅμως λέγει ὅτι ἡ Βηθλεὲμ δὲν εἶναι ἐλαχίστη ὡς πρὸς τοὺς ἡγεμόνας τοῦ Ἰσραήλ; Διότι ὄχι μόνον εἰς τὴν Παλαιστίνην ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον ἔγινεν ἡ κώμη περίβλεπτος. Ἀλλὰ τότε ὁ λόγος ἀφοροῦσε τοὺς Ἰουδαίους, διὰ τοῦτο καὶ ἐπρόσθεσε· «θὰ ποιμάνῃ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ». Μολονότι ἔγινε ποιμὴν τῆς οἰκουμένης. Ἀλλά, ὅπως εἶπα, δὲν ἤθελε τότε νὰ σκανδαλίσῃ ἀποκαλύπτων τὸν λόγον ποὺ ἀφοροῦσε τὰ ἔθνη.
Καλά, καὶ πῶς τὸν ἐποίμανε, λέγει, τὸν Ἰουδαϊκὸν λαόν; Βεβαίως ἔγινε τοῦτο. Διότι λέγων ἐδῶ Ἰσραὴλ ὑπονοεῖ ὅσους ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. Τοῦτο ἀκριβῶς ἐξηγῶν ὁ Παῦλος ἔλεγεν· «Οὐ γὰρ πάντες οἱ ἐξ Ἰσραήλ, οὖτοι Ἰσραήλ, ἀλλ’ ὅσοι διὰ πίστεως καὶ ἐπαγγελίας ἐγεννήθησαν» Ἄν δὲν τοὺς ἐποίμανεν ὅλους, ἡ αἰτία καὶ ἡ κατηγορία εἶναι ἰδική των. Δὲν εἶχαν δηλαδὴ ἀκούσει τίποτε περὶ δικαστηρίων οὔτε περὶ εὐθυνῶν, ἤκουσαν μόνον δι’ἕνα ἥμερον καὶ πρᾶον ποιμένα καὶ ἐνῷ ἔπρεπε νὰ προσκυνήσουν μαζὶ μὲ τοὺς μάγους καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Θεόν, ἀφοῦ ἔφθασε μιὰ τέτοια στιγμὴ ποὺ νὰ ἀφεθοῦν τὰ ἁμαρτήματά των, αὐτοὶ κάμουν τὸ ἀντίθετον· ταράσσονται, προκαλοῦν ἀνησυχίαν, πλέκουν ἀπείρους σκευωρίας.
«Τότε ὁ Ἡρώδης καλέσας λάθρα τοὺς μάγους, ἠκρίβωσε παρ’ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος». Ἀπέβλεπεν εἰς τὸν φόνον τοῦ νεογεννήτου, πρᾶγμα ποὺ ἐμαρτυροῦσεν ἐσχάτην ἀνοησίαν καὶ ὄχι μόνον παραφροσύνην. Διότι ὅσαν εἶχαν λεχθῆ καὶ συμβῆ ἦσαν ἀρκετὰ νὰ τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν προσπάθειαν. Ἀφοῦ μάλιστα τὰ συμβάντα ἦσαν ὑπερανθρώπινα, τὸ νὰ καλέσῃ δηλαδὴ τὸ ἄστρον ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τοὺς μάγους καὶ νὰ ἐπιχειρήσουν τόσον μακρυνὸν ταξίδι ἄνδρες βάρβαροι, διὰ νὰ προσκυνήσουν ἐκεῖνον ποὺ ἐκοίτετο εἰς τὰ σπάργανα καὶ τὴν φάτνην, καὶ τὸ νὰ προαναγγείλουν ὅλα αὐτὰ οἱ προφῆται μὲ θεῖον ὁρισμόν, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἦσαν ἀνώτερα ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλ’ ὅμως κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν τὸν συνεκράτησε.
3. Τέτοια εἶναι ἡ πονηρία· πέφτει εἰς τὰς παγίδας ποὺ στήνει καὶ πάντοτε ἐπιχειρεῖ ἔργα ἀκατόρθωτα.
Πρόσεξε τώρα τὴν ἀνοησίαν. Ἐὰν ἐπίστευεν εἰς τὴν προφητείαν καὶ τὴν ἐθεωροῦσεν ἀμετακίνητον, θὰ ἦτο ὁλοφάνερον ὅτι ἐπιχειροῦσεν ἀδύνατα πράγματα. Ἄν πάλιν δὲν ἐπίστευε καὶ ἐπερίμενεν ὅτι θὰ πραγματοποιηθοῦν τὰ λεγόμενα, δὲν ἔπρεπε νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φοβᾶται, οὔτε νὰ ἐπιδίδεται εἰς ἐπιβουλάς. Ὥστε εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς ὁ δόλος ἦτο περιττός.
Καὶ τοῦτο ὅμως εἶναι ἀπόδειξις ἐσχάτης ἀνοησίας, ἡ ἰδέα ὅτι οἱ μάγοι θὰ προτιμοῦσαν αὐτὰ ἀπὸ τὸ νεογέννητον, χάριν τοῦ ὁποίου ἀνέλαβαν τόσον μεγάλο ταξίδι. Διότι ἄν ἐφλέγοντο τόσον ἀπὸ τὸν πόθον προτοῦ τὸ ἰδοῦν, ἀφοῦ τὸ εἶδαν καὶ ἐβεβαιώθησαν ἀπὸ τὴν προφητείαν, πῶς ἤλπιζεν ὅτι θὰ τοὺς πείσῃ νὰ προδώσουν εἰς αὐτὸν τὸ παιδί;
Μολονότι ὅμως τόσον πολλὰ τὸν ἀπέτρεπαν, ἐκεῖνος ἐσυνέχιζε· «Καὶ καλέσας λάθρα τοὺς μάγους, ἐπυνθάνετο παρ’ αὐτῶν». Ἐνόμιζεν ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι ἐπροστάτευαν τὸ παιδί, δὲν ἤλπισεν ὅτι θὰ ἔφθαναν εἰς τέτοιο σημεῖο μανίας, ὥστε νὰ θέλουν νὰ παραδώσουν εἰς τοὺς ἐχθρούς του τὸν προστάτην καὶ Σωτῆρα των, ποὺ ἦλθε διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἔθνους των. Διὰ τοῦτο καὶ τοὺς καλεῖ κρυφὰ καὶ ζητεῖ τὸν χρόνον ὄχι τοῦ παιδιοῦ ἀλλὰ τοῦ ἄστρου, προσέχων ἰδιαιτέρως τὸ θήραμα. Διότι μοῦ φαίνεται ὅτι τὸ ἄστρον ἐφάνη πρὸ πολλοῦ χρόνου. Ὁ Χριστὸς ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὴν προσκύνησιν μέσα εἰς τὰ σπάργανα ἀκόμη, διὰ νὰ φανῇ τὸ ἀξιοθαύμαστον καὶ παράδοξον γεγονός. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ τοὺς χρειασθῇ πολὺς χρόνος διὰ τὸ ταξίδι των, διὰ νὰ φθάσουν οἱ μάγοι ἐγκαίρως εἰς τὸ νεογέννητον, διὰ τοῦτο τὸ ἄστρον παρουσιάζεται πρὸ πολλοῦ χρόνου. Διότι ἄν ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν ἀνατολὴν εἰς αὐτούς, τὴν στιγμὴν ποὺ ἐγεννᾶτο εἰς τὴν Παλαιστίνην, ἀπὸ τὸν πολὺν χρόνον ποὺ θὰ τοὺς ἐχρειάζετο διὰ τὴν ὁδοιπορίαν των, ὅταν ἔφθαναν δὲν θὰ τὸν ἔβλεπαν εἰς τὰ σπάργανα.
Καὶ ἐὰν φονεύῃ ἀπὸ διετῆ παιδιὰ καὶ πιὸ κάτω, ἄς μὴ ἀπορήσωμεν· ὁ θυμὸς ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὁ φόβος ἀφ’ ἑτέρου προσέθεσαν περισσότερον χρόνον χάριν περισσοτέρας ἀσφαλείας, ὥστε νὰ μὴ διαφύγῃ κανείς. Ἀφοῦ τοὺς ἐκάλεσε λοιπόν, τοὺς λέγει· «Πορευθέντες ἀκριβῶς ἐξετάσατε περὶ τοῦ παιδίου· ἐπὰν δὲ εὕρητε, ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ».
Βλέπεις τὴν ἀνοησίαν; Ἄν τὰ λέγῃς αὐτὰ μὲ εἰλικρίνειαν, διατὶ ἐρωτᾶς κρυφά; Ἄν ὅμως σχεδιάζῃς ἐπιβουλήν, πῶς δὲν ἀντελήφθης ὅτι θὰ κατανοήσουν οἱ μάγοι τὸν δόλον ἀπὸ τὴν μυστικότητα τῆς ἐρωτήσεως; Τὸ εἶπα ὅμως· ψυχὴ ποὺ κατελήφθη ἀπὸ τὴν πονηρίαν γίνεται τὸ πλέον ἀνόητο πράγμα.
Καὶ δὲν τοὺς εἶπε, πηγαίνετε νὰ μάθετε διὰ τὸν βασιλέα, ἀλλά· «Διὰ τὸ παιδί»· δὲν εἶχε τὴν δύναμιν οὔτε τὸ εἶδος τῆς ἐξουσίας του νὰ κατονομάσῃ. Τίποτε ὅμως ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἀντελήφθησαν οἱ μάγοι λόγῳ τῆς πολλῆς εὐλαβείας των· δὲν ἐσκέφθησαν ὅτι θὰ ἔφθανεν ἐκεῖνος εἰς τέτοιο σημεῖον κακίας καὶ ὅτι θὰ ἔκαμε τέτοιο ἀξιοθαύμαστον σχέδιον ἐπιβουλῆς. Φεύγουν λοιπὸν χωρὶς καμμίαν ὑποψίαν ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν των ἔκριναν καὶ τὴν συμπεριφορὰν τῶν ἄλλων· «Καὶ ἰδού, ὁ ἀστὴρ ὅν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ, προῆγεν αὐτούς». Διότι εἶχε κρυβῆ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς· νὰ χάσουν τὸν ὁδηγόν, καὶ νὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσουν τοὺς Ἰουδαίους καὶ νὰ γίνῃ τὸ πρᾶγμα πασίδηλον. Ὅταν λοιπὸν ἠρώτησαν καὶ εἶχαν ὡς πληροφοριοδότας τοὺς ἐχθρούς του, φαίνεται πάλιν εἰς αὐτούς. Καὶ πρόσεξε τὴν ἀρίστην ἀκολουθίαν τῶν γεγονότων. Ἐξ αἰτίας τοῦ ἄστρου τοὺς δέχεται ὁ λαὸς τῶν Ἰουδαίων καὶ ὁ βασιλεύς, προσκομίζουν τὴν μαρτυρίαν τοῦ προφήτου ποὺ ὁμιλεῖ διὰ τὸ φαινόμενον. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὸν προφήτην τοὺς παραλαμβάνει πάλιν ὁ ἄγγελος καὶ τοὺς τὰ ἐξηγεῖ ὅλα. Καὶ μὲ τὴν ὁδηγίαν τοῦ ἄστρου βαδίζουν τότε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα εἰς τὴν Βηθλεέμ. Τὸ ἄστρον τοὺς συνώδευσε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ. Διὰ νὰ μάθῃς καὶ ἀπὸ αὐτό, ὅτι δὲν ἦτο ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ἄστρα, ἐπειδὴ οὔτε ἕνα ἄστρον δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν φύσιν. Καὶ δὲν ἐπροχωροῦσεν ἁπλῶς, ἀλλὰ τοὺς ἔσυρεν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τοὺς καθωδηγοῦσεν ἡμέρα μεσημέρι.
Καὶ τὶ ἐχρειάζετο τὸ ἄστρον τοῦτο, ἐρωτᾷ, ἀφοῦ εἶχε γίνει γνωστὸν τὸ μέρος;
Διὰ νὰ γίνῃ ὁρατὸν καὶ τὸ παιδί. Διότι δὲν ὑπῆρχε κανένα σημεῖον ποὺ νὰ τὸ δεικνύῃ· οὔτε τὸ σπίτι ἦτο μεγαλοπρεπές, οὔτε ἡ μητέρα λαμπρὰ καὶ ἐπίσημος. Ἐχρειάζετο λοιπὸν τὸ ἄστρον ποὺ θὰ τοὺς ἐσταματοῦσεν εἰς τὸν ὡρισμένον τόπον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐμφανίζεται εἰς αὐτούς, ὅταν ἐξῆλθαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ δὲν ἐσταμάτησε προηγουμένως, ὥσπου ἔφθασαν εἰς τὴν φάτνην. Τὸ θαῦμα συνεδυάζετο μὲ θαῦμα, διότι καὶ τὰ δύο ἦσαν παράδοξα· καὶ οἱ μάγοι ποὺ προσκυνοῦν καὶ τὸ ἄστρον ποὺ ὡδηγοῦσεν, ἀλλὰ καὶ ἱκανὰ ἦσαν νὰ ἀποσπάσουν τὴν προσοχὴν ἀνθρώπων ἀπὸ λίθον. Διότι ἄν οἱ μάγοι ἔλεγαν, ὅτι ἤκουσαν ἀπὸ τοὺς προφήτας νὰ τὰ λέγουν αὐτὰ ἤ ὅτι οἱ ἄγγελοι εἶχαν εἰς αὐτοὺς ὁμιλήσει ἰδιαιτέρως, θὰ ἠμποροῦσαν νὰ μὴν γίνουν πιστευτοί. Τώρα ὅμως, ποὺ ἐφαίνετο τὸ ἄστρον εἰς τὸν οὐρανόν, ἀπεστομώνοντο καὶ οἱ πλέον ἀναίσχυντοι. Καὶ ἔπειτα ὅταν ἔφθασεν ἐπάνω ἀπὸ τὸ παιδί, τὸ ἄστρον ἐσταμάτησε πάλιν. Καὶ τοῦτο ὑπερέβαλλε τὴν δύναμιν τοῦ ἄστρου, τώρα νὰ κρύπτεται, ἔπειτα νὰ φαίνεται καὶ μετὰ τὴν ἐμφάνισιν νὰ σταματᾷ.
Ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἐκεῖνοι ἐλάμβαναν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν πίστιν των. Καὶ διὰ τοῦτο ἐχάρησαν· ἐπειδὴ εὑρῆκαν ὅ,τι ἐζητοῦσαν, ἐπειδὴ ἔγιναν ἀγγελιοφόροι τῆς ἀληθείας, ἐπειδὴ δὲν ἔκαμαν ἄδικα τόσον δρόμον. Τόσον μέγας ἦτο ὁ πόθος των διὰ τὸν Χριστόν. Καὶ ἀφοῦ ἦλθεν ἐστάθη ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν του καὶ ἐδείκνυεν ὅτι τὸ παιδὶ ἦτο θεῖον. Καὶ ἀφοῦ ἐστάθη ὠθεῖ εἰς προσκύνησιν ὄχι ἁπλῶς βαρβάρους ἀλλὰ τοὺς πλέον σοφοὺς μεταξὺ αὐτῶν. Βλέπεις ὅτι εὐλόγως ἐνεφανίσθη τὸ ἄστρον; Ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν προφητείαν καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐξήγησιν τῶν ἀρχιερέων καὶ γραμματέων, ἐπρόσεχαν εἰς αὐτό.
Ἄς ἐντρέπεται ὁ Μαρκίων, ἄς ἐντρέπεται ὁ Παῦλος ἀπὸ τὰ Σαμόσατα, ποὺ δὲν ἠθέλησαν νὰ ἰδοῦν ὅ,τι εἶδαν οἱ μάγοι, οἱ πρόδρομοι τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἐντρέπομαι νὰ τοὺς ἀποκαλῶ ἔτσι. Ἄς ἐντρέπεται ὁ Μαρκίων βλέπων τὸν Θεὸν ἐνσαρκωμένον νὰ δέχεται προσκύνησιν. Ἄς ἐντρέπεται ὁ Παῦλος βλέπων νὰ προσκυνῆται ὄχι ὡς ἁπλοῦς ἄνθρωπος. Ὅτι εἶναι ἔνσαρκος τὸ φανερώνουν τὰ σπάργανα καὶ ἡ φάτνη· ὅτι τὸν προσκυνοῦν ὄχι ὡς ἁπλοῦν ἄνθρωπον τὸ φανερώνουν μὲ τὴν προσφορὰν τόσων δώρων εἰς ἐντελῶς ἄωρον ἡλικίαν, τὰ ὁποῖα φυσικὸν ἦτο νὰ προσφέρουν εἰς Θεόν. Ἄς ἐντρέπωνται μαζί τους καὶ οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ τοὺς βλέπουν νὰ καταφθάνουν, ἄν καὶ βάρβαροι καὶ μάγοι, καὶ δὲν θέλουν ἐν τούτοις οὔτε ἔπειτ’ ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ἔλθουν. Τὰ ὅσα ἐγίνοντο τότε ἦσαν προτύπωσις τῶν μελλοντικῶν, καὶ ἐγίνετο φανερὸν ἀμέσως ἀπὸ τὰ προοίμια ὅτι τὰ ἔθνη θὰ ἔφθαναν τὸν Ἰουδαϊκὸν λαόν.
Ἀλλὰ διατί, ἐρωτᾷ, δὲν τὸ εἶπεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἀλλὰ ἀργότερα· «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη»;
Διότι, ὅπως εἶπα, ὅ,τι συμβαίνει ἦτο διὰ νὰ γίνῃ προτύπωσις, ἕνα εἶδος προαναγγελία. Τὸ λογικὸν θὰ ἦτο νὰ προσέλθουν πρῶτοι οἱ Ἰουδαῖοι. Ἐπειδὴ ὅμως μὲ τὴν θέλησίν των ἐπεριφρόνησαν τὴν πρὸς αὐτοὺς εὐεργεσίαν, τὰ πράγματα ἔγιναν ἀντιστρόφως. Ἄλλως οὔτε ἐδῶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθουν οἱ μάγοι πρὸ τῶν Ἰουδαίων οὔτε νὰ προλάβουν ἐκεῖνοι ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τόσην ἀπόστασιν αὐτοὺς ποὺ ἔμεναν εἰς τὴν ἴδιαν πόλιν· οὔτε αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶχαν ἀκούσει τίποτε νὰ προφθάσουν αὐτοὺς ποὺ εἶχαν μεγαλώσει μέσα εἰς τόσον πολλὰς προφητείας. Ἐπειδὴ ἔδειξαν ὑπερβολικὴν ἄγνοιαν διὰ τὰ ἰδικά των προνόμια, προλαμβάνουν οἱ ὁδοιπόροι τῆς Περσικῆς τοὺς κατοίκους τῶν Ἱεροσολύμων, πρᾶγμα ποὺ λέγει καὶ ὁ Παῦλος· «Ὑμῖν ἀναγκαῖον ἦν πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Κυρίου· ἐπειδὴ δὲ ἀναξίους ἑαυτοὺς ἐκρίνατε ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη». Καὶ ἄν ἀκόμη δὲν ἐπείθοντο πρὶν ἀπὸ τοῦτο, ἔπρεπε νὰ τρέξουν ὅταν τουλάχιστον ἤκουσαν ἀπὸ τοὺς μάγους. Δὲν ἠθέλησαν· καὶ διὰ τοῦτο ἐνῷ ἐκεῖνοι ἐκοιμῶντο, προσέρχονται αὐτοί.
5. Ἄς ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν τοὺς βαρβάρους μάγους καὶ ἄς ἀπαλλαγοῦμεν ἀπὸ τὴν βάρβαρον συνήθειαν καὶ ἄς βαδίσωμεν μακρυνὴν ἀπόστασιν, διὰ νὰ ἰδοῦμεν τὸν Χριστόν, διότι καὶ ἐκεῖνοι, ἄν δὲν ἐταξίδευαν μακρὰν ἀπὸ τὴν γῆν των, δὲν θὰ τὸν ἔβλεπαν. Ἄς ἀφήσωμεν τὰ γήινα πράγματα. Διότι οἱ μάγοι, ἐνόσῳ εὑρίσκοντο εἰς τὴν Περσίαν ἔβλεπαν τὸ ἄστρον, ὅταν ὅμως ἐγκατέλειψαν τὴν Περσίαν, ἀντίκρυσαν τὸν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης. Ἤ μᾶλλον οὔτε τὸ ἄστρον θὰ ἔβλεπαν, ἄν δὲν ἀναχωροῦσαν προθύμως ἀπὸ αὐτήν.
Ἄς σηκωθοῦμεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς. Καὶ ἄν ταράσσωνται ὅλοι,ἐμεῖς ἄς τρέξωμεν πρὸς τὸ σπίτι τοῦ παιδιοῦ. Καὶ ἄν μᾶς ἐμποδίζουν εἰς τὸν δρόμον μας αὐτὸν εἴτε βασιλεῖς εἴτε πλήθη εἴτε τύραννοι, ἄς μὴν ἀφήσωμεν τὸν πόθον μας νὰ σβήσῃ. Ἔτσι θὰ ἀποκρούσωμεν τὰ δεινὰ ποὺ μᾶς ἀπειλοῦν. Διότι καὶ αὐτοί, ἄν δὲν ἔβλεπαν τὸ παιδί, δὲν θὰ ἐξέφευγαν τὸν κίνδυνον ἐκ μέρους τοῦ βασιλέως. Πρὶν ἰδοῦν τὸ παιδὶ ἐπρομηνύοντο ἀπὸ παντοῦ φόβοι καὶ κίνδυνοι καὶ ταραχαί· μετὰ τὴν προσκύνησιν ἡ γαλήνη καὶ ἡ ἀσφάλεια. Ὄχι πλέον ἄστρον ἀλλὰ τοὺς ἀναλαμβάνει ὁ ἄγγελος, ἀφοῦ ἔγιναν ἔπειτα ἀπὸ τὴν προσκύνησιν ἱερεῖς, ἀφοῦ ἄλλωστε προσφέρουν καὶ δῶρα.
Ἄφησε λοιπὸν καὶ σὺ τὸν Ἰουδαϊκὸν λαόν, τὴν πόλιν ποὺ ταράσσεται, τὸν αἱμοδιψῆ τύραννον, τὴν πλάνην τοῦ βίου καὶ σπεῦσε εἰς τὴν Βηθλεέμ, ὅπου εἶναι ὁ οἶκος τοῦ ἄρτου τοῦ πνευματικοῦ. Ἄν εἶσαι βοσκὸς καὶ ἔλθῃς ἐδῶ, θὰ ἰδῇς τὸ παιδὶ εἰς τὸ κατάλυμμα. Ἄν εἶσαι βασιλεὺς καὶ δὲν ἔλθῃς, εἰς τίποτε δὲν σὲ ὠφελεῖ ἡ πορφύρα. Ἄν εἶσαι μάγος, κανένα ἐμπόδιον ἀπὸ τὴν ἰδιότητάν σου, φθάνει νὰ ἔλθῃς διὰ ν’ ἀποδώσῃς τιμὴν καὶ προσκύνησιν καὶ ὄχι νὰ καταπατήσῃς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ· ἄν προσέλθῃς μὲ τρόμον καὶ χαρὰν – διότι εἶναι δυνατὸν νὰ συνδυασθοῦν αὐτὰ τὰ δύο. Πρόσεξε μόνον μὴ ὁμοιάσῃς μὲ τὸν Ἡρώδην καὶ εἰπῇς· Διὰ νὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ νὰ τὸν προσκυνήσω, καὶ ὅταν» ἔλθῃς νὰ τὸν φονεύσῃς. Διότι μὲ αὐτὸν ὁμοιάζουν ὅσοι μετέχουν ἀνάξια εἰς τὰ μυστήρια. «Ἔνοχος γάρ», μᾶς λέγει, «ὁ τοιοῦτος ἔσεται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου. Διότι ἔχουν μέσα των τὸν τύραννον ποὺ βασανίζεται ἀπὸ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι παρανομώτερος ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν Ἡρώδην, τὸν τύραννον Μαμωνᾶν. Αὐτὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ στέλλει τοὺς ἰδικούς του, διὰ νὰ προσκυνήσουν κατὰ τύπους, ποὺ φονεύουν ὅμως κατὰ τὴν προσκύνησιν.
Ἄς φοβηθοῦμεν λοιπόν μήπως λαμβάνωμεν κάποτε τὴν μορφὴν τῶν ἱκετῶν ὡς προσκυνητῶν, δείξωμεν ὅμως εἰς τὴν πρᾶξιν συμπεριφορὰν ἀντίθετον. Ἄς πετάξωμεν τὰ πάντα ἀπό τὰ χέρια μας, ὅταν πρόκειται νὰ προσκυνήσωμεν. Ἄν ἔχωμεν χρυσόν, ἄς τὸν προσφέρωμεν εἰς αὐτὸν καὶ ἄς μὴ τὸν κρύψωμεν εἰς τὴν γῆν. Ἄν οἱ βάρβαροι τότε ἐκεῖνοι τὸν προσέφεραν τιμητικῶς, ποῖος εἶσαι σὺ ποὺ δὲν δίδεις εἰς αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀνάγκην; Ἐὰν ἐκεῖνοι ἔκαμαν τόσον δρόμον, διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν γεννηθέντα, τὶ θὰ ἀπολογηθῇς σύ, ποὺ μήτε ἕνα στενορύμι δὲν ἐπέρασες διὰ νὰ ἐπισκεφθῇς ἕναν ἄρρωστον καὶ φυλακισμένον; Μολονότι, ὅταν ὑποφέρουν καὶ εἶναι φυλακισμένοι, ἐλεοῦμε καὶ τοὺς ἐχθρούς. Σὺ ὅμως δὲν ἐλεεῖς οὔτε τὸν εὐεργέτην καὶ Κύριόν σου. Καὶ ἐκεῖνοι προσέφεραν χρυσόν· ἐνῷ σὺ μὲ δυσκολίαν δίδεις ὀλίγο ψωμί. Ἐκεῖνοι εἶδαν τὸ ἄστρον καὶ ἐχάρησαν· σὺ ὅμως μολονότι βλέπεις τὸν ἴδιον τὸν Χριστὸν νὰ εἶναι ξένος καὶ γυμνός, δὲν σκύβεις ἐπάνω του. Ποῖος ἀπὸ σᾶς, ποὺ ἐδέχθητε ἀπείρους εὐεργεσίας, ἐπεχείρησε χάριν τοῦ Χριστοῦ τόσον μεγάλο ταξίδι, ὅσον ἐκεῖνοι οἱ βάρβαροι ἤ μᾶλλον ἐκεῖνοι οἱ φιλοσοφώτεροι ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους;
Καὶ διατὶ λέγω τόσον δρόμον; Πολλαὶ γυναῖκες τόσον πολὺ μᾶς κάμνουν τὰς ἀδυνάτους, ὥστε μήτε ἕνα δρομάκι δὲν περνοῦν, διὰ νὰ τὰς ἰδοῦν ἐπάνω εἰς τὴν πνευματικὴν φάτνην, ἄν δὲν ἐξασφαλίσουν ὑποζύγιον. Ἄλλοι δὲ ποὺ δύνανται νὰ βαδίσουν, εἴτε θέτουν εἰς τὴν πρώτην μοῖραν τὸ πλῆθος τῶν βιοτικῶν φροντίδων εἴτε προτιμοῦν τὰ θέατρα ἀπὸ τὸ νὰ ἔλθουν ἐδῶ. Καὶ οἱ μὲν βάρβαροι προτοῦ νὰ ἰδοῦν διήνυσαν τόσον δρόμον πρὸς χάριν του. Σὺ ὅμως καὶ ἀφοῦ τὸν εἶδες, δὲν ζηλεύεις ἐκείνους ἀλλὰ τὸν ἀφήνεις μόλις τὸν εἶδες καὶ τρέχεις διὰ νὰ παρακολουθήσεις τὸν μῖμον - ἔρχομαι πάλιν εἰς αὐτὰ ποὺ ἔλεγα καὶ προηγουμένως. Καὶ ἀφήνεις τὸν Χριστὸν ἐνῷ τὸν βλέπεις ἐπάνω εἰς τὴν φάτνην, διὰ νὰ ἰδῇς γυναῖκας ἐπάνω εἰς τὴν σκηνήν. Διὰ πόσους κεραυνοὺς δὲν εἶναι ἄξια ὅλα αὐτά;
5. Εἰπέ μου. Ἄν σοῦ ὑπόσχετο κάποιος ὅτι θὰ σὲ ὡδηγοῦσε εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ θὰ σοῦ ἔδειχνε τὸν βασιλέα εἰς τὸν θρόνον, θὰ ἐπροτιμοῦσες ἄραγε νὰ ἰδῇς τὸ θέαμα καὶ ὄχι τὰ ἀνάκτορα; Μολονότι καὶ ἀπὸ αὐτὰ βέβαια δὲν ἔχεις νὰ κερδίσῃς τίποτε. Ἐνῷ ἐδῶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν τράπεζα ἀναβλύζει πυρίνη, πνευματικὴ πηγή, ποὺ σὺ τὴν ἀφήνεις καὶ τρέχεις εἰς τὸ θέατρον, νὰ ἰδῇς γυναῖκας ποὺ κολυμβοῦν καὶ ἐξευτελίζουν τὴν φύσιν των· ἀφήνεις τὸν Χριστὸν νὰ κάθεται κοντὰ εἰς τὴν πηγήν. Διότι καὶ τώρα κάθεται κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι, μόνον ποὺ δὲν συνομιλεῖ μὲ τὴν Σαμαρείτιδα ἀλλὰ μὲ ὁλόκληρον τὴν πόλιν· ἴσως ὅμως καὶ μὲ τὴν Σαμαρείτιδα μόνον. Διότι καὶ τώρα στέκεται κοντά του κανείς· ἀλλὰ μὲ τὰ σώματά των μόνον οἱ μέν, ἐνῷ οἱ δὲ οὔτε μὲ τὰ σώματα. Καὶ ὅμως αὐτὸς δὲν φεύγει, ἀλλὰ μένει καὶ ζητεῖ ἀπὸ ἡμᾶς ὄχι νὰ πιῇ νερό, ἀλλὰ ἁγιωσύνην. Διότι προσφέρει τὰ ἅγια εἰς τοὺς ἁγίους. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν πηγὴν τοῦ αἵματος, τὸ φρικτὸν ποτήριον, καὶ κατευθύνεσαι πρὸς πηγὴν διαβολικὴν, διὰ νὰ ἰδῇς πόρνην ποὺ κολυμβᾷ καὶ νὰ ὑπομείνῃς ἕνα ναυάγιον ψυχικόν. Διότι τὸ νερὸ ἐκεῖνο εἶναι πέλαγος ἀσελγείας, ποὺ δὲν κάμνει τὰ σώματα νὰ βουλιάζουν, ἀλλὰ προξενεῖ ψυχικὰ ναυάγια. Καὶ ἐκείνη μὲ γυμνὸ σῶμα κολυμβᾷ ἐνῷ σὺ βουλιάζεις εἰς τὸ πέλαγος τῆς ἀσελγείας. Αὐτὸ εἶναι τὸ δίκτυον τοῦ διαβόλου· ὄχι αὐτοὺς ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕδωρ ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ μολονότι κάθηνται ὑψηλὰ εἰς τὴν ὄχθην, τοὺς κάμνει νὰ βουλιάζουν εἰς τὸ νερὸ περισσότερο ἀπὸ ὅσους κυλίονται εἰς αὐτὸ καὶ τοὺς πνίγει χειρότερα ἀπὸ ὅ,τι τὸν Φαραώ, ποὺ κατεποντίσθη τότε μαζὶ μὲ ἵππους καὶ ἅρματα. Καὶ ἄν ἦτο δυνατὸν νὰ ἰδοῦμεν τὰς ψυχάς, θὰ μᾶς ἐπαρουσίαζε νὰ ἐπιπλέουν εἰς τὰ νερὰ αὐτά, ὅπως τότε τὰ σώματα τῶν Αἰγυπτίων.
Τὸ τραγικώτερον ὅμως εἶναι τοῦτο· ὅτι τὴν γενικὴν αὐτὴν καταστροφὴν τὴν ἀποκαλοῦν διασκέδασιν καὶ τὴν θάλασσαν τῆς ἀπωλείας τὴν ὀνομάζουν πέλαγος τῆς ἡδονῆς.
Μολονότι εὐκολώτερον ἠμπορεῖ νὰ διαπλεύσῃ κανεὶς μὲ ἀσφάλειαν τὸ Αἰγαῖον πέλαγος καὶ τὸ Τυρηνικὸν παρὰ νὰ προσπεράσῃ τὸ θέαμα τοῦτο. Πρῶτον, ὅλην τὴν νύκτα προετοιμάζει ὁ διάβολος τὰς ψυχὰς μὲ τὴν προσδοκίαν· ἔπειτα παρουσιάζει εἰς αὐτὰς ὅ,τι ἐπροσδοκοῦσαν, τὰς δεσμεύει ἀμέσως καὶ τὰς αἰχμαλωτίζει. Μὴ νομίζῃς, ἐπειδὴ δὲν ἐπλησίασες τὴν πόρνην, ὅτι εἶσαι καθαρὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Μὲ τὴν ἐπιθυμίαν ὡλοκλήρωσες τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν κατέχεσαι ἀπὸ ἐπιθυμίαν, ἔχεις ἀνάψει ἐντονωτέραν τὴν φλόγα. Ἄν ὅμως δὲν ἐπηρεάζεσαι καθόλου ἀπὸ ὅσα βλέπεις, εἶσαι ἄξιος μεγαλυτέρας κατηγορίας, ἐπειδὴ γίνεσαι σκάνδαλον διὰ τοὺς ἄλλους μὲ τὴν προτροπὴν εἰς τὰ θεάματα αὐτά, ἐξευτελίζεις τὴν ὅρασίν σου καὶ μαζὶ μὲ τὴν ὅρασιν καὶ τὴν ψυχήν.
Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ κατηγοροῦμεν μόνον, ἐμπρὸς ἄς προτείνωμεν καὶ κάποιον τρόπον διορθώσεως. Ποῖος θὰ εἶναι ὁ τρόπος; Θέλω νὰ σᾶς παραδώσω εἰς τὰς γυναῖκας σας νὰ σᾶς διδάξουν ἐκεῖναι. Ἔπρεπε κατὰ τὸν νόμον ποὺ ὁρίζει ὁ Παῦλος νὰ εἶσθε σεῖς οἱ διδάσκαλοι. Ἐπειδὴ ὅμως λόγῳ τῆς ἁμαρτίας ἡ τάξις ἔχει ἀντιστραφῆ καὶ εὑρέθη τὸ σῶμα ἐπάνω καὶ κάτω ἡ κεφαλή, ἄς ἀκολουθήσωμεν τοὐλάχιστον τὸν δρόμον αὐτόν. Ἐὰν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃς διδάσκαλον τὴν γυναῖκα σου, ἀπόφυγε τὴν ἁμαρτίαν καὶ θὰ ἠμπορέσῃς νὰ ἀναβῇς ταχέως εἰς τὸν θρόνον ποὺ σοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἕως ὅτου ἁμαρτάνῃς, ἡ Γραφὴ σὲ παραπέμπει ὄχι μόνον εἰς τὴν γυναῖκα ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλογα ζῶα μηδαμινά. Δὲν διστάζει νὰ παραπέμπῃ εἰς τὸν μύρμηγκα ὡς μαθητὴν ἐσένα ποὺ ἔχεις τιμηθῆ μὲ λόγον. Δὲν ἀφορᾷ τὴν Γραφὴν ἡ κατηγορία αὐτή, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ προδίδουν ἔτσι τὴν εὐγένειάν των. Αὐτὸ θὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς τώρα· θὰ σὲ παραδώσωμεν εἰς τὴν γυναίκα σου. Καὶ ἄν τὴν περιφρονήσῃς θὰ σὲ παραπέμψωμεν εἰς τὸ σχολεῖον τῶν ἀλόγων ζώων καὶ θὰ σοῦ δείξωμεν πόσα πουλιά, πόσα εἴδη ἰχθύων, πόσα τετράποδα καὶ ἐρπετὰ εἶναι σεμνότερα καὶ φρονιμώτερά σου. Ἄν ἐντρέπεσαι καὶ κοκκινίζῃς διὰ τὴν σύγκρισιν, ὑψώσου εἰς τὸ ὕψος τῆς εὐγενείας σου, ἀπόφυγε τὸ πέλαγος τῆς γεένης καὶ τὸν ποταμὸν τοῦ πυρός, τὸ λουτρὸν τοῦ θεάτρου. Διότι αὐτὸ τὸ λουτρὸν προκαλεῖ τὸ πέλαγος ἐκεῖνο καὶ ἀνάπτει ἐκείνην τὴν ἄβυσσον τῆς φλογός.
Ἄν «ὁ ἐμβλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι ἤδη ἐμοίχευσεν» αὐτὸς ποὺ ἀναγκάζεται νὰ τὴν ἰδῇ γυμνήν, πὼς δὲν γίνεται ἀπείρους φορὰς αἰχμάλωτός της; Δὲν ἐξηφάνισε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ὁ κατακλυσμὸς ἐπὶ Νῶε, ὅπως δηλαδὴ αὐταὶ ποὺ κολυμβοῦν, πνίγουν ἐκεῖ τοὺς θεατάς των μὲ πολὺν ἐξευτελισμόν. Διότι ἡ νεροποντὴ ἐκείνη, μολονότι ἐπροξένησε τὸν θάνατον τοῦ σώματος, ἐσταμάτησεν ὅμως τὴν κακίαν τῆς ψυχῆς· αὐτὴ ἐδῶ κάμνει τὸ ἀντίθετον· ἀφήνει τὰ σώματα καὶ καταστρέφει τὴν ψυχήν. Ἐνῷ σεῖς ὅταν γίνεται λόγος διὰ πρωτοκαθεδρίαν, ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ εἶσθε οἱ πρωτοκάθεδροι τῆς οἰκουμένης, ἐπειδὴ ἡ πόλις μας πρώτη ἐδέχθη τὸ ὄνομα τῶν Χριστιανῶν. Δὲν ἐντρέπεσθε ὅμως νὰ εἶσθε εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς σωφροσύνης κατώτεροι ἀπὸ τὰς πιὸ καθυστερημένας πόλεις.
- Ναί, λέγει. Καὶ τὶ μᾶς συμβουλεύεις νὰ κάμωμεν; Νὰ πάρωμεν τὰ βουνὰ καὶ νὰ γίνωμεν μοναχοί;
Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς στενάζω, ἐπειδὴ νομίζετε ὅτι εἰς αὐτοὺς μόνον ἁρμόζει ἡ κοσμιότης καὶ ἡ σωφροσύνη, ἄν καὶ ὁ Χριστὸς ἔθεσε κοινοὺς τοὺς νόμους δι’ ὅλους. Διότι ὅταν λέγῃ· «Ἐὰν τὶς ἐμβλέψῃ γυνακὶ πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι» δὲν ἀπευθύνεται μόνον εἰς τὸν μοναχὸν ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔχει γυναῖκα. Διότι τὸ ὄρος ἐκεῖνο τότε ἦτο γεμάτο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους.
Κατανόησε λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ θέατρον καὶ μίσησε τὸ διαβολικὸν τοῦτο καὶ μὴ καταδικάσῃς ὡς βαρὺ τὸν λόγον. Δὲν ἀπαγορεύω τὸν γάμον, οὔτε ἐμποδίζω νὰ διασκεδάζετε. Έλω ὅμως νὰ γίνεται τοῦτο μὲ σωφροσύνην, ὄχι νὰ συνεπάγεται ἐξευτελισμὸν καὶ κατηγορίαν καὶ ἀπείρους κακὰς συνεπείας. Δὲν θέτων νόμον νὰ ἀποχωρῆτε εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰς ἐρήμους, ἀλλὰ νὰ εἶσθε ἠθικοί, μετριοπαθείς, σώφρονες καὶ νὰ κατοικῆτε εἰς τὸ κέντρον τῆς πόλεως. Ὅλοι οἱ νόμοι εἶναι κοινοὶ ἀνάμεσα εἰς ἡμᾶς καὶ τοὺς μοναχούς, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν γάμον. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁρίζει, νὰ ἐξισωνώμεθα πρὸς αὐτούς, μὲ τοὺς λόγους· «Παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου, ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες γυναῖκας ὡς μὴ ἔχοντες ὦσιν».
Ὥστε δὲν προτρέπω νὰ ἔλθετε εἰς τὰς κορυφὰς τῶν βουνῶν. Βεβαίως καὶ θὰ τὸ ἤθελα τοῦτο, ἐπειδὴ αἱ πόλεις ἀντιγράφουν ὅσα ἔγιναν εἰς τὰ Σόδομα. Δὲν σᾶς ὑποχρεώνω ὅμως εἰς τοῦτο. Μένε εἰς τὸ σπίτι σου μὲ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά σου ἀλλὰ μὴν προσβάλλῃς τὴν γυναῖκα, μήτε νὰ ἐξευτελίζῃς τὰ παιδιά σου, μήτε νὰ φέρῃς εἰς τὸ σπίτι τὴν ἀκαθαρσίαν τοῦ θεάτρου. Δὲν ἀκούεις ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει· «Ὁ ἀνὴρ οὐκ ἐξουσιάζει τοῦ ἰδίου σώματος ἀλλ’ ἡ γυνὴ» καὶ θέτει νόμους κοινοὺς καὶ διὰ τοὺς δύο; Σὺ ὅμως, ἄν ἡ σύζυγός σου εἰσέρχεται συνεχῶς εἰς τὴν ἐκκλησίαν, γίνεσαι δριμὺς κατήγορός της· ὁ ἴδιος ὅμως, μολονότι περνᾷς τὴν ἡμέραν σου εἰς τὸ θέατρον, δὲν θεωρεῖς τὸν ἑαυτόν σου ἄξιον κατηγορίας. Ἀλλὰ διὰ τὴν σωφροσύνην τῆς γυναικὸς εἶσαι τόσο λεπτολόγος, ὥστε γίνεσαι σχολαστικὸς καὶ ὑπερβολικὸς καὶ δὲν τῆς ἐπιτρέπεις οὔτε τὰς πλέον ἀπαραιτήτους ἐξόδους· εἰς τὸν ἑαυτόν σου ὅμως νομίζεις ὅτι ὅλα ἐπιτρέπονται. Δὲν σοῦ τὰ ἐπιτρέπει ὅμως ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος δίνει τὴν ἴδιαν ἐξουσίαν καὶ εἰς τὴν γυναῖκα. Μᾶς λέγει· «Τῇ γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλομένην τιμὴν ἀποδιδότω». Ποῦ εἶναι λοιπὸν αὐτὴ ἡ τιμή, ὅταν τὴν προσβάλλῃς εἰς τὰ οὐσιώδη καὶ διαθέτῃς τὸ σῶμα της εἰς τὰς πόρνας; Διότι τὸ σῶμα σου εἶναι ἰδικόν της. Ὅταν εἰσάγῃς εἰς τὸ σπίτι σου ταραχὰς καὶ μάχας. Ὄταν κάμῃς τέτοια πράγματα εἰς τὴν ἀγοράν, ποὺ ὅταν τὰ διηγῆσαι μόνον εἰς τὸ σπίτι, γεμίζεις ἀπὸ ἐντροπὴν τὴν γυναῖκα σου ποὺ σὲ ἀκούει καὶ τὴν θυγατέρα σου ποὺ εἶναι ἐκεῖ, καὶ ποὺ ἐξευτελίζεις τὸν ἑαυτόν σου πρὶν ἀπὸ αὐτά; Εἶναι ἀνάγκη ἤ νὰ σιωπᾷς ἤ νὰ μὴ κάμῃς τὰς ἀσχημίας αὐτάς, διὰ τὰς ὁποίας καὶ οἱ ὑπηρέται ἀκόμη πρέπει νὰ μαστιγώνωνται. Πῶς λοιπὸν θὰ ἀπολογηθῇς, εἰπέ μου, ὅταν, αὐτὰ ποὺ μήτε νὰ τὰ ἀναφέρῃς δὲν εἶναι ὡραῖον, τὰ παρακολουθῇς μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον; Ὅταν, αὐτὰ ποὺ δὲν εἶναι ἀνεκτὸν νὰ διηγῆσαι, τὰ προτιμᾷς ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα;
Πρὸς τὸ παρόν, λοιπόν, διὰ νὰ μὴ γίνω πολὺ φορτικός, σταματῶ ἐδῶ τὰ λόγια μου. Ἐὰν ὅμως δείξετε ἐπιμονὴν εἰς τὰ ἴδια, ἀφοῦ ἀκονήσω περισσότερον τὴν μάχαιραν, θὰ κάμω βαθυτέραν τὴν τομήν. Καὶ δὲν θὰ σταματήσω, ἕως ὅτου διασκορπίσω τὸ θέατρον τοῦ διαβόλου, καταστήσω καθαρὰν τὴν συνάθροισιν τῆς ἐκκλησίας. Διότι ἔτσι θὰ ἀπαλλαγοῦμεν καὶ ἀπὸ τὸ παρὸν αἶσχος καὶ θὰ ἀπολαύσωμεν τὴν μελλοντικὴν ζωήν, μὲ τὴν χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου