Ὁμιλία Ι΄
Ματθ. γ΄, 1-6
«Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκεῖναις
παραγίνεται Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς Ἰουδαίας καὶ λέγων,
μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».
1. Ποῖαι ἦσαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι; Διότι δὲν ἦτο τότε, ὅταν ἦτο παιδὶ καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ναζαρέτ, ἀλλὰ μετὰ τριάντα ἔτη φθάνει ὁ Ἰωάννης, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Λουκᾶς. Πῶς, λοιπόν, λέγει· «Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκεῖναις»; Εἶναι μόνιμος συνήθεια εἰς τὴν Γραφὴν νὰ χρησιμοποιῇ τὸν τρόπον αὐτόν· ὄχι μόνον ὅταν ἀναφέρῃ αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν εἰς τὸν προσεχῆ χρόνον ἀλλὰ καὶ ὅταν αὐτὰ θὰ συμβοῦν πολλὰ ἔτη ἔπειτα. Τὸν αὐτὸν τρόπον χρησιμοποιεῖ καὶ ὅταν καθισμένον εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, Τὸν ἐπλησίασαν οἱ μαθηταί Του καὶ ἐζητοῦσαν νὰ πληροφορηθοῦν διὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν Του καὶ τὴν ἄλωσιν τῶν Ἱεροσολύμων[1]. Γνωρίζετε ἐν τούτοις πόση εἶναι ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν δύο τούτων χρονικῶν σημείων. Ὅταν ἀνεφέρθη εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς μητροπόλεως καὶ ὡλοκλήρωσε τὴν σχετικὴν διήγησιν, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ μεταβῇ εἰς τὸν λόγον περὶ τῆς συντελείας, ἐπρόσθεσε· «Τότε καὶ ταῦτα ἔσται»[2] · δὲν ἔκαμε συναίρεσιν τῶν δύο ἐποχῶν μὲ τὸ νὰ εἰπῇ «Τότε» · ἐδήλωνεν γενικὰ τὸν καιρὸν κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συμβοῦν αὐτά.
Τὸ αὐτὸ κάμνει καὶ τώρα, ὅταν λέγῃ· «Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις». Δὲν τὸ θέτει διὰ νὰ δηλώσῃ τὰς προσεχεῖς ἡμέρας, ἀλλὰ ἐκείνας κατὰ τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ συμβοῦν αὐτά, ποὺ ἠτοιμάζετο νὰ διηγηθῇ.
Καὶ διὰ ποῖον λόγον, ἐρωτᾷ, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ Βάπτισμα μετὰ τριάντα ἔτη;
Μετὰ τὸ Βάπτισμα τοῦτο ἦτο νὰ καταλύσῃ τὸν νόμον. Διὰ τοῦτο, μέχρι τῆς ἡλικίας αὐτῆς, ποὺ εὐνοεῖ ὅλα τὰ ἁμαρτήματα, τὸν ὑπομένει ἐκτελῶν ὅλας τὰς διατάξεις του, διὰ νὰ μὴ ἀντιτείνῃ κανείς ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ τὸν ἐκπληρώσῃ, τὸν καταργεῖ. Οὔτε δεχόμεθα ὅλων μαζὶ τῶν παθῶν τὴν ἀντίθεσιν. Ἀλλὰ εἰς τὴν μικρὴν ἡλικίαν ὑπάρχει πολλὴ ἀνοησία καὶ δειλία, ἔρχεται ἔπειτα περισσότερο ὁρμητικὴ ἡ ἡδονὴ καὶ ἀκολουθεῖ ἡ ἐπιθυμία τῶν χρημάτων. Διὰ τοῦτο ἐπερίμενεν ὅλα τὰ στάδια τῆς ἡλικίας καὶ ἀφοῦ εἰς ὅλα αὐτὰ ἐξεπλήρωσε τὸν νόμον, τότε βαδίζει πρὸς τὸ Βάπτισμα, τοποθετῶν αὐτὸ εἰς τὸ τέλος, μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἄλλων ἐντολῶν. Διὰ τὸ ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ τελευταῖο κατόρθωμα ἀπὸ ὅσα ὁ νόμος ἐπιτάσσει, ἄκουσε τὶ λέγει : «οὕτῳ γὰρ πρέπον ἡμῖν ἔστι πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην»[3]. Τοῦτο σημαίνει τὰ ἐξῆς περίπου. Ἐξεπληρώσαμεν ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου, δὲν παρέβημεν καμμίαν ἐντολήν. Ἀπομένει τοῦτο μόνον καὶ πρέπει νὰ τὸ προσθέσωμεν καὶ αὐτό. Ἔτσι θὰ ἐκτελέσωμεν ὅλην τὴν δικαιοσύνην. Ἀποκαλεῖ ἐδῶ δικαιοσύνην τὴν ἐκπλήρωσιν ὅλων τῶν ἐντολῶν. Ὅτι ὁ Χριστὸς προσῆλθεν εἰς τὸ Βάπτισμα διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἔγινε φανερόν.
Διὰ ποῖον λόγον τώρα ἐπενοήθη ἀπὸ Αὐτὸν τὸ Βάπτισμα τοῦτο; Ὅτι δὲν τὸ ἐσκέφθη μόνος του ὁ υἱὸς τοῦ Ζαχαρίου, ἀλλὰ ἦτο παρακίνησις τοῦ Θεοῦ, τὸ φανερώνει καὶ ὁ Λουκᾶς μὲ τοὺς λόγους : «Ρῆμα Κυρίου ἐγένετο ἐπ’ Αὑτόν»[4], δηλ. διαταγή. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος λέγει : «Ὁ Ἀποστείλας Με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, Ἐκεῖνός μοι εἶπεν· Ἐφ’ Ὅν ἄν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡσεὶ περιστεράν, καὶ μένον ἐπ’ Αὐτόν, Οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»[5].
Ἀλλὰ καὶ διὰ ποῖον λόγον ἐστάλη διὰ νὰ βαπτίζῃ; Καὶ τοῦτο ὁ Βαπτιστὴς μᾶς τὸ γνωρίζει πάλιν, ὅταν λέγῃ : «Ἐγὼ οὐκ ἤδειν Αὑτόν, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τῷ Ἱσραήλ, διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν ὕδατι βαπτίζων»[6]. Ἀλλὰ ἄν ἦτο μόνον ἡ αἰτία αὐτή, πὼς ἐξιστορεῖ ὁ Λουκᾶς ὅτι «Ἦλθεν εἰς τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου, κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν»[7]; Καὶ δὲν εἶχε βέβαια τὴν χάριν τῆς συγχωρήσεως, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ δῶρον ἀνῆκεν εἰς τὸ Βάπτισμα ποὺ ἐδόθη ἀργότερα. Διότι μαζὶ μὲ αὐτὸ ἐνταφιάσθημεν καὶ τότε συνεσταυρώθη ὁ παλαιός μας ἄνθρωπος. Πρὸ τοῦ σταυροῦ δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχῃ συγχώρησις πουθενά· παντοῦ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὸ αἶμα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὁ Παῦλος σχετικῶς λέγει· «Ἀλλ’ ἀπελούσασθε, ἀλλ’ ἡγιάσθητε, οὐ διὰ τοῦ Βαπτίσματος Ἰωάννου, ἀλλ’ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν»[8]. Καὶ ἀλλοῦ πάλιν λέγει· «Ἰωάννης μὲν ἐκήρυξε βάπτισμα μετανοίας – δὲν λέγει ἀφέσεως - ἵνα πιστεύσωσιν εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ’ αὐτόν»[9]. Ἀφοῦ δὲν εἶχεν ἀκόμη προσφερθῆ ἡ θυσία, οὔτε εἶχε κατέλθει τὸ Πνεῦμα, οὔτε εἶχε διαλυθῆ ἡ ἁμαρτία, οὔτε εἶχε σβήσει ἡ ἔχθρα, οὔτε εἶχεν ἐξαλειφθῆ ἡ κατάρα, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ ἄφεσις;
2. Τὶ σημαίνει ἡ φράσις· «Εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν»[10]; Οἱ Ἰουδαῖοι ἦσαν ἀχάριστοι καὶ δὲν εἶχαν συναίσθησιν τῶν ἁμαρτιῶν των, ἀλλ’ ἐνῷ ἦσαν ἔνοχοι διὰ τὰ μεγαλύτερα ἐγκλήματα, ἐδικαίωναν εἰς ὅλα τὸν ἑαυτόν των· πράγμα ποὺ τοὺς ὡδήγησεν εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ τοὺς ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὴν πίστιν. Διὰ τοῦτο ἐξ ἄλλου τοὺς ἤλεγχεν ὁ Παῦλος καὶ ἔλεγεν ὅτι «Ἀγνοοῦντες τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην καὶ τὴν ἰδίαν ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν»[11]. Καὶ ἀλλοῦ· «τὶ οὖν ἐροῦμεν; Ὅτι ἔθνη, τὰ μὴ διώκοντα δικαιοσύνην, κατέλαβε δικαιοσύνην· Ἰσραὴλ δὲ διώκων νόμον δικαιοσύνης εἰς νόμον δικαιοσύνης οὐκ ἔφθασε. Διατί; Ὅτι οὐκ ἐκ πίστεως, ἀλλ’ ὡς ἐξ ἔργων»[12].
Ἀφοῦ, λοιπόν, τοῦτο ἦτο τὸ αἴτιον τῶν κακῶν, διὰ τοῦτο ἦλθεν ὁ Ἰωάννης καὶ δὲν ἔκαμνε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τοῦ νὰ προσπαθῇ νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τῶν ἁμαρτιῶν των. Αὐτὸ ἐφανέρωνε καὶ ἡ ἐνδυμασία του, ποὺ ἦτο ἐνδυμασία μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Αὐτὸ ἦτο καὶ τὸ νόημα τοῦ κηρύγματός του. Τίποτε ἄλλο δὲν ἔλεγε παρὰ μόνον· «Ποιήσατε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας»[13]. Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ μὴ καταδίκη τῶν ἁμαρτιῶν των, καθὼς ἐβεβαίωσε καὶ ὁ Παῦλος, τοὺς ἔκαμε νὰ ἀποσκιρτοῦν ἀπὸ τὸν Χριστόν, ἐνῷ ἡ συναίσθησίς των τοὺς ὡδηγοῦσεν εἰς τὴν ἀναζήτησιν τοῦ λυτρωτοῦ καὶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀφέσεως, ἦλθεν ὁ Ἰωάννης διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο καὶ νὰ τοὺς πείσῃ νὰ μετανοήσουν. Ὄχι βεβαίως διὰ νὰ τιμωρηθοῦν, ἀλλὰ διὰ νὰ γίνουν μὲ τὴν μετάνοιαν ταπεινότεροι· νὰ καταδικάσουν τὸν ἑαυτόν των καὶ νὰ σπεύσουν νὰ λάβουν τὴν ἄφεσιν.
Πρόσεξε, λοιπόν, πῶς τὸ διατύπωσεν ἀκριβῶς. «Ἀφοῦ εἶπεν, ὅτι· «Ἦλθε κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς Ἰουδαίας» ἐπρόσθεσεν «εἰς ἄφεσιν»[14]. Ἤθελε νὰ τοὺς εἰπῇ· Διὰ τοῦτο ἐπροσπαθοῦσε νὰ τοὺς πείσῃ νὰ ὁμολογήσουν καὶ νὰ μετανοήσουν τὰ ἁμαρτήματά των· ὄχι διὰ νὰ τιμωρηθοῦν, ἀλλὰ διὰ νὰ δεχθοῦν εὐκολώτερον τὴν ἄφεσιν ἔπειτα ἀπὸ αὐτά. Ἄν δὲν κατεδίκαζαν τὸν ἑαυτόν των, δὲν θὰ ἐζητοῦσαν τὴν χάριν· καὶ ἄν δὲν τὴν ἐζητοῦσαν, δὲν θὰ ἐλάμβαναν τὴν ἄφεσιν. Ὥστε μὲ τὸ βάπτισμά του αὐτὸ προωδοποιοῦσε τὸ ἄλλο καὶ διὰ τοῦτο ἔλεγεν· «Ἵνα πιστεύωσιν εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ’ αὐτόν»[15], προσθέτων ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πρώτην καὶ ἄλλην αἰτίαν διὰ τὸ βάπτισμα. Δὲν ἦτο τὸ ἴδιο νὰ πηγαίνῃ εἰς τὰς οἰκίας καὶ σύρων τὸν Χριστὸν ἀπὸ τὸ χέρι, νὰ Τὸν περιφέρῃ καὶ νὰ κηρύττῃ. Εἰς Τοῦτον πιστεύσατε. Καὶ ὅταν θὰ ἤρχοντο ὅλοι καὶ θὰ ἐπαρακολοθοῦσαν νὰ ἀντηχήσῃ ἡ μακαρία ἐκείνη φωνὴ καὶ νὰ γίνουν ὅλα τὰ ἄλλα. Διὰ τοῦτο βαδίζει πρὸς τὸ βάπτισμα. Διότι καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν Βαπτιστὴν καὶ ὅλη ἡ διεξαγωγὴ τοῦ Βαπτίσματος, προσείλκυεν ὁλόκληρον τὴν πόλιν, καὶ τὴν ἐκαλοῦσε πρὸς τὸν Ἰορδάνην, ὅπου εἶχε πραγματοποιηθῆ μεγάλη συρροή. Διὰ τοῦτο αὐτοί, καὶ μολονότι εἶχαν ἔλθει, τοὺς καθιστᾷ προσεκτικοὺς καὶ τοὺς πείθει νὰ μὴν ἔχουν μεγάλην ἰδέαν διὰ τὸν ἑαυτόν των. Τοὺς ἔλεγεν ὅτι θὰ ἦσαν ὑπεύθυνοι διὰ τὰ μεγαλύτερα δεινά, ἄν δὲν μετανοήσουν καὶ ἄν, ἐγκαταλείποντες τοὺς προγόνους καὶ τὴν προγονικὴν ὑπερηφάνειαν, δὲν δεχθοῦν ἐκεῖνον ποὺ ἔρχεται.
Διότι εἶχαν συσκοτισθῇ τότε τὰ πράγματα σχετικῶς μὲ τὸν Χριστὸν καὶ πολλοὶ ἐνόμιζαν ὅτι εἶχεν ἀποθάνει ἐξ αἰτίας τῆς σφαγῆς ποὺ εἶχε συμβῆ εἰς τὴν Βηθλεέμ. Διότι, μολονότι εἶχε παρουσιάσει τὸν Ἑαυτόν Του, ὅταν ἔγινε δώδεκα ἐτῶν, ἀμέσως πάλι Τὸν ἔρριψεν εἰς τὴν ἀφάνειαν. Διὰ τοῦτο ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀὸ λαμπρὰ προοίμια καὶ ἐπισημοτέραν ἀρχήν. Διὰ τοῦτο καὶ διὰ πρώτην φορὰν τότε ὅσα ποτὲ δὲν εἶχαν ἀκούσει οἱ Ἰουδαῖοι, μήτε ἀπὸ προφήτας μήτε ἀπὸ ἄλλους, διαλαλεῖ μὲ λαμπρὰν φωνήν· ἐνθυμεῖται τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴν ἐκεῖ βασιλείαν, χωρὶς ν’ ἀναφέρῃ καθόλου τὴν γῆν. Ὀνομάζει ἐδῶ βασιλείαν τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν παρουσίαν Του.
Καὶ τὶ σχέσιν ἔχει αὐτὸ μὲ τοὺς Ἰουδαίους; ἐρωτᾷ. ἀφοῦ μητὲ τὶ λέγεις δὲν ἐννοοῦν.
Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὁμιλῶς ἔτσι, ἀπαντᾷ. Νὰ παρακινηθοῦν ἀπὸ τὴν ἀσάφεια τῶν λόγων μου, ὥστε νὰ ἀρχίσουν νὰ ἀναζητοῦν Αὐτὸν ποὺ κηρύττω. Τόσον τοὺς εἶχε συναρπάσει, καθὼς ἔφθασαν μὲ ἀγαθὰς ἐλπίδας, ὥστε καὶ τελῶναι καὶ στρατιῶται πολλοὶ νὰ ἐρωτοῦν τὶ πρέπει νὰ κάμουν καὶ πῶς νὰ ρυθμίσουν τὴν ζωήν των. Τοῦτο ἦτο σημεῖον ὅτι εἶχαν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὰ βιοτικὰ πράγματα, εἶχαν στρέψει τὰ βλέμματα πρὸς ἄλλα μεγαλύτερα καὶ ὠνειροπολοῦσαν τὰ μελλοντικά. Διότι ὅλα ὅσα ἔβλεπαν καὶ ὅσα ἤκουαν τοὺς ὡδηγοῦσαν εἰς σκέψεις ὑψηλάς.
3. Σκέψου, λοιπόν, πρόσον σπουδαῖον ἦτο νὰ ἰδῇς ἄνθρωπον νὰ κατέρχεται ἀπὸ τὴν ἔρημον ἔπειτα ἀπὸ τριάντα χρόνια, ποὺ ἦτο υἱὸς ἀρχιερέως. Ποτὲ δὲν εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην κανενὸς ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα· ἐνέπνεε μὲ τὴν ὅλην παρουσίαν του τὸν σεβασμὸν καὶ εἶχε τὸν Ἠσαΐαν μαζί του. Ἦτο βέβαια παρὼν καὶ αὐτός, ποὺ ἀνήγγελλε καὶ ἔλεγεν· «Οὖτος ἐστιν, ὅν παρέσεσθαι ἔφην βοῶντα, καὶ κατὰ τὴν ἔρημον λαμπρᾷ τῇ φωνῇ κηρύττοντα ἅπαντα». Εἶχαν οἱ προφῆται τόσον ζῆλον διὰ ταὰ πράγματα αὐτά, ὥστε ὄχι μόνον τὸν Κύριόν των, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνον ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει διάκονός του, νὰ τὸν προεξαγγέλουν πολὺν χρόνον πρωτύτερα. Καὶ δὲν ἀνέφεραν αὐτὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν τόπον, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ζήσῃ καὶ τὸν τρόπον, ποὺ θὰ ἐχρησιμοποιοῦσε διὰ τὸ κήρυγμά του καὶ τὸ ἐπίτευγμα ποὺ θὰ ἐπραγματοποιοῦσε. Πρόσεξε πῶς συμπίπτουν εἰς τὰ αὐτὰ νοήματα, ἄν ὄχι καὶ εἰς τὰς αὐτὰς λέξεις καὶ ὁ προφήτης καὶ ὁ Βαπτιστής. Ὁ Προφήτης λέγει ὅτι θὰ ἔλθῃ καὶ θὰ κηρύττῃ. «Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ»[16]. Ὁ ἴδιος ὅταν ἦλθεν ἔλεγε· «Ποιήσατε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας»[17], πρᾶγμα ταυτόσημον μὲ τὸ «Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου». Βλέπεις ὅτι καὶ μὲ ὅσα εἶπε ὁ προφήτης καὶ μὲ ὅσα ὁ ἴδιος ἐκήρυττε, φανερώνεται τὸ ἕνα τοῦτο, ὅτι ἦλθε διὰ νὰ προοδοποιήσῃ καὶ νὰ προετοιμάσῃ; Ὅτι δὲν ἐχάριζε τὴν δωρεὰν ποὺ ἦτο ἡ ἄφεσις, ἀλλὰ προετοίμαζε τὰς ψυχὰς ἐκείνων ποὺ ἐπρόκειτο νὰ δεχθοῦν τὸν Θεὸν τῶν ὅλων; Ὁ Λουκᾶς προσθέτει καὶ κάτι ἀκόμη. Δὲν ἡσύχασε μὲ τὸ νὰ ἀναφέρῃ τὸ προοίμιον μόνον, ἀλλὰ παραθέτει ὅλην τὴν προφητείαν. Λέγει· «πᾶσα γὰρ φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται καὶ ἔσται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν καὶ αἱ τραχεῖαι εἰς ὀδοὺς λείας· καὶ ὄψεται πᾶσα σάρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ»[18].
Εἶδες πῶς ὁ προφήτης εἶπε τὰ πάντα ἐκ τῶν προτέρων, καὶ τὴν συρροὴν τοῦ πλήθους καὶ τὴν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων εἰς τὸ καλύτερον καὶ τὴν εὐκολίαν τοῦ κηρύγματος καὶ τὴν αἰτίαν ὅλων τῶν συμβάντων; Ὁμιλεῖ, βεβαίως, κάπως μεταφορικά, διότι ὅ,τι ἔλεγεν, ἀποτελοῦσε προφητείαν. Λέγει π.χ. «πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται, καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσονται αἱ τραχεῖαι εἰς ὁδοὺς λείας». Μὲ τοῦτο παρουσιάζει τοὺς ταπεινοὺς νὰ ὑψώνονται, τοὺς ὑπερηφάνους νὰ ταπεινώνονται, τὴν δυσκολίαν τοῦ νόμου νὰ μεταβάλλεται εἰς εὐκολίαν πίστεως. Ὄχι πλέον ἰδρῶτες καὶ κόποι, μᾶς λέγει, ἀλλὰ χάρις καὶ συγχώρησις ἁμαρτημάτων, ποὺ δημιουργεῖ πολλὴν εὐκολίαν διὰ σωτηρίαν. Ἔπειτα παραθέτει καὶ τὴν αἰτίαν αὐτῶν. Λέγει ὅτι «ὅψεται πᾶσα σάρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ». Ὄχι μόνον οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ προσηλυτισθέντες εἰς τὸν Ἰουδαϊσμόν, ἀλλὰ ὅλη ἡ γῆ καὶ ὅλη ἡ θάλασσα καὶ ὅλον τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. Διότι μὲ τὴν λέξιν «τὰ σκολιά» ὑπαινίσσεται ὅλην τὴν διεφθαρμένην ζωήν, τοὺς τελώνας, τὰς πόρνας, τοὺς ληστάς, τοὺς μάγους, ποὺ ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ἦσαν γεμάτοι διαστροφήν, ἐβάδισαν ἀργότερα τὸν εὐθὺν δρόμον. Τὸ αὐτὸ ἔλεγε καὶ ἐκεῖνος. «Τελῶναι καὶ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐπίστευσαν»[19]. Μὲ ἄλλας λέξεις καὶ ὁ προφήτης ἐφανέρωσε τὸ ἴδιον ὁμιλῶν ὡς ἑξῆς· «Τότε λύκοι καὶ ἄρνες ἅμα βοσκηθήσονται»[20]. Ὅπως ἐνῷ μὲ τὰ βουνὰ καὶ τὰς φάραγγας εἶπεν ὅτι ἀποκαθίστανται εἰς μίαν πνευματικὴν ὁμαλότητα τὸ ἀνώμαλον ἦθος, ἔτσι κι ἐκεῖ· παραβάλλων μὲ τὰς συνηθείας τῶν ἀλόγων ζώων τοὺς διαφόρους χαρακτῆρας τῶν ἀνθρώπων, ἔλεγεν ὅτι ταυτίζονται εἰς μίαν συμφωνίαν εὐσεβείας. Καὶ ἀνέφερε καὶ ἐκεῖ τὴν αἰτίαν, ποὺ εἶναι ἡ ἐξῆς· «Ἔσται γάρ», λέγει, «ὁ ἀνιστάμενος ἄρχειν ἐθνῶν, ἐπ’ αὐτῷ ἔθνη ἐλπιοῦσιν»[21]. Εἶναι αὐτό, ποὺ ἔλεγε καὶ ἐδῶ ὅτι· «Ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ». Κάμνει παντοῦ φανερὸν ὅτι εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης θὰ διαχυθῇ ἡ δύναμις καὶ ἡ γνώσις τῶν Εὐαγγελίων τούτων καὶ θὰ μεταβάλῃ τὴν θηριωδίαν καὶ τὴν σκληρότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους εἰς πολλὴν ἡμερότητα καὶ πραότητα. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης εἶχε κατασκευασμένο τὸ φόρεμά του ἀπὸ τρίχας καμήλου καὶ ἐφοροῦσε γύρω ἀπὸ τὴν μέσην του δερματίνην ζώνην. Βλέπεις πὼς ἄλλα εἶπαν οἱ προφῆται καὶ ἄλλα τὰ ἄφησαν διὰ τοὺς Εὐαγγελιστάς; Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ματθαῖος παραθέτει τὰς προφητείας, ἀλλὰ προσθέτει καὶ τὰ ἰδικά του. Δὲν θεωρεῖ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσῃ ἀκόμη καὶ διὰ τὴν ἐνδυμασίαν τοῦ δικαίου.
4. Ἦτο ἄξιον θαυμασμοῦ καὶ παράδοξον νὰ συναντήσῃς τόσην καρτερίαν εἰς ἀνθρώπινον σῶμα. Τοῦτο ἀκριβῶς προσείλκυε περισσότερον τοὺς Ἑβραίους, ποὺ ἔβλεπαν εἰς τὸ πρόσωπόν του τὸν μέγαν Ἠλίαν καὶ ἀπὸ ὅσα τότε ἐπαρακολουθοῦσαν, ὡδηγοῦντο εἰς τὴν ἀνάμνησιν τοῦ μακαρίου ἐκείνου ἀνθρώπου. Καὶ ἦτο ἀκόμη μεγαλυτέρα ἡ ἔκπληξίς των. Διότι ἐκεῖνος ἔμενε καὶ εἰς πόλεις καὶ εἰς οἰκίας, ἐνῷ αὐτὸς ἐκατοίκησε συνεχῶς εἰς τὴν ἔρημον ἀπὸ τὰ σπάργανα. Ἔπρεπεν ὁ πρόδρομος Ἐκείνου, ποὺ ἔμελλε νὰ καταργήσῃ ὅλα τὰ παλαιὰ - τὸν πόνον, τὴν κατάραν, τὴν λύπην, τὸν ἱδρῶτα -, ἔπρεπε νὰ διαθέτῃ καὶ ἐκεῖνος μερικὰ σύμβολα τῆς δωρεᾶς αὐτῆς καὶ νὰ εἶναι ἀνώτερος τῆς παλαιᾶς ἐκείνης καταδίκης. Οὔτε, λοιπόν, τὴν γῆν ὤργωσεν, οὔτε αὐλάκι ἤνοιξεν, οὔτε ἔφαγε τὸ ψωμί του μὲ τὸν ἰδρῶτα τοῦ προσώπου του. Ἦτο πρόχειρον τὸ τραπέζι του, ἡ ἔνδυσις εὐκολωτέρα ἀπὸ τὸ φαγητὸν καὶ ἀκοπωτέρα ἀπὸ τὴν ἔνδυσιν ἡ ἐξασφάλισις τῆς κατοικίας. Δὲν ἐχρειάσθη οὔτε στέγην οὔτε κλίνην οὔτε τραπέζι, ἀλλὰ μέσα εἰς αὐτὴν τὴν σάρκα ἔδωσε δείγματα ἀγγελικῆς ζωῆς. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ φόρεμά του ἦτο τρίχινον, διὰ νὰ διδάσκῃ μὲ τὴν ἐμφάνισίν του νὰ ἐλευθερωθοῦμεν ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα καὶ νὰ μὴν ἔχωμεν κανένα κοινὸν σημεῖον μὲ τὴν γῆν, ἀλλὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν προηγούμενην κατάστασιν, προτοῦ ὁ Ἀδὰμ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην τῶν φορεμάτων καὶ τῆς ἐνδύσεως. Ἔτσι ἡ ἐμφάνισις ἐκείνη ἦτο σύμβολον τῆς βασιλείας καὶ τῆς μετανοίας. Καὶ μὴ ἐρωτήσῃς ποῦ εὑρῆκε τὸ τρίχινον ἔνδυμα καὶ τὴν ζώνην, ἀφοὺ ἐκατοικοῦσεν εἰς τὴν ἔρημον. Ἄν κινήσῃ τοῦτο τὴν ἀπορίαν σου, θὰ σὲ ἀπασχολήσουν καὶ ἄλλα. Πῶς ἔμεινε λ.χ. εἰς τὴν ἔρημον μὲ τοὺς πάγους καὶ τοὺς καύσωνας καὶ μάλιστα μὲ τὸ ἁπαλὸν σῶμα τῆς τρυφερᾶς ἡλικίας; Πῶς ἡ παιδικὴ σάρκα ἐστάθη ἱκανὴ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τόσον ἀνωμάλους καιρικὰς συνθήκας, τόσον διαφορετικὴν διατροφὴν καὶ ὅλην τὴν ἄλλην ταλαιπωρίαν τῆς ἐρήμου;
Ποῦ εἶναι οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι, ποὺ ἐνῷ ἐζήλεψαν τὴν κυνικὴν ἀναισχυντίαν[22] ἀσκόπως καὶ ματαίως, ἐν τούτοις καὶ δαχτυλίδια ἐφοροῦσαν καὶ ποτήρια ἐχρησιμοποιοῦσαν καὶ εἶχαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των ὑπηρέτας καὶ ὑπηρετρίας καὶ ἐπεριτριγυρίζοντο ἀπὸ πολλὴν ἄλλην φαντασίαν, κλίνοντες πότε εἰς τὸ ἕνα καὶ πότε εἰς τὸ ἄλλο ἅκρον; Ποῖον τὸ ὄφελος νὰ κλείνεσαι εἰς τὸ πιθάρι καὶ νὰ διαπράττῃς κατόπιν τέτοιας ἀσελγείας;
Δὲν ἦτο ὁ Πρόδρομος ὅμοιός των. Ἐκατοίκησε τὴν ἔρημον σὰν νὰ ἦτο ὁ οὐρανὸς καὶ ἐπραγματοποίησε αὐστηρὸν ἐνάρετον βίον. Καὶ ἀπὸ τὴν ἔρημον, ὡς ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸν κατέβαινεν εἰς τὰς πόλεις. Ἦτο τῆς εὐσεβείας ἀθλητής, νικητὴς παγκόσμιος, φιλόσοφος τῆς φιλοσοφίας ποὺ εἶναι ἀξία τοῦ Οὐρανοῦ. Ἄς σημειώσωμεν, ὅτι αὐτὰ ἐγίνοντο, ὅταν ἡ ἁμαρτία δὲν εἶχεν ἀκόμη καταργηθῆ καὶ δὲν εἶχεν ὁ νόμος καταλυθῆ, δὲν εἶχεν ὁ θάνατος δεσμευθῆ, αἱ χάλκιναι πύλαι δὲν εἶχαν συντριβῆ, ἀλλὰ ἴσχυεν ἀκόμη τὸ παλαιὸν καθεστώς. Αὐτὸ θὰ εἰπῇ γενναία καὶ ἄγρυπνος ψυχή· προηγεῖται εἰς ὅλα καὶ ὑπερπηδᾷ τὰ συνήθη σκάμματα. Ὅπως ἀκριβῶς ἔπραξεν ὁ Παῦλος μέσα εἰς τὴν νέαν πολιτείαν.
Ἀλλά, θὰ εἰπῇ κάποιος, διατὶ ἐχρησιμοποιοῦσε ζώνην εἰς τὸ ἔνδυμά του;
Ἦτο συνήθεια τῶν παλαιῶν, προτοῦ φθάσωμεν εἰς τὴν μαλακὴν καὶ ἐλευθέραν αὐτὴν περιβολήν. Χρησιμοποιεῖ ζώνην καὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος. «Τὸν γὰρ ἄνδρα», λέγει, «οὗ ἐστιν ἡ ζώνη αὕτη»[23]. Καὶ ὁ Ἠλίας ἐπίσης ἦτο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνδεδυμένος, ὅπως κάθε ἅγιος, ἐπειδὴ ἦσαν συνεχῶς ἀπησχολημένοι μὲ ἐργασίαν εἴτε μὲ ὀδοιπορίας εἴτε ἐκοπίαζαν καὶ ἐταλαιπωροῦντο μὲ κάτι ἄλλο ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνῃ.
Καὶ ὄχι μόνον διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ὅτι ἐπεριφρονοῦσαν κάθε καλλωπισμὸν καὶ ἐπεδίωκαν συστηματικῶς τὴν σκληραγωγίαν. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ μέγιστον ἐγκώμιον τῆς ἀρετῆς των, λέγει ὁ Χριστὸς μὲ τὰ ἐξῆς· «Τὶ ἐξήλθετε ἰδεῖν; ἄνθρωπον ἐν μαλακοῖς ἱματίοις ἠμφιεσμένον; ἰδοὺ οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες, ἐν τοῖς οἴκοις τῶν βασιλέων εἰσίν»[24].
5. Ἄν τώρα ἐκεῖνος ποὺ ἦτο τόσον καθαρὸς καὶ λαμπρότερος ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς Προφήτας, ποὺ μεγαλύτερός του δὲν ἐγεννήθῃ καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε τόσην μεγάλην παρρησίαν, ἄν ἐκεῖνος ἐταλαιπωροῦσε τόσον πολὺ τὸν ἑαυτόν του, περιφρονῶν μὲ πολλὴν δύναμιν τὰς ἐφημέρους ἀπολαύσεις καὶ γυμνάζων τὸν ἑαυτόν του εἰς τὴν σκληρὰν αὐτὴν ζωήν, ποίαν ἀπολογίαν θὰ κάμωμεν ἡμεῖς ποὺ μὲ ὅλας τὰς τόσας εὐεργεσίας καὶ τὰ τεράστια φορτία τῶν ἁμαρτιῶν, δὲν ἐπραγματοποιοῦμεν μήτε τὸ πολλοστημόριον τῆς ἐξομολογήσεως, ποὺ ἀπαιτεῖται, ἀλλὰ παραδιδόμεθα εἰς τὴν μέθην, τὴν πολυφαγίαν, λουζόμεθα μὲ ἀρώματα, δὲν διαφέρομεν καθόλου ἀπὸ τὰς πορνευομένας τοῦ θεάτρου, ἐξασθενοῦμεν ἀπὸ ὅλας τὰς πλευρὰς τὸν ἑαυτόν μας καὶ τὸν κάμνομεν εὔκολον ἄγραν τοῦ διαβόλου;
«Τότε
ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία καὶ Ἰεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ
Ἰορδάνου καὶ ἐβαπτίζοντο ὑπ’ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν».
Βλέπεις πόσον ἰσχυρὰ ἦτο ἡ παρουσία τοῦ προφήτου; Πῶς ἀνεπτέρωσε τὸν λαὸν καὶ τὸν ὡδήγησεν εἰς τὴν συναίσθησιν τῶν ἁμαρτιῶν του; Ἦτο ἀληθινὰ ἄξιον θαυμασμοῦ, νὰ τὸν ἰδῇς νὰ πραγματοποιῇ τέτοια κατορθώματα μὲ ἀνθρωπίνην μροφήν, νὰ ἐπιδεικνύῃ τόσην παρρησίαν, νὰ ἐπιπλήττῃ ὅλους σὰν νὰ ἦσαν παιδιὰ καὶ νὰ ἀστραποβολᾷ ἡ χάρις ἀπὸ τὸ πρόσωπόν του. Εἰς τὴν ἔκπληξιν ἐσυντελοῦσε καὶ ἡ ἐμφάνισις προφήτου ἔπειτα ἀπὸ πολὺ διάστημα· τοὺς εἶχεν ἐγκαταλείψει τὸ χάρισμα καὶ ἐπανῆλθεν εἰς αὐτοὺς ἔπειτα ἀπὸ πολὺν χρόνον. Καὶ ὁ τρόπος τοῦ κηρύγματος ἦτο παράδοξος καὶ ἀσυνήθιστος. Δὲν ἤκουσαν τίποτε ἀπὸ τὰ γνωστά, πολέμους, μάχας, νίκας ἐπιγείους, λιμοὺς καὶ λοιμούς. Βαβυλωνίους καὶ Πέρσας, ἄλωσιν πόλεως καὶ ἄλλα τέτοια συνηθισμένα. Ὄχι. Ἐγίνετο λόγος διὰ τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴν ἐκεῖ βασιλείαν καὶ διὰ τὴν τιμωρίαν εἰς τὴν γέεναν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ μολονότι δὲν ἦτο πολὺς ὁ καιρός, ποὺ εἶχαν ἐξοντωθῆ ὅλοι οἱ ἀποστάται[25] τῆς ἐρήμου μαζὶ μὲ τὸν Ἰούδα καὶ τὸν Θευδᾶ, δὲν ἐδίστασαν νὰ ἐξορμήσουν πρὸς αὐτόν. Δὲν τοὺς ἐκαλοῦσε διὰ τὰ ἴδια, τὴν ἐπιβολὴν τῆς ἐξουσίας, τὴν ἀποστασίαν, τὴν ἐπανάστασιν· ἤθελε νὰ τοὺς χειραγωγήσῃ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Διὰ τοῦτο δὲν τοὺς ἐκρατοῦσε μαζί του εἰς τὴν ἔρημον νὰ τοὺς περιφέρῃ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ· τοὺς ἐβάπτιζε, μετέδιδε εἰς αὐτοὺς τὴν πνευματικὴν διδασκαλίαν του καὶ τοὺς ἄφηνε. Τοὺς ἐδίδασκε δι’ ὅλων, νὰ περιφρονοῦν ὅλα τὰ ἐπίγεια, νὰ ἀνυψώνουν τὸ πνεῦμα των πρὸς τὰ μελλοντικὰ καὶ πρὸς αὐτὰ νὰ κατευθύνωνται καθημερινῶς.
Αὐτὸν ἄς μιμηθοῦμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἀφοῦ ἀφήσωμεν τὴν ἀπόλαυσιν καὶ τὴν μέθην, ἄς ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐστηρὰν ζωήν. Εἶναι καιρὸς ἐξομολογήσεως καὶ διὰ τοὺς ἀμυήτους καὶ διὰ τοὺς βαπτισμένους. Οἱ πρῶτοι, διὰ νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ συμμετάσχουν στὰ ἱερὰ μυστήρια, οἱ δεύτεροι, ἀφοῦ πλύνουν τὴν μετὰ τὸ βάπτισμα ἁμαρτίαν, νὰ προσέλθουν εἰς τὴν τράπεζαν μὲ καθαρὰν συνείδησιν. Ἄς ἀπομακρυνθοῦμεν λοιπὸν ἀπὸ τὴν μαλθακὴν καὶ χαλαρὰν ζωήν. Δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι νὰ συμβαδίζουν ἡ ἐξομολόγησις καὶ ἡ ἀπόλαυσις. Ἄς μᾶς τὰ διδάξῃ καὶ αὐτὰ ὁ Ἰωάννης ἀπὸ τὴν ἐνδυμασία του, ἀπὸ τὴν τροφήν, ἀπὸ τὴν κατοικίαν.
Μᾶς διατάζεις λοιπὸν νὰ περιορισθοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἔτσι; ἐρωτᾷ κάποιος.
Δὲν σᾶς διατάζω, σᾶς συμβουλεύω καὶ σᾶς παρακινῶ. Ἄν τοῦτο δὲν εἶναι τῶν δυνάμεών σας, ἄς δείξωμεν μετάνοιαν παραμένοντες καὶ μέσα εἰς τὰς πόλεις· ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα μας εἶναι τὸ δικαστήριον. Ἀλλὰ καὶ περισσότερον ἄν ἀπεῖχε, καὶ πάλιν δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν θάρρος· διότι τὸ τέλος τῆς ζωῆς καθενός, ἔχει τὸ νόημα καὶ τὴν θέσιν τῆς συντελείας δι’ αὐτὸν ποῦ καλεῖται. Ὅτι ὅμως εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν θήυραν μας, ἄκουσε τὸν Παῦλον νὰ τὸ λέγῃ· «Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν»[26]. Καὶ εἰς ἄλλο σημεῖον· «Ἤξει γὰρ ὁ ἐρχόμενος καὶ οὐ χρονιεῖ»[27]. Συνεπληρώθησαν τὰ σημεῖα ποὺ προμηνύουν ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Μᾶς λέγει· «Κηρυχθήσεται γὰρ τοῦτο τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι· καὶ τότε ἤξει τὸ τέλος».
6. Προσέξατε τὴν ἀκρίβεια τοῦ λόγου. Δὲν εἶπεν· Ὅταν πιστεύσετε ὅλοι εἰς αὐτὸν ἀλλὰ «Ὅταν κηρυχθῇ εἰς ὅλους». Διὰ τοῦτο βεβαίως ἔλεγεν· «Εἰς μαρτύριον τοῖς ἔθνεσιν». Ἔκαμεν σαφὲς ὅτι δὲν ἀναμένει νὰ πιστεύσουν ὅλοι καὶ τότε νὰ ἔλθῃ. Ταὸ μαρτύριον, σημαίνει λόγου κατηγορίας καὶ ἐλέγχου καὶ καταδίκης ἐκείνων ποὺ δὲν ἐπίστευσαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐνῷ τὰ ἀκούομεν καὶ τὰ βλέπομεν, κοιμούμεθα καὶ βλέπομεν ὄνειρον, καθὼς ἀποχαυνωμένοι εἰς βαθυτάτην νύκτα. Διότι βεβαίως δὲν εἶναι καθόλου καλύτερα ἀπὸ ὄνειρα τὰ παρόντα πράγματα, εἴτε εἶναι εὐχάριστα εἴτε δυσάρεστα.
Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐξυπνήσετε καὶ νὰ στρέψετε τὸ βλέμμα σας πρὸς τὸν ἤλιον τῆς δικαιοσύνης. Ὅποιος κοιμᾶται δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰδῇ τὸν ἤλιον καὶ νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν δράσιν του μὲ τὴν ὡραιότητα τῆς ἀκτινοβολίας του, ἀλλὰ ὅ,τι ἰδῇ, τὸ βλέπει ὅπως μέσα εἰς ὄνειρον. Διὰ τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ λεπτομερῆ ἐξομολόγησιν καὶ ἀπὸ δάκρυα πολλὰ καὶ ἐπειδὴ χωρὶς συναίσθησιν ἁμαρτάνομεν καὶ ἐπειδὴ τὰ ἁμαρτήματά μας εἶναι μεγάλα καὶ ἀπὸ συγγνώμην βαρύτερα. Ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ψεῦδος μου, μαρτυροῦν οἱ περισσότεροι ἀπὸ ὅσους μὲ ἀκούετε. Ἐν τοῦτοις, καὶ ἄν ἀκόμη εἶναι μεγαλύτερα ἀπὸ τὴν συγγνώμην, ἄς μετανοήσωμεν καὶ θὰ ἀπολαύσωμεν τοὺς στεφάνους. Καὶ δὲν θεωρῶ ὡς μετάνοιαν νὰ ἐγκαταλείψετε μόνον τὰς παλαιὰς κακὰς πράξεις σας, ἀλλὰ νὰ ἐπιδείξετε ἀκόμη μεγαλυτέρας καλάς. Μᾶς λέγει· «Ποιήσατε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας». Πῶς θὰ τοὺς ἐπιτύχωμεν; Ἄν πράξωμεν τὰ ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι προηγουμένως. Ἤρπασες λόγου χάριν τὰ ξένα; Δῶσε τώρα καὶ τὰ ἰδικά σου. Ἐπόρνευσες ἐπὶ πολὺν χρόνον; Μὴ πλησιάσῃς ἐπὶ ἕνα διάστημα οὔτε τὴν ἰδικήν σου γυναῖκα, κάμε ἐγκράτειαν. Προσέβαλες καὶ ἐκτύπησες τοὺς περαστικούς; Εὐχαρίστησε τώρα ὅσους σὲ προσβάλλουν· εὐεργέτησε ὅσους σὲ κτυποῦν. Διὰ νὰ γίνωμεν καλοί, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ βέλος· πρέπει νὰ ἐπιθέσωμεν καὶ φάρμακα στὸ τραῦματα. Εἶχες παραδοθῆ τὸν περασμένον καιρὸν εἰς τὰς ἀπολαύσεις καὶ τὴν μέθην; Νὰ νηστεύσῃς τώρα, νὰ τηρήσῃς ὑδροποσίαν, διὰ νὰ ἐπανορθώσῃς τὴν ζημίαν ποὺ ὑπέστης. Εἶδες μὲ ἀκολάστους ἀνθρώπους ξένην ὀμορφιάν; Μὴ ἀντικρύσῃς εἰς τὸ ἐξῆς καθόλους γυναῖκα, διὰ νὰ εἶσαι περισσότερον ἀσφαλής.
Μᾶς λέγει : «Ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν»[28], καὶ ἀλλοῦ· «Παῦσον τὴν γλῶσσαν σου ἀπὸ κακοῦ καὶ τὰ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον»[29]. Εἰπέ μου τώρα καὶ τὸ ἀγαθόν· «Ζήτησον εἰρήνην καὶ δίωξον αὐτήν»[30]. Καὶ δὲν ἐννοῶ τὴν εἰρήνην μὲ τοὺς ἀνθρώπους μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰρήνην μὲ τὸν Θεόν. Εἶπε καλῶς «δίωξον». Διότι τὴν ἔχουν ἀπελάσει καὶ ἀποβάλει, καὶ ἐκείνη, ἀφοῦ ἄφησε τὴν γῆν ἐταξίδευσεν εἰς τὸν οὐρανόν. Θὰ ἠμπορέσωμεν ὅμως νὰ τὴν ἐπαναφέρωμεν, ἄν θέλωμεν. Καὶ ἀφοῦ παραμερίσωμεν ὅλα ὅσα τὴν ἐμποδίζουν, τὴν ἀφροσύνην, τὴν ἀλαζονείαν, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὸν σώφρονα τοῦτον καὶ λιτὸν βίον. Τίποτε δὲν εἶναι βαρύτερον ἀπὸ τὴν ὀργὴν καὶ τὸ θράσος. Αὐτὰ δημιουργοῦν τοὺς φαντασμένους, ἀλλὰ καὶ τοὺς δουλοπρεπεῖς, μὲ τὴν φαντασίαν των καταγελάστους καὶ μὲ τὴν δουλοπρέπειάν των μισητούς· καὶ συνδυάζει ἀντιθέτους κακίας, τὴν ἀνοησίαν καὶ τὴν κολακείαν. Ἄν ὅμως περικόψωμεν τὴν ὑπερβολὴν τοῦ πάθους, θὰ γίνωμεν ταπεινοὶ καὶ μὲ μέτρον καὶ ὑψηλοὶ μὲ ἀσφάλειαν. Διότι καὶ εἰς τὰ σώματά μας ἀπὸ τὴν ὑπερβολὴν εἶναι ποὺ δημιουργοῦνται αἱ δύσκολοι καταστάσεις. Ὅταν τὰ διάφορα στοιχεῖα μέσα μας ὑπερβοῦν τὰ ὅρια τῆς δραστηριότητός των καὶ ξεπεράσουν τὸ μέτρον, τότε προκαλοῦνται αἱ διάφοροι ἀσθένειαι καὶ οἱ ὀδυνηροὶ θάνατοι. Τὸ ἴδιον θὰ διαπιστώσῃ κανεὶς ὅτι συμβαίνει καὶ εἰς τὴν ψυχήν.
7. Ἄς περικόψωμεν λοιπὸν τὴν ὑπερβολὴν καὶ ἄς πιοῦμε μὲ τὸ σωτήριον ποτήριον τοῦ μέτρου[31]. Ἄς μείνωμεν εἰς τὸν συνδυασμὸν ποὺ πρέπει καὶ ἄς τηρήσωμεν μὲ ἀκρίβειαν τὰς προσευχάς μας. Ἄν δὲν λάβωμεν, ἄς ἐξακολουθήσωμεν διὰ νὰ λάβωμεν καὶ ἄν λάβωμεν, ἐπειδὴ ἐλάβαμεν. Διότι καὶ ὁ ἴδιος δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναβάλῃ τὴν δωρεὰν ἀλλὰ μὲ τὴν καθυστέρησιν μηχανεύεται τὴν ἰδικήν μας ἐπιμονήν. Διὰ τοῦτο καὶ ἀναβάλλει τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς αἰτήσεώς μας καὶ παραχωρεῖ συχανὰ νὰ ἔλθῃ ὁ πειρασμός, διὰ νὰ καταφεύγωμεν συνεχῶς εἰς αὐτὸν καὶ νὰ μένωμεν πλησίον του. Ἔτσι κάμνουν καὶ οἱ σαρκικοὶ πατέρες καὶ αἱ μητέρες αἱ φιλότεκνοι. Ὅταν ἰδοῦν ὅτι τὰ παιδιά των, ἀφοῦ ἀφήσουν τὴν ἰδικήν των συντροφιάν, παίζουν μὲ τοὺς συνομηλίκους των, κάμνουν τοὺς ὑπηρέτας των νὰ σκηνοθετήσουν πολλὰς συμφοράς, ὥστε ἀπὸ φόβον νὰ ἀναγκασθοῦν νὰ καταφύγουν εἰς τὴν μητρικὴν ἀγκάλην. Ὅμοίως καὶ ὁ Θεὸς ἐπισείει συχνὰ τὴν ἀπειλήν, ὄχι διὰ νὰ μᾶς ἀπομακρύνῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ μᾶς προσελκύσῃ κοντά του· καὶ ὅταν ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτόν, ἀμέσως καταργεῖ τὸν φόβον. Διότι ἄν ἤμεθα ὅμοιοι κατὰ τοὺς πειρασμοὺς καὶ κατὰ τὴν ἔλειψίν των, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῶν πειρασμῶν.
Καὶ δὲν ἰσχύει τοῦτο δι’ ἡμᾶς μόνον· καὶ οἱ παλαιοὶ ἅγιοι ἀπεκόμιζαν πολλὴν ὠφέλειαν μὲ τὸν ἴδιον τρόπον. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ προφήτης λέγει· «Ἀγαθόν μοι ὅτι ἐταπείνωσάς με»[32]· Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ἔλεγεν εἰς τοὺς Ἀποστόλους· «Ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἔξετε»[33]. Καὶ ὁ Παῦλος ὅμως τὸ ἴδιον ὑπονοεῖ ὅταν λέγῃ· «Ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος Σατάν, ἵνα μὲ κολαφίζῃ»[34]. Διὰ τοῦτο καὶ παρεκάλεσε νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν πειρασμόν, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ ἐπιτύχῃ, ἐπειδὴ πολὺ κέρδος ἀπεκόμιζεν ἀπὸ αὐτόν. Ἄν ἐπίσης ἐξετάσωμεν ὅλον τὸν βίον τοῦ Δαυίδ, θὰ τὸν εὕρωμεν νὰ λάμπῃ περισσότερον κατὰ τὰς περιόδους κινδύνου καὶ ὁ ἴδιος καὶ οἱ ἄλλοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Καὶ ὁ Ἰὼβ τότε ἔλαμψε περισσότερον καὶ ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν εὐδοκίμησε τόσον πολύ, καὶ ὁ Ἰακὼβ καὶ ὁ πατέρας του καὶ ὁ πατέρας τούτου, ὅλοι ὅσοι ἔχουν ὡς τώρα φορέσει τοὺς λαμπροτέρους στεφάνους, ἐστεφανώθησαν καὶ ἀνεκηρύχθησαν χάρις εἰς τὰς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμούς.
Ἄς τὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅλα αὐτὰ καὶ κατὰ τὸν σοφὸν λόγον, «Μὴ σπέυσωμεν ἐν καιρῷ ἐπαγωγῆς»[35]. Εἰς ἕνα μόνον ἄς ἀσκήσωμεν τὸν ἑαυτόν μας, τὸ νὰ ὑποφέρωμεν τὰ πάντα μὲ γενναιότητα· νὰ μὴν πολυασχολούμεθα μὲ ὅ,τι συμβαίνει καὶ νὰ μὴ τὸ λεπτολογοῦμεν. Ἡ γνῶσις, διὰ τὸ πότε πρέπει νὰ σταματήσουν αἱ θλίψεις, ἀνήκει εἰς τὸν Θεόν, ποὺ παραχωρεῖ νὰ μᾶς ἐπισκεφθοῦν. Τῆς εὐγνωμοσύνης μας καθῆκον εἶναι νὰ τὰς ὑπομείνωμεν μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν. Ἄν γίνῃ τοῦτο, ἐπακολουθοῦν ὅλα τὰ ἀγαθά. Διὰ νὰ ἐπακολουθήσουν λοιπὸν καὶ διὰ νὰ γίνωμεν ἄξιοι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ λαμπρότεροι ἄς δεχώμεθα ὅ,τι μᾶς στείλῃ ὁ Θεός, ἀποδίδοντες εὐχαριστίας δι’ ὅλα εἰς αὐτόν, ποὺ γνωρίζει καλύτερα ἀπὸ ἡμᾶς τὸ συμφέρον μας καὶ μᾶς ἀγαπᾷ ἰσχυρότερον ἀπὸ τοὺς γονεῖς μας. Τὰς δύο αὐτὰς σκέψεις ἄν σιγοψιθυρίζωμεν πρὸς τὸν ἑαυτό μας εἰς κάθε δυσκολίαν καὶ ἄς περιορίζωμεν τὴν λύπην μας, δοξολογοῦντες εἰς ὅλα τὸν Θεόν, ποὺ οἰκονομεῖ τὰ πάντα πρὸς χάριν μας. Ἔτσι θὰ ἀποκρούσωμεν καὶ τὰς διαβολὰς μὲ εὐκολίαν καὶ θὰ κερδίσωμεν τὸν ἄφθαρτον στέφανον μὲ τὴν Χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς Αὐτὸν καὶ εἰς τὸν Πατέρα καὶ μαζὶ μὲ τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ δύναμις καὶ ἡ τιμὴ καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
[1] Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 66-70 τῶν Ἰουδαίων κατεστράφη ἡ πόλις καὶ ὁ ναός. Ἡ ἱερὰ πόλις κατελήφθη ὑπὸ τοῦ Τίτου τὸ 70μ.Χ.. Εἰς τὸν νοῦν ἔρχεται ἡ συγκλονιστικὴ προφητεία τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ εἰς Ματθ. κγ΄, 38 «Ιδοὺ ἀφίεται ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος».
[2] Ματθ. κδ΄, 1 ἑ.
[3] Ματθ. γ΄, 15.
[4] Λουκᾶ γ, 2.
[5] Ἰωαν. α΄, 33.
[6] Ἱωαν. α΄, 31.
[7] Λουκᾶ γ’, 3.
[8] Α΄ Κορ. στ΄, 11.
[9] Πραξ. θ΄, 4.
[10] Μαρκ. α΄, 4.
[11] Ρωμ. ι΄, 3.
[12] Ρωμ. θ΄ 30, 32.
[13] Λουκᾶ γ΄, 8.
[14] Μαρκ. α΄, 4.
[15] Πραξ. ιθ΄, 4.
[16] Ἠσ. μ΄, 3.
[17] Ματθ. γ΄, 8.
[18] Λουκ. γ΄, 5-6, Ἠσ. μ΄, 4-5.
[19] Ματθ. κβ΄, 31.
[20] Ἠσ. ξε΄, 25.
[21] Ἠσ. ια΄, 10.
[22] Σχετικὰ μὲ τὴν ἀναισχυντίαν τῶν κυνικῶν φιλοσόφων, ποὺ ἐξεκίνησαν ὡς συγκληρονόμοι τοῦ σωκρατικοῦ πνεύματος, ἰδοὺ τὶ γράφεται εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς Ἑλλην. Φιλοσοφίας Τσέλλερ – Νέστλε, μετ. Χ. Θεοδωρίδη, 1942, σ 141. «Χτυποῦσαν ἀπὸ προμελέτη… καὶ τὸ φυσικὸ αἴσθημα τῆς ντροπῆς, γιὰ νὰ δείξουν μὲ αὐτὸ τὴν ἀδιαφορία τους γιὰ τὶς γνῶμες τῶν ἀνθρώπων».
[23] Πράξ. κα΄, 11.
[24] Λουκᾶ ζ΄, 25.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου