Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία Α΄.


Ἔπρεπε βέβαια ἐμεῖς νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην ἀπὸ τὴν βοήθειαν τῶν γραμμάτων ἀλλὰ νὰ παρουσιάζωμεν τόσον καθαρὸν βίον, ὥστε ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος νὰ λαμβάνη τὴν θέσιν βιβλίων, διὰ τὰς ψυχάς μας, καὶ ὅπως αὐτὰ ἔχουν γραφὴ μὲ μελάνην, ἔτσι καὶ αἳ καρδίαι μας νὰ ἔχουν γραφὴ μὲ τὸ Πνεῦμα. Ἀφοῦ ὅμως ἀπεκρούσαμεν τὴν χάριν αὐτήν, ἃς ἀποδεχθοῦμεν τουλάχιστον τὸ «δεύτερον ταξίδι». 

Ὅτι τὸ πρώτον ἦτο καλύτερον, μᾶς τὸ ἐφανέρωσεν ὁ Θεὸς καὶ μὲ ὅσα εἶπε καὶ μὲ ὅσα ἔκαμε. Διότι καὶ μὲ τὸν Νῶε καὶ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τοὺς ἀπογόνους ἐκείνου καὶ μὲ τὸν Ἰώβ, καὶ μὲ τὸν Μωϋσῆ ἀκόμη, δὲν ἐπικοινωνοῦσε μὲ γράμματα ἂλλ’ ὁ ἴδιος αὐτοπροσώπως, ἐπειδὴ εὕρισκε τὸν νοῦν των καθαρόν

Ὅταν ὅμως ὅλος ὁ Ἰουδαϊκὸς λαὸς ἔπεσεν εἰς τὸν πυθμένα κυριολεκτικὰ τῆς κακίας, τότε πλέον χρησιμοποιοῦνται τὰ γράμματα καὶ αἳ πλάκες καὶ ἡ ὑπενθύμισις ποὺ αὐτὰ παρέχουν. Τοῦτο ὄχι μόνον εἰς τοὺς Ἁγίους τῆς Παλαιᾶς ἀλλὰ τὸ βλέπει κανεὶς νὰ γίνεται καὶ εἰς τοὺς Ἁγίους τῆς Καινῆς. Ἀκόμη καὶ εἰς τοὺς Ἀποστόλους δὲν ἔδωσε τίποτε γραπτὸν ὁ Θεὸς ἀλλὰ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ δώση εἰς αὐτοὺς τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος καὶ ὄχι γραπτά. Λέγει «Ἐκεῖνος γὰρ ἀναμνήσει ὑμᾶς ταῦτα».

Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσης ὅτι τοῦτο ἦτο πολὺ καλύτερον, ἄκουσε τί λέγει διὰ τοῦ στόματος τοῦ προφήτου. «Διαθήσομαι ὑμὶν διαθήκην καινήν, διδοὺς νόμους μου εἰς διάνοιαν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ καρδίας γράψω αὐτούς, καὶ ἔσονται πάντες διδακταὶ Θεοῦ»

Καὶ ὁ Παῦλος θέλων νὰ δείξη αὐτὴν τὴν ὑπεροχὴν ἔλεγεν ὅτι «ἐλάβαμεν νόμους ὄχι εἰς λιθίνας πλάκας ἀλλὰ εἰς τᾶς σαρκίνας πλάκας τῆς καρδίας». Ἐπειδὴ ὅμως μὲ τὸ πέρασμα τοῦ καιροῦ οἱ νόμοι ἔσβησαν ἄλλοι ἐξ αἰτίας ἀλλαγῆς πεποιθήσεων, ἄλλοι λόγω τρόπου ζωῆς, ἐχρειάσθη πάλιν ἡ ὑπόμνησις μὲ γράμματα. Στοχάσου λοιπὸν πόσον μέγα κακὸν εἶναι ἐμεῖς ποὺ ὠφείλαμεν νὰ ζοῦμεν βίον καθαρόν, ὥστε νὰ μὴν ἔχωμεν καμμίαν ἀνάγκην γραμμάτων ἀλλὰ νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸ πνεῦμα ἀντὶ βιβλίων τὰς καρδίας μας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἀφοῦ ἐχάσαμεν ἐκείνην τὴν τιμὴν καὶ ἤλθαμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν γραμμάτων, νὰ μὴ χρησιμοποιοῦμεν ὀρθῶς οὔτε αὐτὸ τὸ δεύτερον φάρμακον. Διότι ἂν ἦτο κατηγορία τὸ νὰ χρειασθοῦμεν τὰ γράμματα καὶ νὰ μὴ σύρωμεν εἰς ἠμᾶς τὴν Χάριν τοῦ Πνεύματος, σκέψου πόσον μεγάλη κατηγορία εἶναι νὰ μὴ θέλωμεν νὰ ἐπωφεληθοῦμεν μήτε ἀπὸ τὴν βοήθειαν αὐτήν, ἀλλὰ νὰ περιφρονοῦμεν τὰ γράμματα, σὰν νὰ ἔχουν δοθῆ χωρὶς λόγον καὶ σκοπὸν καὶ νὰ ἐπισύρωμεν τὴν τιμωρίαν μεγαλυτέραν. Δία νὰ μὴ γίνη τοῦτο ἂς προσέχωμεν μὲ ἀκρίβειαν εἰς τὰς γραφὰς καὶ ἂς διδαχθοῦμεν πῶς ἐδόθη ὁ παλαιὸς νόμος καὶ πῶς ἡ Καινὴ Διαθήκη.

Πῶς λοιπὸν ἐδόθη τότε ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ πότε καὶ ποῦ; Ἔπειτα ἀπὸ τὴν καταστροφὴν τῶν Αἰγυπτίων εἰς τὴν ἔρημον, ἐπάνω εἰς τὸ ὄρος Σινά, ἐνῶ ἀνυψώνετο ἀπὸ τὸ ὄρος καπνὸς καὶ πῦρ, ἠχουσεν ἡ σάλπιγγα, ἐξεσποῦσαν βρονταὶ καὶ ἀστραπαὶ καὶ ὁ Μωυσῆς εἰσήρχετο εἰς αὐτὸν τὸν γνόφον. Δὲν συνέβη ἔτσι εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην. Μήτε εἰς τὴν ἔρημον ἐδόθη, μήτε εἰς τὸ ὄρος οὔτε μὲ καπνὸν καὶ σκότος καὶ ἀχλὺν καὶ θύελλαν. Ἀλλὰ μέσα εἰς τὸ σπίτι ἐνῶ ἤρχιζε ἡ ἡμέρα καὶ ἤσαν ὅλοι καθισμένοι μαζί, συνέβησαν τὰ πάντα μὲ πολλὴν ἡμερότητα. Δι’ ὅσους ἔχουν ἀκαλλιέργητον λογικὴν καὶ εἶναι δυσάγωγοι ἐχρειάζετο κάποια ἱκανοποίησις τῶν αἰσθήσεων μὲ τὴν ἔρημον, τὸ ὅρος, τὸν καπνόν, τὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος καὶ τὰ ἄλλα ὅμοια. Ἐνῶ διὰ τοὺς προχωρημένους καὶ πειθηνίους, ἂν ἔχουν ὑπερνικήσει τὴν δύναμιν τοῦ σώματος, δὲν ὑπάρχει χρεία κανενὸς ἀπὸ αὐτά. Ἐὰν τώρα καὶ εἰς τὴν συγκέντρωσιν αὐτὴν ἠκούσθη ἦχος, τοῦτο δὲν ἔγινε διὰ τοὺς ἀποστόλους ἀλλὰ διὰ τοὺς παρισταμένους Ἰουδαίους, χάριν τῶν ὁποίων ἐφάνησαν καὶ αἳ γλῶσσαι τοῦ πυρός. Ἂν καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸ ἔλεγαν ὅτι «Γλεύκους μεμεστωμένοι εἰσί», θὰ ἔλεγαν περισσότερα, ἂν δὲν ἔβλεπαν τίποτε ἀπὸ αὐτά.

Καὶ εἰς μὲν τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ὅταν ἀνέβη ὁ Μωυσῆς, κατέβη ὁ Θεός. Ἐδῶ ὅμως, ἀφοῦ ἡ ἰδική μας φύσις ἀνυψώθη εἰς τὸν οὐρανὸν ἢ μᾶλλον εἰς τὸν θρόνον τοῦ βασιλέως, τότε κατέρχεται τὸ Πνεῦμα. Καὶ ἂν τὸ Πνεῦμα ἦτο ὀλιγώτερον, δὲν θὰ ἤσαν ὅσα συνέβησαν μεγαλύτερα καὶ πλέον θαυμαστά. Διότι αἳ νεώτεραι πλάκες εἶναι πολὺ ἀνώτεραι καὶ λαμπρότερα τὰ ἔργα. Δὲν κατέβαιναν οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τὸ ὄρος ἔχοντες εἰς τὰ χέρια των στήλας ἀπὸ λίθον, ὅπως ὁ Μωυσῆς. Εἶχαν εἰς τὸν νοῦν των τὸ Πνεῦμα καὶ ξεχειλίζοντες ἀπὸ κάποιον θησαυρὸν καὶ ἀπὸ κάποιαν πηγὴν διδαχῆς καὶ χαρισμάτων καὶ ὅλων τῶν ἀγαθῶν περιήρχοντο ὅλα τὰ μέρη, καὶ ἤσαν οἱ ἴδιοι μὲ τὴν δύναμιν τῆς Χάριτος βιβλία ζωντανὰ καὶ νόμοι ἔμψυχοι. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκέρδισαν τὰς τρεῖς καὶ τὰς πέντε χιλιάδας καὶ τὰ πλήθη τῆς γῆς, ἐπειδὴ ἦτο ὁ Θεὸς ποὺ ὠμιλοῦσεν εἰς ὅλους τοὺς προσερχομένους μὲ τὸ στόμα ἐκείνων. Ἀφοῦ καὶ ὁ Ματθαῖος ἀκόμη, γεμάτος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, ἔγραψεν ὅσα ἔγραψεν. Ὁ Ματθαῖος ὁ τελώνης. Δὲν ἐντρέπομαι ποὺ τὸν ἀποκαλῶ ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμά του, οὔτε αὐτὸν οὔτε τοὺς ἄλλους. Διότι αὐτὰ ἀποδεικνύουν καλύτερα καὶ τὴν Χάριν τοῦ Πνεύματος ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρετὴν ἐκείνων

Δικαιολογημένα τὴν συγγραφήν του αὐτὴν τὴν ἐκάλεσεν Εὐαγγέλιον. Ἦλθε καὶ ἐκήρυττεν εἰς ὅλους τὴν κατάργησιν τῆς κολάσεως, τὴν διάλυσιν τῶν ἁμαρτιῶν, τὴν δικαιοσύνην, τὸν ἁγιασμόν, τὴν ἀπολύτρωσιν, τὴν υἱοθεσίαν, τὴν κληρονομίαν τῶν οὐρανῶν, τὴν συγγένειαν πρὸς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, εἰς τοὺς ἐχθρούς, τοὺς ἀγνώμονας, εἰς αὐτοὺς ποὺ κάθηνται εἰς τὸ σκότος. Τί ἠμπορεῖ νὰ ἐξισωθῆ μὲ τὰ Εὐαγγέλια αὐτά; Θεὸς ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, ἄνθρωπος εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ ὅλα ἔχουν ἀναμιχθῆ, οἱ ἄγγελοι ἐχόρευαν μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐσυντρόφευαν τοὺς ἀγγέλους καὶ τὰς ἄλλας δυνάμεις τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἰδῆς εἰρηνευμένον τὸν πολυχρόνιον πόλεμον, τὴν συμφιλίωσιν τοῦ Θεοῦ μὲ ἠμᾶς τοὺς ἀνθρώπους, ἐξηυτελισμένον τὸν διάβολον, τοὺς δαίμονας νὰ δραπετεύουν, τὸν θάνατον νὰ ἔχη καταργηθῆ, τὸν παράδεισον νὰ ἀνοίγεται, τὴν κατάραν νὰ ἐξαφανίζεται, τὴν ἁμαρτίαν ἐξωρισμένην, τὴν πλάνην νὰ ἔχη ἐκδιωχθῆ, τὴν ἀλήθειαν νὰ ἔχη ἐπανέλθει, τὸν λόγον τῆς εὐσεβείας νὰ σπείρεται παντοῦ καὶ νὰ κυματίζη, τὴν πολιτείαν τοῦ οὐρανοῦ νὰ φυτεύεται εἰς τὴν γῆν, νὰ ὁμιλοῦν μὲ ἐλευθερίαν αἳ δυνάμεις ἐκεῖναι μὲ ἠμᾶς, νὰ ἐπισκέπτωνται συνεχῶς οἱ ἄγγελοι τὴν γῆν καὶ νὰ ὑπάρχη πολλὴ ἐλπίδα γιὰ τὴν μέλλουσαν ζωήν. 

Δία τοῦτο ἐκάλεσε τὴν ἱερὰν αὐτὴν ἱστορίαν Εὐαγγέλιον. Διότι ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι λέξεις μόνον κεναὶ ἀπὸ πραγματικὸν περιεχόμενον, ἤτοι ὁ πλοῦτος τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τὸ μέγεθος τῆς ἐξουσίας, τὰ ἀξιώματα, αἳ δόξαι καὶ αἳ τιμαὶ καὶ ὅλα ὅσα θεωροῦνται ἀγαθὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τὰ κηρύγματα ὅμως τῶν ἁλιέων θὰ ἠμποροῦσαν ἀληθινὰ καὶ κυριολεκτικὰ νὰ ἀποκληθοῦν εὐαγγέλια. Ὄχι μόνον ἐπειδὴ εἶναι σταθερὰ καὶ ἀκλόνητα ἀγαθὰ καὶ ἀνώτερα ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας ἀξίαν ἀλλὰ καὶ διότι μας ἐδόθησαν μὲ ὅλην τὴν εὐκολίαν. Διότι οὔτε ἐκοπιάσαμεν οὔτε ἰδρώσαμεν, δὲν ἐκουρασθήκαμεν καὶ δὲν ἐταλαιπωρήθημεν ἀλλὰ μόνον ἐπειδὴ ἠγαπήθημεν ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐλάβαμεν αὐτὰ ποὺ ἐλάβαμεν

Καὶ διατὶ τάχα ἐνῶ ἤσαν τόσον πολλοὶ οἱ μαθηταί, γράφουν μόνον δυὸ ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους καὶ δυὸ ἀπὸ τοὺς ἀκολούθους των;

Διότι ὁ ἕνας ἦτο μαθητὴς τοῦ Παύλου καὶ ὁ ἄλλος τοῦ Πέτρου καὶ μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννην καὶ τὸν Ματθαῖον ἔγραψαν τὰ Εὐαγγέλια. Ἐπειδὴ τίποτε δὲν ἔκαναν διὰ νὰ δοξασθοῦν ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν μίαν ἀνάγκην. 

Καὶ λοιπὸν δὲν ἔφθανεν ἕνας εὐαγγελιστὴς νὰ τὰ ἐξιστορήση ὅλα;

Βεβαίως ἔφθανεν. Ἂν ὅμως πάλιν αὐτοὶ ποὺ γράφουν εἶναι τέσσαρες ἐνῶ δὲν γράφουν κατὰ τὸν ἴδιον χρόνον, οὔτε εἰς τοὺς αὐτοὺς τόπους οὔτε ἔπειτα ἀπὸ συνάντησιν καὶ συνομιλίαν, ἐν τούτοις ὁμιλοῦν δι’ ὅλα σὰν ἀπὸ ἕνα στόμα, γίνεται τότε αὐτὸ ἡ μεγίστη ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας

Ναί, ἀλλὰ συνέβη τὸ ἀντίθετον, παρατηρεῖ, εἰς πολλὰ σημεῖα συλλαμβάνονται νὰ διαφωνοῦν.

Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας. Ἂν δηλαδὴ εἶχαν συμφωνήσει δι’ ὅλα μὲ τὴν μεγαλυτέραν ἀκρίβειαν καὶ διὰ τὸν χρόνον καὶ διὰ τὸν τόπον καὶ διὰ τὰς λέξεις τὰς ἰδίας, κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς δὲν θὰ ἐπίστευεν ὅτι χωρὶς συνάντησιν καὶ συμφωνίαν ἀνθρωπίνην ἔγραψαν ὅσα ἔγραψαν. Δὲν εἶναι δεῖγμα εἰλικρινείας τόσον μεγάλη συμφωνία. Τώρα ὅμως καὶ ἡ φαινομενικὴ εἰς τὰς λεπτομερείας διαφωνία τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ κάθε ὑποψίαν καὶ ὑπεραμύνεται θαυμάσια τοῦ τρόπου τῶν συγγραφέων. Ἐὰν ὡμίλησαν διαφορετικὰ διὰ τὸν χρόνον καὶ τὸν τόπον, τοῦτο δὲν ζημιώνει καθόλου τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων των.

Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ὅμως, καθόσον μᾶς παραχωρήσει ὁ Θεός, θὰ προσπαθήσωμεν προχωροῦντες νὰ τὰ διαλευκάνωμεν καὶ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν μαζὶ μὲ τὰ λεχθέντα νὰ προσέξετε καὶ ἐκεῖνο : ὅτι εἰς τὰ κεφαλαιώδη, ποὺ συγκρατοῦν τὴν ζωήν μας καὶ συνθέτουν τὸ κήρυγμα, πουθενὰ δὲν εὑρίσκεται κανένας ἀπὸ αὐτοὺς νὰ διαφωνῆ. Ποὶα εἶναι αὐτά; Ὅτι ὁ Θεὸς λόγου χάριν ἔγινεν ἄνθρωπος, ὅτι ἔκαμε θαύματα, ὅτι ἐσταυρώθη, ἐτάφη, ἀνέστη, ἀνελήφθη, ὅτι πρόκειται νὰ κρίνη, ὅτι ἔδωκε σωστικὰς ἐντολάς, ὅτι δὲν εἰσήγαγε νόμον ἀντίθετον πρὸς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην, ὅτι εἶναι Υἱός, Μονογενής, γνήσιος, ὅτι εἶναι τῆς ἰδίας οὐσίας μὲ τὸν Πατέρα καὶ ὅσα ὅμοια. Εἰς αὐτὰ θὰ εὔρωμεν ὅτι συμφωνοῦν ἀπολύτως. Ἐνῶ ὡς πρὸς τὰ θαύματα, ἂν δὲν τὰ ἀνέφεραν ὅλοι ὅλα, ἀλλὰ ὁ ἕνας αὐτὰ καὶ ὁ ἄλλος ἐκεῖνα, τοῦτο ἂς μὴ σὲ ἀνησυχῆ. Ἂν τὰ ἀνέφερεν ἕνας ὅλα, οἱ ἄλλοι ἤσαν περιττοί. Ἄν πάλιν τὰ ἀνέφεραν ὅλοι διαφορετικὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ μόνον αὐτοί, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀπόδειξις τῆς συμφωνίας. Δία τοῦτον τὸν λόγον καὶ ἀπὸ κοινοῦ ὡμίλησαν διὰ πολλὰ καὶ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς ἐπῆρε καὶ μᾶς διηγεῖται κάτι τὸ ἰδιαίτερον. Ἔτσι οὔτε περιττὸς θὰ φανῆ καὶ ὅτι συμμετέχει εἰς τὴν ἐξιστόρησιν χωρὶς λόγον ἀλλὰ καὶ κριτήριον ἀκριβὲς θὰ προσφέρη διὰ τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων. 

Ὁ Λουκᾶς λοιπὸν παραθέτει καὶ τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία τὸν ὤθησεν εἰς τὴν συγγραφήν. Λέγει : «Ἴνα ἔχης περὶ ὢν κατηχήθης λόγων τὴν ἀσφάλειαν». Δηλαδή, διὰ νὰ εἶσαι ἀσφαλισμένος μὲ τὴν διαρκῆ ὑπόμνησιν καὶ νὰ παραμένης ἀσφαλής. Ὁ Ἰωάννης ἀπὸ τὴν ἄλλην ἀπεσιώπησε τὴν αἰτίαν. Διότι ὑπάρχει παράδοσις ποὺ ἔφθασε μέχρις ἠμῶν ἀπὸ παλαιά, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῶν πατέρων μας, ὅτι μήτε ὁ Ἰωάννης δὲν ἤρχισε νὰ γράφη χωρὶς λόγον. Ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ τρεῖς ἠθέλησαν ν’ ἀσχοληθοῦν μὲ τὴν ἀφήγησιν τῆς θείας οἰκονομίας καὶ παρ’ ὀλίγον ν’ ἀποσιωπηθῆ ἡ διδασκαλία περὶ θεότητος, τὸν ἐφώτισεν ὁ Θεὸς καὶ ἔκανε ἔτσι τὴν συγγραφὴν τοῦ εὐαγγελίου του. Τοῦτο γίνεται φανερὸν καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν διήγησιν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ προοίμιον τοῦ εὐαγγελίου. Δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὴν γῆν κάτω ὅμοια μὲ τοὺς ἄλλους ἀλλὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ὑψηλά, ὅπου ἐβιάζετο νὰ φτάση καὶ χάριν τοῦ ὁποίου ἔχει συνθέσει τὸ βιβλίον του ὅλον. Καὶ ὄχι μόνον εἰς τὸ προοίμιον ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ Εὐαγγελίου του εἶναι ὑψηλότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἐπίσης λέγεται ὅτι καὶ ὁ Ματθαῖος, ἀφοῦ ἦλθαν καὶ τὸν παρεκάλεσαν, ἄφησε γραπτὰ εἰς τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἐπίστευσαν ὅσα ἐδίδαξε προφορικὰ καὶ ὅτι συνέγραψε τὸ Εὐαγγέλιόν του εἰς τὴν ἑβραϊκὴν γλώσσαν. Ἀλλὰ καὶ ὁ Μάρκος εἰς τὴν Αἴγυπτον ἔκαμε τὸ ἴδιο, ἔπειτα ἀπὸ παράκλησιν τῶν μαθητῶν.

Δία τοῦτο λοιπὸν, ὁ μὲν Ματθαῖος, ἐπειδὴ γράφει πρὸς Ἑβραίους, δὲν ἠθέλησε νὰ δείξη τίποτε περισσότερον παρὰ ὅτι κατήγετο ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Δαυίδ, ὁ δὲ Λουκᾶς ἐπειδὴ ἀπευθύνεται εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ κοινοῦ, ὁδηγεῖ τὸν λόγον πιὸ πέρα καὶ προχωρεῖ μέχρι τοῦ Ἀδάμ. Καὶ ὁ ἕνας ἀρχίζει ἀπὸ τὴν καταγωγήν, ἐπειδὴ τίποτε δὲν ἱκανοποιοῦσε τόσον τὸν Ἰουδαῖον, ὅσον νὰ μάθη ὅτι ὁ Χριστὸς ἦτο ἀπόγονος τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Δαυίδ. Ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν εἶναι καὶ τοῦ ἄλλου. Ἀναφέρει πρῶτον πολλὰ ἄλλα πράγματα καὶ τότε προχωρεῖ εἰς τὴν γενεαλόγησιν. 

Τὴν συμφωνίαν των θὰ τὴν δείξωμεν καὶ ἀπὸ τὴν οἰκουμένην ποὺ ἐδέχθη τὸ κήρυγμα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδίους τους ἐχθρούς τῆς Ἀληθείας. Διότι ἔπειτα ἀπὸ αὐτοὺς ἐγεννήθησαν πολλαὶ αἱρέσεις μὲ ἀντιθέτους δοξασίας πρὸς τὰ κηρυχθέντα καὶ ἄλλαι μὲν ἀπὸ αὐτᾶς ἐδέχθησαν ὅλα τὰ λεχθέντα, ἄλλαι ὅμως ἀπέσπασαν καὶ πρεσβεύουν ὠρισμένας ἀπόψεις τῆς διδασκαλίας. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχη κάποια ἀντίθεσις εἰς τὰ λεχθέντα, οὔτε ὄσαι διδάσκουν τὰ ἀντίθετα θὰ τὰ ἐδέχοντο εἰς τὸ σύνολόν των, ἂλλ’ ἕνα μέρος μόνον ποὺ θὰ ἐσυμφωνοῦσε μὲ αὐτά. Οὔτε πάλιν ὄσαι ἀπέσπασαν ἕνα μέρος μόνον θὰ ἠλέγχοντο ἀπὸ τὸ μέρος αὐτό, ὥστε μήτε τὰ ἴδια τὰ ἀποκόμματα αὐτὰ νὰ μένουν ἀπαρατήρητα, ἀλλὰ νὰ βοοῦν τὴν συγγένειαν πρὸς ὄλον τὸ σῶμα. Καὶ ὅπως, ὅταν πάρης ἕνα μέρος ἀπὸ πλευράν, θὰ ἔχης τὰ πάντα εἰς τὸ μέρος αὐτό, ἀπὸ ὅσα εἶναι συγκροτημένον τὸ ζῶον, καὶ νεῦρα δηλαδὴ καὶ φλέβας, καὶ ὀστὰ καὶ ἀρτηρίας καὶ αἷμα καὶ θὰ ἔλεγε κανεὶς θὰ ἔχης ἕνα δεῖγμα ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν ζύμην, ἔτσι καί, προκειμένου διὰ τᾶς Γραφᾶς, εἰς ἕκαστον σημεῖον τῶν λεχθέντων εἶναι δυνατὸν νὰ διακρίνης φανερᾶν τὴν συγγένειαν μέ τό σύνολον.

Ἄν ὅμως ἦσαν διαφορετικά, οὔτε ἡ συγγένεια θὰ ἐφαίνετο ἀλλὰ καὶ ἡ διδασκαλία ἡ ἰδία θὰ εἶχε πρὸ πολλοῦ διαλυθῆ. «Πᾶσα γὰρ βασιλεία», λέγει, «ἐφ’ ἐαυτῆς μερισθεῖσα οὐ σταθήσεται».Τώρα ὅμως καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον λάμπει ἡ ἰσχὺς τοῦ Πνεύματος. Ἔπεισε τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ πλέον ἀπαραίτητα καὶ κατεπείγοντα πράγματα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ μικρὰ αὐτὰ νὰ μὴ ζημιώνονται καθόλου.

Δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν ὑπερβολικὰ εἰς ὅσα ὁ καθεὶς ἔγραψεν ἰδιαιτέρως. Ἀλλὰ ὅτι δὲν ἐστάθησαν ἀντιμέτωποι, τοῦτο θὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀποδείξωμεν μὲ ὅλην τὴν ἀνάπτυξίν μας. 

Σὺ, ὅταν κατηγορῆς τὴν διαφωνίαν των, κάμνεις τὸ ἴδιο, ὅπως ἂν διέταζες νὰ χρησιμοποιήσουν τὰς ἰδίας λέξεις καὶ τὴν ἰδὶαν σύνταξιν. Δὲν σοῦ ἀντιτάσσω ἀκόμη ὅτι καὶ ὅσοι κομπάζουν πολύ, διὰ τὴν ρητορικὴν καὶ τὴν φιλοσοφίαν των, μολονότι εἶναι πολλοὶ καὶ ἔγραψαν πολλὰ βιβλία διὰ τὰ ἴδια πράγματα, ὄχι μόνον διεφώνησαν ἀλλὰ καὶ εἶπαν μεταξύ των τὰ ἀντίθετα. Εἶναι διαφορετικὸν πράγμα ἡ διαφωνία ἀπὸ τὴν ἀντίθεσιν.

Δὲν ἀναφέρω τίποτε ἀπὸ αὐτά. Ἃς μή μου τύχη ἀπὸ τὴν παράκρουσιν ἐκείνων καὶ συνθέσω ἐγὼ τὴν ὑπεράσπισίν μου. Οὔτε ἐπιθυμῶ νὰ συγκροτήσω τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τὸ ψεῦδος. Θὰ ἐρωτήσω ὅμως εὐχαρίστως ἐκεῖνο : πῶς ἔγιναν πιστευτὰ τὰ συγκρουόμενα; Πῶς ἐπεκράτησαν; Πῶς, μολονότι ἔλεγαν πράγματα ἀντίθετα, ἐθαυμάζοντο, ἐγίνοντο πιστευτοὶ καὶ διελαλοῦντο εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην; Ὑπῆρχον ἐν τούτοις πολλοὶ μάρτυρες τῶν λεγομένων, καθὼς ἐπίσης πολλοὶ ἐχθροὶ καὶ ἀντίπαλοι. Διότι βέβαια, ἀφοῦ ἔγραψαν τὰ γραπτά των, δὲν τὰ ἔχωσαν εἰς μίαν γωνίαν ἀλλὰ τὰ διέδωσαν εἰς κάθε σημεῖον γῆς καὶ θαλάσσης, εἰς τὰς ἀκοὰς ὅλων. Τὰ ἐδιάβαζαν ἐπὶ παρουσία τῶν ἐχθρῶν των, ὅπως καὶ τώρα, καὶ κανένα σημεῖον τῶν λεχθέντων δὲν ἐσκανδάλισε κανένα καὶ πολὺ εὐλόγως. Διότι ἡ θεία δύναμις ἦτο ἐκείνη ποὺ ἤρχετο καὶ ἐπετύγχανε τὰ πάντα εἰς αὐτούς. Ἂν δὲν συνέβαινε τοῦτο, πῶς ὁ τελώνης, ὁ ἁλιεύς, ὁ ἀγράμματος διετύπωνε τὰς σκέψεις αὐτᾶς; Ὅσα οἱ ἔξω σοφοὶ μήτε νὰ τὰ φαντασθοῦν δὲν ἠμπόρεσαν ποτέ, αὐτοὶ μὲ πολλὴν ἐνημέρωσιν τὰ κηρύττουν καὶ πείθουν εἰς αὐτά. Καὶ ὄχι μόνον ὅσον ἤσαν ἐν τὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον. Καὶ ὄχι πέντε ἢ δέκα ἀνθρώπους, οὔτε ἑκατὸ καὶ χιλίους ἢ δέκα χιλιάδας, ἀλλὰ ὁλόκληρους πόλεις, φυλὰς καὶ λαούς, τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν, τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν βαρβαρικήν, τὴν κατοικημένην καὶ τὴν ἀκατοίκητον, καὶ μάλιστα ὁμιλοῦντες διὰ πράγματα, ποὺ ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ τὴν φύσιν μας. 

Διότι ἄφησαν τὴν γῆν καὶ ὁμιλοῦν διὰ τὰ οὐράνια καὶ μᾶς προτείνουν μίαν ἄλλην ζωὴν καὶ ἕναν ἄλλον βίον καὶ πλοῦτον καὶ πτωχείαν καὶ ἐλευθερίαν καὶ δουλείαν καὶ ζωὴν καὶ θάνατον καὶ κόσμον καὶ πολιτείαν ὅλα διαφοροποιημένα. Ὄχι ὅπως ὁ Πλάτων, ποὺ συνέθεσε τὴν καταγέλαστον ἐκείνην πολιτείαν καὶ ὁ Ζήνων καὶ ὅποιος ἄλλος συνέγραψε πολιτείαν καὶ συνέθεσε νόμους. Διότι μόνοι των ἔδειξαν ὅλοι αὐτοί, ὅτι ἕνα πονηρὸν πνεῦμα καὶ ἕνας ἅγιος δαίμων ποὺ μάχεται τὴν φύσιν μας, καὶ εἶναι ἐχθρός της σωφροσύνης καὶ πολέμιος τῆς κοσμιότητος, ἔκαμε τὰ πάντα ἄνω κάτω καὶ ἐξέσπασε μέσα εἰς τὴν ψυχήν των. Διότι, ὅταν κάμνουν τὰς γυναίκας κοινὰς εἰς ὅλους, καὶ ὁδηγοῦν τὰς νέας, ἀφοῦ τὰς γυμνώσουν, εἰς τὰς παλαίστρας εἰς τὴν θέαν τῶν ἀνθρώπων, ὅταν θεσπίζουν κρυφοὺς γάμους καὶ ἀναμειγνύουν καὶ συγκινοῦν τὰ πάντα μαζὶ καὶ ἀνατρέπουν τοὺς ὅρους τῆς φύσεως, τί ἄλλο ἠμποροῦμεν νὰ εἰποῦμεν; Ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ λεγόμενα εἶναι δαιμονικὰ καὶ παρὰ φύσιν ἐφευρήματα, θὰ τὸ μαρτυρήση καὶ ἡ ἰδία ἡ φύσις μας, ποὺ δὲν ἠνέχθη τὰ λεχθέντα. Καὶ μάλιστα ἐνῶ ἔγραψαν ὄχι μὲ τὴν βία τῶν διωγμῶν, ὄχι μὲ κινδύνους καὶ πολέμους, ἀλλὰ μὲ εὐχέρειαν καὶ ἐλευθερίαν καὶ ἐνῶ ἐστόλιζαν τὰ γραφόμενά των μὲ λογὴς σχήματα. Τὰ κηρύγματα τώρα τῶν ἁλιέων, ἂν καὶ τοὺς κατεδίωκαν, τοὺς ἐκτυποῦσαν, ἂν καὶ ἐκινδύνευαν ὅλοι, καὶ δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι, καὶ βασιλεῖς καὶ στρατιῶται, καὶ βάρβαροι καὶ Ἕλληνες, ὅλοι μὲ κάθε προθυμίαν τὰ ἐδέχθησαν. 

Καὶ δὲν ἠμπορεῖς νὰ εἰπῆς ὅτι ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι μικρὰ καὶ χαμαίζηλα, δι’ αὐτὸ καὶ γίνονται ἀπὸ ὅλους εὔκολα παραδεκτά. Διότι αὐτὰ εἶναι πολὺ περισσότερον ὑψηλὰ ἀπὸ ἐκεῖνα. Τῆς παρθενίας - νὰ εἰποῦμεν – ἐκεῖνοι οὔτε εἰς τὸ ὄνειρόν των δὲν ἐφαντάσθησαν τὸ ὄνομα - οὔτε τῆς ἀκτημοσύνης, οὔτε τῆς νηστείας, οὔτε κάποιο ἄλλο ἀπὸ τὰ ὑψηλά. Ἐνῶ οἱ ἰδικοί μας δὲν ἐξορίζουν μόνον τὴν ἐπιθυμίαν, δὲν τιμωροῦν τὴν πράξιν μόνον ἀλλὰ καὶ τὴν ἀκόλαστον θέαν, καὶ τοὺς ὑβριστικοὺς λόγους καὶ τὸ ἄκαιρον γέλοιο καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν καὶ τὸ βάδισμα καὶ τὴν φωνὴν καὶ ἐκτείνουν τὴν προσοχὴν ἕως τὰ πιὸ μικρὰ καὶ ἐγέμισαν μὲ τὸ φυτὸν τῆς παρθενίας ὅλην τὴν οἰκουμένην. Κάμνουν ἀκόμη νὰ ἀσχολοῦνται σχετικῶς μὲ τὸν Θεὸν καὶ τὰ οὐράνια πράγματα μὲ σκέψεις τὰς ὁποίας οὐδέποτε κανεὶς ἀπὸ αὐτούς, μήτε εἰς τὸν νοῦν του δὲν συνέλαβε. Καὶ πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνη τοῦτο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐθεοποίησαν τὰς εἰκόνας τῶν θηρίων καὶ τῶν ἑρπετῶν καὶ ἄλλων ἀκόμη χειροτέρων; Ἀλλὰ τὰ ὑψηλὰ ἰδικά μας διδάγματα ἔγιναν δεκτὰ καὶ πιστευτὰ καὶ καθημερινῶς ἀνθοῦν καὶ προκόπτουν, ἐνῶ τὰ ἰδικά των ἐχάθησαν ἐντελῶς καὶ ἐξηφανίσθησαν εὐκολώτερον ἀπὸ ἀράχνας. Καὶ ἦτο πολὺ φυσικόν, ἀφοῦ τὰ διεκήρυτταν δαίμονες. Δία τοῦτο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν ἔχουν πολλὴν ἀσάφειαν καὶ περισσότερον κόπον.

Διότι βέβαια τί περισσότερον καταγέλαστον θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξη ἀπὸ τὴν πολιτείαν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ποὺ εἴπαμεν, ἀφοῦ ὁ φιλόσοφος δαπανήση ἀμετρήτους γραμμάς, διὰ νὰ ἐπιτύχη νὰ δείξη τί εἶναι τέλος πάντων τὸ δίκαιον, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν φλυαρίαν γεμίζει τοὺς λόγους του καὶ μὲ πολλὴν ἀσάφειαν; Τοῦτο, ἀκόμη καὶ κάτι ὠφέλιμον ἂν περιεῖχεν, ἐπρόκειτο βέβαια νὰ εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστον διὰ τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων. Ἂν δηλαδὴ ὁ γεωργὸς καὶ ὁ σιδηρουργὸς καὶ ὁ κτίστης καὶ ὁ πλοίαρχος καὶ κάθε ἕνας ἀποχειροβίοτος εἶναι νὰ ἐγκαταλείψη τὴν τέχνην του καὶ τοὺς δικαίους κόπους καὶ νὰ ἐξοδεύση τόσα καὶ τόσα ἔτη, διὰ νὰ μάθη τί εἶναι δίκαιον καὶ προτοῦ τὸ μάθη νὰ κινδυνεύση συχνὰ ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ τελικῶς νὰ ἀποθάνη διὰ τὸ δίκαιον τοῦτο, χωρὶς νὰ μάθη κανένα ἀπὸ τὰ ἄλλα χρήσιμα, ἀλλὰ ἐπιπροσθέτως θέσει καὶ βίαιον τέλος εἰς τὴν ζωήν του, ἂν γίνεται ἔτσι εἰς αὐτούς, δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο μὲ ἠμᾶς. Ἀλλὰ καὶ τὸ δίκαιον καὶ τὸ πρέπον καὶ τὸ συμφέρον καὶ ὅλην γενικῶς τὴν ἀρετὴν τὴν περιέλαβεν ὁ Χριστὸς εἰς λόγους σαφεῖς καὶ τὴν ἐδίδαξεν εἰς ἠμᾶς. Εἴτε μὲ τοὺς λόγους ὅτι «ἐν δυσὶν ἐντολαὶς ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται», δηλαδὴ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον. Εἴτε μὲ τοὺς λόγους, «Ὅσα ἂν θέλητε ἴνα ποιώσιν ὑμὶν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοίς. Οὗτος γὰρ ἐστὶν ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται». Αὐτὰ καὶ ὁ γεωργὸς καὶ ὁ ὑπηρέτης καὶ ἡ χήρα καὶ τὸ παιδὶ τὸ ἴδιο, ἀκόμα καὶ κάποιος ποὺ θεωρεῖται πολὺ ἀνόητος εἶναι ὅλα ἁπλὰ καὶ εὔκολα νὰ τὰ μάθη καλῶς. 

Ἔτσι εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ἀποδεικνύει ἡ ἔκτασις τῶν πραγμάτων. Ὅλοι ἔμαθαν λοιπὸν τὸ τί πρέπει νὰ πράττουν. Καὶ δὲν τὸ ἔμαθαν μόνον, ἀλλὰ τοὺς ἐδημιουργήθη καὶ ὁ ζῆλος, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὰς πόλεις ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ μέσον τῆς ἀγορᾶς καὶ εἰς τῶν βουνῶν τὰς κορυφάς. Διότι καὶ ἐκεῖ θὰ εὕρης νὰ ὑπάρχη πολλὴ φιλοσοφία καὶ νὰ ἀστράπτουν χοροὶ ἀγγέλων μὲ ἀνθρώπινα σώματα καὶ τὴν θείαν πολιτείαν νὰ παρουσιάζεται ἐδῶ. Μᾶς ὤρισαν βεβαίως Πολιτείαν οἱ ἁλιεῖς, δὲν μᾶς διέταξαν ὅμως νὰ τὴν διδασκώμεθα ἀπὸ τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ὅπως ἐκεῖνοι, οὔτε ἐνομοθέτησαν ὅτι ὁ ἐνάρετος πρέπει νὰ εἶναι τόσων ἢ τόσων ἐτῶν. Ὁμιλοῦν ἁπλῶς διὰ κάθε ἡλικίαν. Καὶ ἡ συμπεριφορὰ ἐκείνων εἶναι παιγνίδια παιδικά, ἐνῶ ἠμεῖς διαθέτομεν τὴν πραγματικὴν Ἀλήθειαν. Καὶ ὡς τόπον διὰ τὴν Πολιτείαν των καθώρισαν τὸν οὐρανόν καὶ ἐδίδαξαν ὅτι τεχνίτης της εἶναι ὁ Θεός, καὶ νομοθέτης τῶν νόμων της, ὅπως ἦτο καὶ τὸ ὀρθόν. Ἀλλὰ τὰ βραβεῖα τῆς Πολιτείας δὲν εἶναι φύλλα δάφνης, οὔτε κότινος, οὔτε καὶ ἡ σίτησις εἰς τὸ πρυτανεῖον, οὔτε χάλκινοι ἀνδριάντες, βραβεῖα ἄχρηστα καὶ μηδαμινά. Βραβεῖα εἶναι ἡ ζωή, ποὺ δὲν ἔχει τέλος, ἡ ἀνάδειξίς μας εἰς τέκνα Θεοῦ, ἡ συγχόρευσις μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἡ παράστασίς μας εἰς τὸν βασιλικὸν θρόνον καὶ ἡ ἀτελεύτητος συναναστροφὴ μὲ τὸν Χριστόν

Ἀρχηγοὶ τῆς πολιτείας αὐτῆς εἶναι τελῶναι καὶ ἁλιεῖς καὶ σκηνοποιοί, ποὺ δὲν ἔζησαν ὀλίγα ἔτη, ἀλλὰ ζοῦν εἰς τοὺς αἰώνας. Δία τοῦτο καὶ μετὰ τὴν κοίμησίν των θὰ ἠμποροῦσαν νὰ ὠφελήσουν τοὺς ζώντας. Διότι εἰς τὴν πολιτείαν αὐτὴν δὲν διεξάγεται πόλεμος ἐναντίον ἀνθρώπων ἀλλὰ ἐναντίον δαιμόνων καὶ ἐναντίον ἐκείνων τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὸν πόλεμον αὐτὸν στρατηγὸς δὲν εἶναι κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἢ τοὺς ἀγγέλους ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἀλλὰ καὶ τὰ ὄπλα τῶν στρατιωτῶν τούτων εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὴν φύσιν τοῦ πολέμου. Δὲν εἶναι κατεσκευασμένα ἀπὸ δέρμα καὶ σίδηρον ἀλλὰ ἀπὸ ἀλήθειαν καὶ δικαιοσύνην καὶ πίστιν καὶ κάθε ἀρετήν. 

Ἐπειδὴ, λοιπὸν, διὰ τὴν πολιτείαν αὐτὴν ἔχει γραφὴ καὶ τὸ βιβλίον τοῦτο καὶ δι’ αὐτὴν πρόκειται καὶ ἠμεῖς τώρα νὰ ὁμιλήσωμεν, ἃς δώσωμεν ἰδιαιτέραν προσοχὴν εἰς τὸν Ματθαῖον, ποὺ ὁμιλεῖ μεγαλοφώνως δι’ αὐτήν. Διότι ὅλα αὐτὰ ποὺ λέγονται δὲν εἶναι τοῦ Ματθαίου ἀλλὰ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔθεσε τοὺς νόμους τῆς πολιτείας. Ἃς προσέχωμεν δέ, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν ἢ νὰ ἐγγραφῶμεν εἰς αὐτὴν ἢ νὰ λάμψωμεν μαζὶ μὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν προηγηθῆ καὶ ἔχουν δεχθῆ τοὺς ἀμαράντους ἐκείνους στεφάνους. Μολονότι εἰς πολλοὺς φαίνεται ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι εὔκολος καὶ ὅτι τὴν δυσκολίαν ἔχουν οἱ λόγοι τῶν προφητῶν. Ἀλλὰ καὶ τὸ λάθος αὐτὸ τὸ διαπράττουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀγνοοῦν τὸ βάθος τῶν νοημάτων ποὺ περιέχει. 

Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ, νὰ ἀκολουθῆτε μὲ πολλὴν προθυμίαν, ὥστε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ἴδιο τὸ πέλαγος τῶν γεγραμμένων, μὲ προηγητὴν εἰς τὴν εἴσοδόν μας αὐτὴν τὸν Χριστόν. Καὶ διὰ νὰ γίνη ὁ λόγος εὐκολώτερον προσιτός, σᾶς θερμοπαρακαλῶ, ὅπως ἀκριβῶς ἐκάμαμεν καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἀναγνώσματα, ἃς διαβάζωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν περικοπὴν τῆς πράξεως, ποὺ πρόκειται νὰ ἀναγνώσωμεν, διὰ νὰ ἀνοίγη ἡ ἀνάγνωσις τὸν δρόμον εἰς τὴν γνῶσιν – ὅπως ἔγινε καὶ εἰς τὸν εὐνοῦχον – καὶ ἔτσι θὰ μᾶς διευκολύνη πολύ. Διότι ἀνακύπτουν πολλαὶ καὶ ἀλλεπάλληλοι δυσκολίαι. 

Ἀμέσως, ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ Εὐαγγελίου του, πρόσεξε πόσαι ἀπορίαι γεννῶνται. Κατὰ πρώτον, διὰ ποῖον λόγον ἐκτίθεται ἡ γεννεαλογία τοῦ Ἰωσήφ, ἐνῶ δὲν ἦτο πατὴρ τοῦ Χριστοῦ. Δεύτερον, πὼς θὰ γίνη φανερὸν εἰς ἠμᾶς ὅτι κατάγεται ἀπὸ τὸν Δαυίδ, ἀφοῦ ἀγνοοῦνται οἱ πρόγονοι τῆς Μαρίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐγεννήθη. Διότι δὲν ἀνεφέρθησαν οἱ πρόγονοι τῆς Παρθένου. Τρίτον, διὰ ποῖον λόγον γενεαλογεῖται ὁ Ἰωσήφ, ποὺ δὲν συνετέλεσε καθόλου εἰς τὴν γέννησιν, ἐνῶ δὲν παρουσιάζεται καθόλου ποὶους γονεῖς καὶ πάππους καὶ προγόνους εἶχεν ἡ Παρθένος, ἡ ὁποία ἔγινε καὶ μητέρα Του.

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ ἀξίζει νὰ ἐρευνηθῆ καὶ τοῦτο : διατὶ ἐνῶ προχωρεῖ εἰς γενεαλογίαν, διὰ τῶν ἀνδρῶν, ἀνέφερε καὶ ὠρισμένας γυναίκας. Καὶ ἀφοῦ τοῦ ἐφάνη ἔτσι καλόν, δὲν ἀνέφερεν ὄλας τὰς γυναίκας. Παρέλειψε τὰς τιμημένας, ὅπως ἡ Σάρρα, ἡ Ρεβέκκα καὶ ἄλλαι καὶ ἔφερεν εἰς τὴν μέσιν τὰς διαβοήτους διὰ τὴν κακίαν των, ὅποια π.χ. ἦτο πόρνη καὶ μοιχαλίς, ὅποια προήρχετο ἀπὸ παρανόμους γάμους, ὅποια ἦτο ἀλλόφυλος καὶ βάρβαρος. Διότι ἐμνημόνευσε τὴν γυναίκα τοῦ Οὐρίου, τὴν Θάμαρ, τὴν Ραὰβ καὶ τὴν Ρούθ, ἀπὸ τᾶς ὁποίας ἡ μία ἦτο ἀλλόφυλος, ἡ ἄλλη πόρνη καὶ ἡ ἄλλη ἐπλάγιασε μὲ τὸν πεθερόν της καὶ ὄχι ἔπειτα ἀπὸ νόμιμον γάμον τουλάχιστον, ἀλλὰ ἀφοῦ ἐπέτυχε μὲ δόλον τὴν συνεύρεσιν καὶ ἐκαλύφθη μὲ τὸ προσωπεῖον τῆς πόρνης. Κανεὶς ἐπίσης δὲν ἀγνοεῖ τὴν γυναίκα τοῦ Οὐρίου, ἐπειδὴ τὸ τόλμημα ἦτο πρωτοφανές. Ὁ εὐαγγελιστὴς ὅμως ἄφησεν ὄλας τᾶς ἄλλας καὶ περιέλαβε μόνον αὐτὰς εἰς τὴν γενεαλογίαν του. Ἐνῶ βεβαίως ἂν ἔπρεπε νὰ ἀναφερθοῦν γυναῖκες, ἔπρεπε νὰ ἀναφερθοῦν ὄλαι καὶ ἂν ὄχι ὄλαι, ἀλλὰ μερικαί, ἔπρεπε νὰ ἀναφερθοῦν αἳ φημισμέναι διὰ ἀρετὴν καὶ ὄχι διὰ ἁμαρτήματα. 

Εἴδατε πόση προσοχὴ χρειάζεται εὐθὺς ἀπὸ τὸ προοίμιον. Μολονότι φαίνεται ὅτι τὸ προοίμιον εἶναι σαφέστερον ἀπὸ τὰ ἄλλα, καὶ διὰ πολλοὺς ἴσως καὶ περιττόν, ἐπειδὴ εἶναι μόνον ἀρίθμησις ὀνομάτων.

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸ εἶναι ἄξιον ζητήσεως καὶ ἐκεῖνο : διὰ ποῖον λόγον παρέτρεξε τρεῖς βασιλεῖς. Ἂν ἀπεσιώπησε τὴν ὀνομασίαν των, ἐπειδὴ ἤσαν πολὺ ἀσεβεῖς, δὲν ἔπρεπεν οὔτε τοὺς ἄλλους νὰ ἀναφέρη τοὺς ὁμοίους των.

Ἕνα ἄλλο ζήτημα εἶναι καὶ τοῦτο. Ἐνῶ ὡμίλησε διὰ δεκατέσσαρες γενεὰς, δὲν ἐτήρησε τὸν ἀριθμὸν εἰς τὴν τρίτην ὁμάδα. Ἀκόμη, διὰ ποίον λόγον ὁ Λουκᾶς ἀνέφερεν ἄλλα ὀνόματα καὶ ὄχι μόνον δὲν ἀνέφερεν αὐτὰ τὰ ἴδια ἀλλὰ καὶ πολὺ περισσότερα. Ἐνῶ ὁ Ματθαῖος καὶ ὄλιγωτερα καὶ διάφορα, μολονότι καταλήγει καὶ αὐτὸς εἰς τὸν Ἰωσήφ, ὅπου ἐσταμάτησε καὶ ὁ Λουκᾶς.

Βλέπετε πόση προσοχή μᾶς χρειάζεται, ὄχι διὰ νὰ διελευκάνωμεν μόνον τὰ ζητήματα, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐπισημάνωμεν αὐτά, ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν. Καὶ δὲν εἶναι βεβαίως τοῦτο μικρόν, νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐπισημάνωμεν ἀμφισβητούμενα. Ἀκόμη καὶ τοῦτο προκαλεῖ ἀπορίαν : πὼς ἡ Ἐλισάβετ ἦτο συγγενής της Μαρίας, ἐνῶ κατήγετο ἀπὸ τὴν Λευϊτικὴν φυλήν. 

Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴν κατασκεπάσωμεν τὴν μνήμην μας συμπλέκοντες πολλά, ἃς σταματήσωμεν τὸν λόγον, ἐνῶ εἶναι ἀρκετὸν διὰ σᾶς νὰ δείξετε ἐνδιαφέρον καὶ νὰ μάθετε ἁπλῶς ποὶα ἀποτελοῦν ζήτημα. Ἂν ὅμως ἐπιθυμῆτε καὶ τὴν λύσιν, καὶ τοῦτο, παρὰ τοὺς λόγους μου, ἐξαρτᾶται ἀπό σας. Ἄν σας ἰδῶ δηλαδὴ νὰ ἐνδιαφέρεσθε καὶ νὰ ἐπιθυμῆτε νὰ μάθετε, θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δώσω καὶ τὴν λύσιν. Ἂν ὅμως χασμάσθε καὶ δὲν προσέχετε, θὰ ἀποσιωπήσω καὶ τὰ ζητήματα καὶ τὴν λύσιν των, τηρῶν τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, διότι μᾶς λέγει, «Μὴ δῶτε τὰ ἅγια τοὶς κυσί, μηδὲ ρίψητε τοὺς μαργαρίτας ἠμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, ἴνα μὴ καταπατήσωσι τοῖς ποσὶν αὐτῶν». Ποὶος εἶναι αὐτός, ποὺ καταπατεῖ; Αὐτός, ποὺ δὲν τὰ θεωρεῖ πολύτιμα καὶ ἄξια σεβασμοῦ. 

Καὶ ποὶος εἶναι τόσον ἄθλιος, ἐρωτᾶ, ὥστε νὰ μὴ τὰ θεωρῆ ἄξια σεβασμοῦ καὶ πολυτιμότερα ἀπὸ ὀ,τιδήποτε ἄλλο;

Αὐτὸς ποὺ δὲν τοὺς ἀφιερώνει μήτε τόσην ὥρα ὅσην εἰς τᾶς πόρνας εἰς τὰ σατανικὰ θέατρα. Ἐκεῖ οἱ περισσότεροι περνοῦν καὶ ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν των καὶ παραμελοῦν πολλὰ οἰκογενειακὰ ζητήματα, διὰ τὴν ἄκαιρον αὐτὴν ἀπασχόλησιν, διατηροῦν προσεκτικὰ ὅ,τι ἀκούουν, μολονότι ἡ διατήρησις αὐτὴ βλάπτει τὴν ψυχήν των. Ἐνῶ ἐδῶ, ποὺ ὁμιλεῖ ὁ Θεός, δὲν κάμνουν ὑπομονὴν νὰ παραμείνουν οὔτε δι’ ὀλίγον χρόνον. Δία τοῦτο δὲν ἔχομεν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν οὐρανόν, ἀλλὰ ἡ πολιτεία μας περιορίζεται μόνον εἰς τοὺς λόγους. Μολονότι δι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς μᾶς ἔχει ἀπειλήσει καὶ μὲ τὴν γέενναν, ὄχι βέβαια διὰ νὰ μᾶς ρίψη εἰς αὐτὴν ἀλλὰ νὰ μᾶς πείση νὰ διαφύγωμεν τὴν βαρείαν αὐτὴν τυραννίαν. Ἠμεῖς ὅμως πράττομεν τὸ ἀντίθετον καὶ καθημερινῶς ἀκολουθοῦμεν τρέχοντες τὸν δρόμον ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ ἐκεῖ. Καὶ ἐνῶ ὁ Θεός μας προστάζει, ὄχι μόνον νὰ ἀκούωμεν ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκτελοῦμεν τοὺς λόγους του, δὲν θέλομεν μήτε νὰ ἀκούσωμεν. 

Πότε λοιπόν, εἰπέ μου, θὰ ἐκτελέσωμεν τᾶς ἐντολᾶς καὶ θὰ τᾶς κάμωμεν πράξεις, ὅταν δὲν ἔχωμεν ὑπομονὴν μήτε τοὺς λόγους νὰ ἀκούσωμεν, μὲ τοὺς ὁποίους διατυπώνονται, ἀλλὰ θυμώνομεν καὶ ἀγανακτοῦμεν μὲ τὴν ἐδῶ παραμονήν μας, μολονότι εἶναι ἐξαιρετικὰ σύντομος; Ἔπειτα, ὅταν ἠμεῖς ὁμιλοῦμεν διὰ πράγματα ἀδιάφορα, ἂν ἰδοῦμεν ὅτι οἱ συνομιληταί μας δὲν μᾶς προσέχουν, θεωροῦμεν τὸ πράγμα ὡς περιφρόνησιν. Νομίζομεν ὅμως ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θυμώνει, ὅταν Αὐτὸς μᾶς ὁμιλῆ διὰ τόσον σοβαρὰ πράγματα καὶ ἠμεῖς περιφρονοῦμεν τοὺς λόγους Του καὶ βλέπομεν ἀλλοῦ; Ἂλλ’ ὅποιος ἔχει γηράσει καὶ ἐπισκεφθῆ πολλᾶς χώρας, μπορεῖ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν σταδίων καὶ τὴν θέσιν τῶν πόλεων καὶ τὰ σχήματα καὶ τοὺς λιμένας καὶ τὰς ἀγορὰς νὰ μᾶς ἀναφέρη μὲ κάθε ἀκρίβειαν. Ἠμεῖς ὅμως δὲν γνωρίζομεν οὔτε πόσον ἀπέχομεν ἀπὸ τὴν οὐρανίαν πόλιν. Διότι βεβαίως θὰ ἐνδιαφερόμεθα νὰ βραχύνωμεν τὴν ἀπόστασιν, ἂν ἐγνωρίζαμεν τὸ μῆκος της. Ἡ πόλις ἐκείνη δηλονότι δὲν ἀπέχει ἀπὸ ἠμᾶς ὅσον ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὴν γῆν ἀλλὰ καὶ πολὺ περισσότερον, ἂν ἐπιδείξωμεν ἀδιαφορίαν, ἐνῶ, ἀντίθετα, ἂν δείξωμεν ἐνδιαφέρον, θὰ φθάσωμεν ἀκαριαία εἰς τὰς πύλας της. Διότι δὲν καθωρίσθησαν αἳ ἀποστάσεις αὐταὶ ἀπὸ τὸ μάκρος τῶν πόλεων ἀλλὰ ἀπὸ τὴν διάθεσιν τῆς συμπεριφορᾶς

Σύ, Κύριε, γνωρίζεις μὲ ἀκρίβειαν ὅλα τὰ βιοτικὰ πράγματα καὶ τὰ νέα καὶ τὰ ἀρχαία καὶ τὰ παλαιὰ καὶ ἠμπορεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας νὰ ἀριθμῆς, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐξεστράτευσες κατὰ τὸ παρελθόν, τὸν ἀγωνοθέτην, τοὺς θαλλαφόρους, τοὺς στρατηγούς, ποὺ δὲν σὲ ὠφελοῦν καθόλου. Ποίος ὅμως ἄρχων ἔχει γίνει εἰς τὴν Πόλιν αὐτήν, ποὶος πρῶτος καὶ δεύτερος καὶ τρίτος καὶ πόσον χρόνον ὁ καθεὶς καὶ ποὶα τὰ ἔργα καὶ τὰ κατορθώματά του δὲν τὰ ἐφαντάσθης οὔτε εἰς τὰ ὄνειρά σου. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς νόμους ἐπίσης, ποὺ ἰσχύουν εἰς τὴν πόλιν αὐτήν, δὲν ἔχεις ὑπομονὴν νὰ ἀκούσης καὶ νὰ προσέξης οὔτε καὶ τοὺς λόγους ἄλλων. Πῶς λοιπὸν ἔχεις τὴν προσδοκίαν ὅτι θὰ ἐπιτύχης τὰ ἐπηγγελμένα ἀγαθά, ἂν δὲν προσέχης οὔτε εἰς τοὺς λόγους; Ἂλλ’ ὅμως ἂν δὲν τὸ ἐπράξαμεν αὐτὸ εἰς τὸ παρελθόν, ἃς τὸ πράξωμεν τουλάχιστον τώρα. Διότι βεβαίως πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν, ἂν ἐπιτρέψη ὁ Θεός, εἰς μίαν πόλιν χρυσὴν καὶ ἀπὸ κάθε χρυσὸν πολυτιμοτέραν. Ἃς γνωρίσωμεν λοιπὸν τὰ θεμέλιά της, τὰς πύλας της ποὺ εἶναι ἀπὸ σάπφειρον καὶ μαργαριτάρια. Ὁδηγὸν ἄριστον ἔχομεν τὸν Ματθαῖον.

Εἰσερχόμεθα, λοιπὸν, τώρα ἀπὸ τὴν πύλην, ποὺ μᾶς ἀνοίγει καὶ ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ βίαν πολλήν. Διότι ἂν παρατηρήση κάποιον νὰ μὴ προσέχη, τὸν ἐκδιώκει ἀπὸ τὴν πόλιν. Διότι ἡ πόλις ἔχει χαρακτήρα βασιλικώτατον καὶ περίλαμπρον καὶ δὲν εἶναι ὅπως αἳ ἰδικαί μας χωρισμένη εἰς ἀγορὰν καὶ ἀνάκτορα, ἀλλὰ ἐκεῖ ὅλα εἶναι ἀνάκτορα. Ἃς ἀνοίξωμεν λοιπὸν διάπλατα τὰς πύλας τῆς διανοίας μας, ἃς ἀνοίξωμεν τὴν ἀκοὴν καὶ μὲ πολλὴν φρίκην, καθὼς πρόκειται νὰ πατήσωμεν τὰ πρόθυρά της, ἃς προσκυνήσωμεν τὸν βασιλέα της, ἐπειδὴ τὸ πρώτον ἀντίκρυσμα διὰ μιᾶς ἠμπορεῖ νὰ καταπλήξη τὸν θεατήν.

Τώρα βεβαίως εἶναι κλεισταὶ δι’ ἠμᾶς αἳ πύλαι. Ὅταν ὅμως τὰς ἰδοῦμεν νὰ ἀνοίγωνται – τοῦτο σημαίνει ἡ λύσις τῶν ἀποριῶν – τότε θὰ ἀντικρύσωμεν μέσα πολλὴν λάμψιν. Διότι καθοδηγούμενος ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ πνεύματος ὁ τελώνης αὐτός, ὑπόσχεται νὰ σοῦ δείξη τὰ πάντα : ποῦ κάθεται ὁ βασιλεύς, ποὶοι παραστέκονται εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὰ στρατεύματα τοῦ οὐρανοῦ, ποῦ εἶναι οἱ ἄγγελοι καὶ ποῦ οἱ ἀρχάγγελοι, ποὶος τόπος ἔχει ὁρισθῆ διὰ τοὺς νέους πολίτας μέσα εἰς τὴν πόλιν αὐτήν, ποὶος δρόμος ὁδηγεῖ εἰς αὐτήν, τί κλῆρον ἔλαβαν ἐκεῖ οἱ πρῶτοι πολίται της καὶ οἱ ἔπειτα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ οἱ ἔπειτα ἀπὸ τούτους, πόσαι εἶναι αἳ τάξεις τοῦ λαοῦ ἐκείνου καὶ τῆς βουλῆς καὶ πόσαι αἳ διαφοραὶ τῶν ἀξιωμάτων. 

Ἃς μὴ εἰσέλθωμεν μὲ θόρυβον καὶ ἀταξίαν ἀλλὰ μὲ σιγὴν μυστικήν. Ἂν μέσα εἰς τὸ θέατρον γίνεται πολλὴ σιωπὴ καὶ τότε διαβάζωνται τὰ διατάγματα τοῦ βασιλέως, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλοι συστολὴν μέσα εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν καὶ νὰ στεκώμεθα μὲ ὀρθίας τὰς ψυχὰς καὶ τὰς ἀκοάς. Διότι πρόκειται νὰ διαβασθοῦν, ὄχι κάποιου ἐπιγείου ἄρχοντος, ἀλλὰ τὰ διατάγματα τοῦ Κυρίου τῶν Ἀγγέλων. Ἂν ἔτσι προετοιμάσωμεν τοὺς ἑαυτούς μας, θὰ μᾶς ὁδηγήση μὲ ἀκρίβειαν μεγάλην ἡ ἰδία ἡ Χάρις τοῦ Πνεύματος, εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλικὸν θρόνον. Θὰ φθάσωμεν καὶ θὰ ἐπιτύχωμεν ὅλα τὰ ἀγαθὰ μὲ τὴν χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις μαζὶ μὲ τὸν πατέρα καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. 

Ἀμήν.


Ἅπαντα Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Τομ. 9ος 
Πατερικαὶ Ἐκδόσεις "Γρηγόριος ὁ Παλαμάς"
Θεσσαλονίκη
τηλ. 2310-283880


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου