1. Έχετε τάχα εἰς τὸν νοῦν σας τὴν παραγγελίαν, ποῦ σας ἀπευθύναμεν εἰς τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν(1); Σᾶς ἐπροτρέψαμεν, μὲ ὅλην τὴν σιωπὴν καὶ τὴν μυστικὴν ἡσυχίαν ν' ἀκούετε ὅλα τὰ λεγόμενα. Πρόκειται
σήμερα νὰ πατήσωμεν τὰ ἱερὰ πρόθυρα καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ὑπενθύμισα τὴν παραγγελίαν. Ὅταν ἐπρόκειτο οἱ Ἰουδαῖοι νὰ προσέλθουν εἰς τὸ κατάφλεκτον ὅρος, εἰς τὴν φωτιάν, τὸν γνόφον, τὸ σκότος καὶ τὴν θύελλαν καὶ μάλιστα ὄχι νὰ προσέλθουν ἀλλὰ ἀπὸ μακριὰ νὰ τὰ βλέπουν αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ἀκούουν, ἔλαβαν τὴν ἐντολὴν νὰ ἀπέχουν ἀπὸ γυναῖκα ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας καὶ νὰ πλύνουν τὰ ἐνδύματά των, εὑρέθησαν εἰς κατάστασιν φόβου καὶ τρόμου καὶ αὐτοὶ καὶ ὁ Μωϋσῆς.
Πολὺ περισσότερον ἠμεῖς, ποὺ πρόκειται νὰ ἀκούσωμεν τέτοιους
λόγους, ὄχι νὰ σταθοῦμεν ἀπὸ μακριὰ εἰς τὸ ὅρος τὸ γεμάτο καπνοὺς ἀλλὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν ἴδιον τὸν οὐρανόν, πρέπει νὰ ἐπιδείξωμεν περισσοτέραν εὐλάβειαν. Ὄχι νὰ πλύνωμεν τὰ ἐνδύματά μας, ἀλλὰ νὰ καθαρίσωμεν τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς καὶ νὰ ἁπαλλαγοῦμεν ἀπὸ κάθε σχέσιν μὲ τὰ βιοτικά. Διότι δὲν θὰ ἰδῆτε ἀχλὺν οὔτε καπνὸν οὔτε θύελλαν ἀλλὰ τὸν ἴδιον τὸν Βασιλέα
καθισμένον εἰς τὸν θρόνον ἐκείνης τῆς ἀπορρήτου δόξης, τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀρχαγγέλους νὰ παραστέκωνται εἰς Αὐτὸν καὶ τὰ πλήθη τῶν Ἁγίων, μαζὶ μὲ τᾶς ἀπείρους μυριάδας
αὐτᾶς.
Αὐτὴ εἶναι ἡ Πόλις τοῦ Θεοῦ· περιέχει τὴν Ἐκκλησίαν τῶν πρωτοτόκων(2),
τὰ πνεύματα τῶν δικαίων, τὴν ὁλικὴν συνάθροισιν τῶν ἀγγέλων, τὸ αἷμα τοῦ ραντισμοῦ, μὲ τὸ ὁποῖον συνηνώθησαν τὰ πάντα, ὁ οὐρανὸς ἐδέχθη τὰ γήινα καὶ ἡ γῆ τὰ οὐράνια καὶ ἔφθασεν ἡ ἀπὸ παλαιὰ ποθουμένη εἰρήνη καὶ ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους. Εἰς Αὐτὴν ὑψώθη τὸ τρόπαιον τοῦ Σταυροῦ τὸ λαμπρὸν καὶ περίβλεπτον, τὰ λάφυρα ποὺ ἔλαβεν ὁ Χριστός, οἱ ἐκλεκτοί της ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ λεία τοῦ Βασιλέως μας. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ γνωρίσωμεν μὲ ἀκρίβειαν ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια. Καὶ ἂν ἀκολουθῇς μὲ τὴν πρέπουσαν ἡσυχίαν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ σὲ ὁδηγήσωμεν παντοῦ καὶ νὰ σοῦ δείξωμεν ποῦ κείτεται ἀνεσκολοπισμένος ὁ θάνατος, ποῦ ἔχει κρεμασθῆ ἡ ἁμαρτία, ποῦ εὑρίσκονται τὰ πολλὰ καὶ παράδοξα ἀναθήματα ἀπὸ τὴν μάχην καὶ τὸν πόλεμον αὐτόν, θὰ ἰδῆς ἐδῶ καὶ τὸν τύραννον δεμένον, τὸ πλῆθος τῶν αἰχμαλώτων ν' ἀκολουθῆ καὶ τὴν ἀκρόπολιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ βρωμερὸς ἐκεῖνος δαίμων ἔκαμε τᾶς ἐπιδρομάς του, καθ' ὅλον τὸν χρόνον, ποὺ ἐπέρασε. Θὰ ἰδῆς τὰ ἄντρα καὶ τὰ σπήλαια τοῦ λῃστοῦ νὰ ἔχουν διαρραγῆ πλέον καὶ νὰ εἶναι ἀνοικτά, διότι καὶ ἐκεῖ ἔφθασεν ὁ Βασιλεύς.
Μὴ κουρασθῆς ὅμως, ἀγαπητέ μου. Διότι
καὶ ἄν σου διηγεῖτο κάποιος ἕνα πόλεμον ὁρατόν(3) καὶ τρόπαια καὶ νίκᾳς, δὲν θὰ ἐχόρταινες οὔτε θὰ ἐπροτιμοῦσες ἀπὸ τὴν ἐξιστόρησιν αὐτὴν φαγητὸν ἢ ποτόν. Ἂν λοιπὸν εἶναι τόσον ἐνδιαφέρουσα ἡ διήγησις ἐκείνη, αὐτὴ ἐδῶ εἶναι πολὺ περισσότερον. Στοχάσου πόσον σημαντικὸν εἶναι νὰ ἀκούση κανεὶς πῶς, ἀφοῦ ἐσηκώθη ἀπὸ τοὺς οὐρανίους βασιλικοὺς θρόνους, ἐπήδησεν ὁ Θεὸς ἐναντίον τοῦ ἰδίου τοῦ ᾅδου καὶ ἐστάθη ἐπὶ κεφαλῆς τῆς παρατάξεώς του
καὶ πῶς ἀντιπαρετάχθη εἰς Αὐτὸν ὁ διάβολος, ὄχι κατ' εὐθεῖαν εἰς τὸν Θεὸν ἀλλὰ κρυπτόμενος μέσα εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν. Καὶ τὸ θαυμαστόν, ὅτι θὰ ἰδῆς τὸν θάνατον νὰ καταργῆται διὰ τοῦ θανάτου, τὴν κατάραν νὰ ἀφανίζεται διὰ τῆς κατάρας καὶ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου νὰ καταλύεται μὲ τοὺς ἰδίους τρόπους τῆς δυνάμεώς του.
Ἃς σηκωθοῦμεν λοιπὸν καὶ μὴ κοιμώμεθα. Ἰδοὺ βλέπω νὰ ἀνοίγωνται αἳ πύλαι εἰς ἠμᾶς. Ἀλλ' ἃς εἰσέλθωμεν μὲ ὅλην τὴν κοσμιότητα καὶ τὸν τρόμον, ἀφοῦ σταθοῦμεν ἀμέσως εἰς τὰ ἴδια τὰ πρόθυρα· ποὶα εἶναι αὐτὰ τὰ πρόθυρα; «Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυίδ, υἱοῦ Ἀβραάμ».
Τί μας λέγεις; Μᾶς ἔχεις ὑποσχεθῆ ὅτι θὰ μᾶς ὁμιλήσῃς διὰ τὸν μονογενῆ υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς ἀναφέρεις τὸν Δαυίδ, ἕναν ἄνθρωπον ποὺ ἔζησεν ἀπείρους γενεᾶς ἔπειτα καὶ μᾶς λέγεις ὅτι αὐτὸς εἶναι καὶ πατέρας καὶ πρόγονος;
Κρατήσου καὶ μὴ ζητᾷς νὰ τὰ μάθης ὅλα μαζὶ ἀλλὰ ἥσυχα καὶ κατ' ὀλίγον. Στέκεσαι ἀκόμη εἰς τὰ πρόθυρα, κοντὰ εἰς τὰ προπύλαια. Διατὶ λοιπὸν βιάζεσαι νὰ εἰσέλθης εἰς τὰ ἄδυτα; Ἀκόμη δὲν παρετήρησες καλῶς ὅλον τὸ ἐξωτερικόν. Διότι
δὲν σοῦ διηγοῦμαι ἀκόμη ἐκείνην τὴν γέννησιν - ἀλλα οὔτε καὶ τὴν μετέπειτα - διότι εἶναι ἀνέκφραστος καὶ ἀπόρρητος. Πρὶν ἀπὸ ἐμέ, σοῦ τὸ εἶπεν αὐτὸ ὁ Ἠσαΐας. Διότι προφητεύων
διὰ τὸ πάθος καὶ τὸ μεγάλον ἐνδιαφέρον του διὰ τὴν οἰκουμένην, γεμάτος ἔκπληξιν διὰ τὸ τί ἦτο καὶ τί ἔγινε καὶ ποῦ κατέβη, ἀνεφώνησε μέγαν καὶ λαμπρὸν λόγον : «τὴν γενεὰν αὐτοῦ τὶς διηγήσεται;».
2. Δεν ὁμιλοῦμεν τώρα δι' ἐκείνην ἀλλὰ δι' αὐτὴν τὴν κάτω, ποὺ ἐπραγματοποιήθη εἰς τὴν γῆν καὶ ἔχει ἀπείρους μάρτυρας
καὶ δι' αὐτήν, ἔτσι ὅπως εἶναι δυνατὸν εἰς ἠμᾶς ποὺ ἐδέχθημεν τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, θὰ ὁμιλήσωμεν. Διότι καὶ αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν παραστήσωμεν μὲ κάθε σαφήνειαν·
εἶναι καὶ αὐτὴ φρικωδεστάτη.
Μὴ νομίσης λοιπὸν ὅτι πρόκειται διὰ κάτι μικρόν, ὅταν ἀκούης τὴν γέννησιν αὐτήν. Σήκωσε ἀπὸ τὸν ὕπνον τὸν νοῦν σου, δοκίμασε ἀμέσως φρίκην εἰς τὸ ἄκουσμα ὅτι ὁ Θεὸς ἦλθεν ἐπάνω εἰς τὴν γῆν. Τοῦτο ἦτο τόσον θαυμαστὸν καὶ παράδοξον, ὥστε καὶ οἱ Ἄγγελοι ἔστησαν δι' αὐτὰ χορὸν καὶ ὑμνολογοῦν δι' αὐτὰ τὴν οἰκουμένην καὶ οἱ προφῆται ἐκδηλώνουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τὴν ἔκπληξίν των, διότι «ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοὶς ἀνθρώποις συνανεστράφη»(Βαροὺχ 3, 8). Διότι εἶναι βεβαίως πολὺ παράδοξον νὰ ἀκούση κανείς, ὅτι ὁ ἀπροσπέλαστος καὶ ἀνέκφραστος Θεός, ποὺ δὲν χωρεῖ εἰς τὴν σκέψιν καὶ εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα ἐπέρασε ἀπὸ παρθενικὰ σπλάχνα,
κατεδέχθη νὰ γεννηθῆ ἀπὸ γυναῖκα καὶ νὰ λάβη ὡς προγόνους τὸν Δαυὶδ καὶ τὸν Ἀβραάμ, καὶ τὸ ἀκόμη φρικτότερον, τᾶς γυναίκας ἐκείνας(4) ποὺ ἀνεφέραμεν πρὸ ὀλίγου.
Ἄκουσε τὰ αὐτὰ καὶ σηκώσου χωρὶς καμμίαν ταπεινὴν ὑποψίαν, ἀλλὰ αὐτὸ ἀκριβῶς νὰ θαυμάσης, ὅτι ἐνῷ εἶναι Υἱὸς τοῦ ἀνάρχου Θεοῦ καὶ μάλιστα Υἱὸς γνήσιος,
κατεδέχθη νὰ ὀνομασθῆ καὶ υἱὸς τοῦ Δαυίδ, διὰ νὰ κάμῃ ἐσὲ υἱὸν τοῦ Θεοῦ· κατεδέχθη νὰ κάμῃ αὐτὸς πατέρα του δοῦλον, διὰ νὰ κάμῃ εἰς σέ, τὸν δοῦλον, πατέρα τὸν Κύριον.
Εἶδες ποὶα εἶναι ἀμέσως ἀπὸ τὰ προοίμια ἡ καλὴ ἀγγελία; Ἂν ἀμφιβάλλῃς δι' ὅ,τι σὲ ἀφορᾷ, πίστευσέ το, ἀπὸ ὅ,τι ἀφορᾷ ἐκεῖνον. Διότι εἶναι βέβαια πολὺ δυσκολώτερον διὰ τὸν ἀνθρώπινον λογισμὸν νὰ γίνῃ ὁ Θεὸς ἄνθρωπος, παρὰ νὰ ὑπάρξη ὁ ἄνθρωπος υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἀκούσης λοιπὸν ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι υἱὸς τοῦ Δαυὶδ καὶ τοῦ Ἀβραάμ, νὰ μὴ ἀμφιβάλλῃς τότε, ὅτι καὶ σύ, ὁ υἱὸς τοῦ Ἀδάμ, θὰ γίνῃς υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Διότι δὲν ἐταπείνωσε βέβαια
τόσον πολὺ τὸν ἐαυτὸν τοῦ ἀδίκως καὶ παραλόγως, ἂν δὲν ἐσκόπευε νὰ μᾶς ἀνυψώση. Ἐγεννήθη κατὰ σάρκα, διὰ νὰ γεννηθῆς σὺ πνευματικῶς· ἐγεννήθη ἀπὸ γυναῖκα, διὰ νὰ παύσης σὺ νὰ εἶσαι υἱὸς γυναικός. Δία τοῦτο ἡ γέννησις ἔγινε δυὸ εἰδῶν· ὁμοία μὲ τὴν ἰδικήν μας ἀλλὰ καὶ ὑπερβαίνουσα τὴν ἰδικήν μας. Τὸ νὰ γεννηθῶμεν ἀπὸ γυναῖκα ἦτο σύμφωνον μὲ τὴν φύσιν μας· τὸ νὰ γεννηθῶμεν ὅμως ὄχι ἀπὸ αἷμα, μήτε ἀπὸ θέλημα σαρκὸς καὶ ἀνδρὸς ἀλλὰ ἀπὸ Πνεῦμα ἅγιον, προεμήνυε τὴν μελλοντικὴν γέννησίν μας πού μας ὑπερβαίνει καὶ ποὺ ἐσκόπευε νὰ μᾶς χαρίση μέσῳ τοῦ Πνεύματος. Τὸ αὐτὸ νόημα εἶχαν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα. Τέτοιο ἦτο τὸ βάπτισμα· εἶχε κάτι ἀπὸ τὸ παλαιὸν καὶ κάτι ἀπὸ τὸ νέον. Τὸ παλαιὸν τὸ ἐφανέρωνε τὸ ὅτι ἐβαπτίσθη ἀπὸ τὸν προφήτην, ἡ κάθοδος τοῦ Πνεύματος ὑπεγράμμισε τὸ νέον. Καὶ ὅπως κάποιος ποὺ
στέκεται(5) εἰς τὸ μεταίχμιον δυὸ πραγμάτων ποὺ ἀπέχουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, τὰ ἑνώνει, ἂν ἁπλώση τᾶς χεῖρας του ἀπὸ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο μέρος, ἔτσι ἔκαμε καὶ αὐτός· ἤνωσε τὴν παλαιὰν μὲ τὴν νέαν, τὴν θείαν μὲ τὴν ἀνθρωπίνην, τὰ ἰδικά Του μὲ τὰ ἰδικᾶ μας.
Εἶδες τὴν ἀστραπὴν τῆς πόλεως, μὲ πόσην φεγγοβολὴν σὲ περιέλαμψεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν; Πῶς σου ἔδειξεν ἀμέσως τὸν βασιλέα εἰς τὴν ἰδικήν σου μορφήν,
ὡσὰν νὰ εἶσθε εἰς στρατόπεδον; Διότι ἐκεῖ ὁ βασιλεὺς δὲν ἐπιδεικνύει φανερὰ πάντοτε τὸ ἀξίωμά του ἀλλὰ ἀφήνει τὴν πορφύραν καὶ τὸ στέμμα, καὶ ἐνδύεται συχνὰ τὴν στολὴν τοῦ στρατιώτου. Καὶ ἐκεῖ μὲν διὰ νὰ μὴ ἀναγνωρισθῆ καὶ προσελκύση πρὸς τὸν ἐαυτὸν του τοὺς ἐχθρούς, ἐνῷ ἐδῶ, τὸ ἀντίθετον, διὰ νὰ μὴ ἀναγνωρισθῆ καὶ κάμῃ τὸν ἐχθρὸν νὰ ἀποφύγη τὴν συμπλοκὴν μαζί του καὶ προκαλέση τὴν ταραχὴν ὅλων τῶν ἰδικῶν του. Διότι ἀποβλέπει εἰς τὴν σωτηρίαν καὶ ὄχι εἰς τὸν τρόμον.
Διά τοῦτο καὶ ἔδωσε εἰς τὸν ἐαυτὸν τοῦ τὸ ὄνομα Ἰησοῦς. Τὸ ὄνομα Ἰησοῦς δὲν εἶναι βεβαίως ἑλληνικόν. Ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑβραϊκὴν γλῶσσαν καὶ εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐξηγεῖται Σωτήρ. Καὶ Σωτὴρ ἀπὸ τὸ ὅτι ἔσωσε τὸν λαόν του.
3. Είδες πῶς ἔδωσε πτερὰ εἰς τὸν ἀκροατήν; Ἐνῷ ὡμίλησε διὰ τὰ συνηθισμένα, μὲ αὐτὰ ἐφανέρωσε συνάμα εἰς ὅλους ἠμᾶς τὰ πέρα ἀπὸ προσδοκίαν. Καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ ὀνόματα εἶχαν μεγάλην
διάδοσιν μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων. Ἐπειδὴ τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν ἤσαν παράδοξα, ἐπρότρεξαν οἱ τύποι τῶν ὀνομάτων, ὥστε ἀπὸ τὸν οὐρανὸν νὰ διαλυθῆ κάθε θόρυβος διὰ μίαν καινοτομίαν.
Ὡς γνωστὸν Ἰησοῦς(6) λέγεται ἐκεῖνος ποὺ διεδέχθη τὸν Μωϋσὴν καὶ εἰσήγαγεν τὸν λαὸν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Εἶδες τὸν τύπον; πρόσεξε
τὴν ἀλήθειαν. Ἐκεῖνος τὸν ἔφερεν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, αὐτὸς εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἰς τὰ οὐράνια ἀγαθά. Ἐκεῖνος μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μωϋσέως, αὐτὸς μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἰσχῦος τοῦ νόμου. Ἐκεῖνος ὡς ἡγέτης τοῦ λαοῦ, αὐτὸς ὡς βασιλεύς. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀκούσης Ἰησοῦς καὶ ἕνεκα τῆς ὁμωνυμίας παραπλανηθῆς, ἐπρόσθεσεν. «Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Δαυίδ». Ἐκεῖνος δὲν προήρχετο ἀπὸ τὴν γενεὰν τοῦ Δαυὶδ ἀλλ' ἀπὸ ἄλλην φυλήν.
Καὶ διὰ ποῖον λόγον τὴν ἀποκαλεῖ Βίβλον γενέσεως
τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἂν καὶ δὲν περιέχει τοῦτο μόνον τὴν γέννησιν ἀλλὰ ὅλην τὴν οἰκονομίαν. Διότι πράγματι ἐδῶ ὑπάρχει ἡ συγκεφαλαίωσις ὅλης της οἰκονομίας καὶ ἀποβαίνει δι' ἠμᾶς ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Ὅπως λοιπὸν ὁ Μωϋσῆς δίδει τὸν τίτλον Βιβλίον
οὐρανοῦ καὶ γῆς, μολονότι δὲν ὡμίλησε περὶ οὐρανοῦ καὶ γῆς μόνον ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλων τῶν ἐνδιαμέσων, ὁμοίως καὶ αὐτὸς ἐκάλεσε τὸ βιβλίον ἀπὸ τὸ σημαντικώτερον γεγονός. Διότι βέβαια αὐτὸ ποὺ εἶναι γεμάτο ἀπὸ ἔκπληξιν καὶ ὑπερβαίνει κάθε ἐλπίδα καὶ κάθε προσδοκίαν
εἶναι τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ ὅταν ἐπραγματοποιήθη τοῦτο, ἐπακολουθοῦν ὅλα τὰ ἄλλα μὲ λογικὴν ἀκολουθίαν.
Καὶ διατὶ δὲν εἶπεν υἱοῦ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ἐν συνεχείᾳ υἱοῦ τοῦ Δαυίδ; Ὄχι ὅπως νομίζουν
μερικοί, διότι ἤθελε νὰ ἔλθη ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔκαμνεν ὅ,τι καὶ ὁ Λουκᾶς. Ἐνῷ τώρα κάμνει τὸ ἀντίθετον. Δία ποὶον λόγον λοιπὸν ἀνέφερε τὸν Δαυίδ; Ὁ ἄνθρωπος ἐφέρετο εἰς τὰ στόματα ὅλων καὶ λόγω τῆς λαμπρότητός του
καὶ λόγω τοῦ ὄχι μακρινοῦ χρόνου. Διότι δὲν εἶχεν ἀποθάνει πρὸ τόσον πολλῶν ἐτῶν ὅσον ὁ Ἀβραάμ· ἐξ ἄλλου ὁ Θεὸς εἶχε δώσει ὑποσχέσεις καὶ εἰς τοὺς δυό, ἀλλὰ τὸ ἕνα γεγονὸς ὡς πολὺ παλαιὸν ἀπεσιωπάτο, ἐνῷ τὰ ἄλλο ὡς πολὺ πρόσφατον καὶ νέον ἐπανελαμβάνετο ὑπὸ ὅλων. Αὐτοὶ λοιπὸν ὑποστηρίζουν «Οὐκ ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυὶδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἣν Δαυίδ, ἔρχεται ὁ Χριστός»(Ἰω. 7, 42). Ἐν τούτοις κανεὶς δὲν τὸν ὀνομάζει υἱὸν τοῦ Ἀβραὰμ ἀλλὰ ὅλοι υἱὸν τοῦ Δαυίδ. Διότι ὅπως εἶπα προηγουμένως καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ ὀλίγου σχετικῶς χρόνου καὶ διὰ τὸ βασιλικὸν ἀξίωμα ἔζη εἰς τὴν μνήμην ὅλων.
Δία τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ὅσους ἐτιμοῦσαν ὡς βασιλεῖς ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν ἔδιδαν εἰς αὐτοὺς τὸ ὄνομά του καὶ αὐτοὶ καὶ ὁ Θεός. Καὶ ὁ Ἰεζεκιὴλ ὡς γνωστὸν ἀλλὰ καὶ ἄλλοι προφῆται ἔλεγαν ὅτι θὰ ἔλθη καὶ θὰ ἀναστῇ πρὸς χάριν τοῦ Δαυίδ. Δὲν ἐννοοῦσαν ἐκεῖνον ποὺ εἶχε ἀποθάνει ἀλλὰ τοὺς ζηλωτᾶς τῆς ἀρετῆς ἐκείνου. Ἀλλὰ καὶ ὁ Θεὸς λέγει εἰς τὸν Ἐζεκίαν. «Ὑπερασπιῶ τὴν πόλιν ταύτην δι' ἐμὲ καὶ διὰ Δαυὶδ τὸν παῖδα μου» (Δ΄ Βασ. 19, 34) ἔλεγε καὶ εἰς τὸν Σολομώντα ἐπίσης, ὅτι «διὰ Δαυὶδ οὐ διέρρηξε ζῶντος αὐτοῦ τὴν βασιλείαν»(Γ΄ Βασ. 1, 34). Εἶχε μεγάλην δόξαν ὁ ἄνθρωπος καὶ πλησίον τοῦ Θεοῦ καὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Διά τοῦτο ἀρχίζει ἀμέσως ἀπὸ τὸν πιὸ γνωστὸν καὶ ἀνατρέχει εἰς τὸν πατέρα· ἐθεώρησε περιττὸν νὰ ἀναφερθῆ εἰς ἀπώτερον χρόνον ἀπευθυνόμενος πρὸς Ἰουδαίους. Αὐτοὶ οἱ δυὸ ἐθαυμάζοντο
περισσότερον ὁ ἕνας ως προφήτης καὶ βασιλεύς, ὁ ἄλλος ὡς πατριάρχης καὶ προφήτης.
Καὶ πόθεν εἶναι φανερὸν ὅτι κατάγεται ἀπὸ τὸν Δαυίδ; παρατηρεῖ.
Ἐὰν δὲν ἐγεννήθη ἀπὸ ἄνδρα ἀλλὰ μόνον ἀπὸ γυναῖκα, πῶς θὰ συμπεράνωμεν ὅτι εἶναι ἀπόγονός του
Δαυίδ, ἀφοῦ ἡ Παρθένος δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὴν γενεαλογίαν;
Τὰ ἐρωτήματα εἶναι δυό· διὰ ποῖον λόγον ἡ Παρθένος δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὴν γενεαλογίαν καὶ διατὶ μνημονεύεται ὁ Ἰωσήφ, ποὺ δὲν συντελεῖ καθόλου εἰς τὴν γέννησιν.
Φαίνεται ὅτι τὸ ἕνα εἶναι περιττὸν ἐνῷ τὸ ἄλλο ἐλλιπές. Ποὶον λοιπὸν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἀναφέρωμεν; Τὸ πὼς προῆλθεν ἡ Παρθένος ἀπὸ τὸν Δαυίδ. Καὶ πῶς θὰ μάθωμεν ὅτι προῆλθεν ἀπὸ τὸν Δαυίδ; Ἄκουσε τὸν Θεὸν νὰ λέγῃ εἰς τὸν Γαβριὴλ νὰ μεταβῆ «πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρός, ὢ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυίδ»(Λούκ. 1, 27). Τί θέλεις λοιπὸν νὰ μάθης σαφέστερον ἀπὸ αὐτό, ὅταν ἀκούσης ὅτι ἡ Παρθένος ἦτο ἀπὸ τὸν οἶκον καὶ τὴν πατριὰν τοῦ Δαυίδ;
4. Από αὐτὸ γίνεται φανερὸν ὅτι καὶ ὁ Ἰωσὴφ προήρχετο ἀπὸ ἐκεῖ. Διότι ὑπῆρχε νόμος καὶ ἔθιμον νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ὁ γάμος ἀπὸ ἄλλην φυλὴν ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἰδίαν. Ἀλλὰ καὶ ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ προέλεγεν ὅτι αὐτὸς θὰ ἀναστῇ ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα μὲ τοὺς ἑξῆς λόγους : «Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα, οὐδὲ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἂν ἔλθη ὢ ἀπόκειται· καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν»(Γεν. 49, 10).
Ἡ προφητεία αὐτὴ δηλώνει τὸ γεγονὸς ὅτι προῆλθεν ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα· ὄχι ὅμως ὅτι κατάγεται ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαυίδ. Ἄρα λοιπὸν εἰς τὴν φυλὴν Ἰούδα δὲν ἦτο μοναδικὸν τὸ γένος τοῦ Δαυίδ, ὑπῆρχαν καὶ ἄλλα πολλὰ καὶ συνέβαινε νὰ εἶναι μὲν ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα ὄχι ὅμως καὶ ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαυίδ. Δία νὰ μὴ τὸ προβάλλῃς ὅμως αὐτό, σοῦ ἀφήρεσε τὴν ὑποψίαν αὐτὴν ὁ Εὐαγγελιστὴς προσθέσας τοὺς λόγους «ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυίδ».
Ἂν ὅμως θέλῃς καὶ κάτι ἄλλο διὰ νὰ βεβαιωθῆς, δὲν θὰ μᾶς λείψη καὶ ἄλλη ἀπόδειξις. Ὄχι μόνον δηλαδὴ δὲν ἐπετρέπετο ὁ γάμος ἀπὸ ἄλλην φυλὴν ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπὸ πατριὰν δηλ. ἀπὸ γένος ἄλλο. Ὥστε εἴτε εἰς τὴν Παρθένον ἀποδώσωμεν τὸ «ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυίδ», ὁ λόγος εὐσταθεῖ· εἴτε εἰς τὸν Ἰωσήφ· διότι ἀπὸ τὸ πρώτον ἀποκτᾷ ἰσχὺν καὶ τὸ δεύτερον. Διότι ἐὰν ὁ Ἰωσὴφ ἦτο ἀπὸ τὸν οἶκον καὶ τὸ γένος τοῦ Δαυίδ, δὲν ἠμποροῦσε νὰ λάβη γυναῖκα ἀπὸ ἀλλοῦ παρὰ ἀπὸ ὅπου προήρχετο καὶ ὁ ἴδιος. Ἂν ὅμως ἔχῃ καταπατήσει τὸν νόμον; ἀντιπροτείνει.
Δία τοῦτο ἀκριβῶς ἔδωσεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ Ἰωσὴφ ἦτο δίκαιος, διὰ νὰ μὴ κάμῃς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν.
Πληροφορούμενος τὴν ἀρετήν του νὰ μάθης καὶ ἐκεῖνο, ὅτι δήλ. δὲν ἠμποροῦσε νὰ παραβῇ τὸν νόμον καὶ εἶναι φυσικόν. Αὐτὸς ὁ φιλάνθρωπος καὶ τόσον ἀνεπηρέαστος ἀπὸ πάθος, ὥστε, μολονότι ἡ ὑποψία τὸν ἐβασάνιζε, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιδίωξη τιμωρίαν
τῆς Παρθένου, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραβῇ τὸν νόμον χάριν τῆς ἡδονῆς; Αὐτὸς ποὺ ἔδειξε πνευματικότητα ἀνωτέραν ἀπὸ ὅ,τι ἐπέβαλλεν ὁ νόμος — καὶ ἦτο ἀνωτέρα πνευματικότης τὸ νὰ ζητήσῃ νὰ τὴν ἀφήση καὶ μάλιστα κρυφίως
– πῶς θὰ ἔπραττε κάτι παρὰ τὸν νόμον καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ τὸν ἀναγκάζῃ καμμία αἰτία;
Εἶναι φανερὸν ἀπὸ αὐτά, ὅτι ἡ Παρθένος
προήρχετο ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαυίδ.
Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ ἐκθέσωμεν διὰ ποῖον λόγον δὲν συμπεριέλαβεν Αὐτὴν εἰς τὴν γενεαλόγησιν ἀλλὰ τὸν Ἰωσήφ. Δία ποὶον λόγον; Δὲν ἦτο συνήθεια εἰς τοὺς Ἰουδαίους νὰ συμπεριλαμβάνουν
εἰς τᾶς γενεαλογίας τᾶς γυναίκας. Δία νὰ φυλάξη λοιπὸν ἀφ' ἐνὸς τὴν συνήθειαν καὶ νὰ μὴ φανῆ ὅτι ἀπὸ τὸ προοίμιον τῆς ἐξιστορήσεώς του τὴν παραβαίνει καὶ διὰ νὰ μᾶς κάμῃ ἐξ ἄλλου γνωστὴν τὴν κόρην, διὰ τοῦτο ἀπεσιώπησε τοὺς προγόνους της καὶ συμπεριέλαβεν εἰς τὴν γενεαλόγησιν τὸν Ἰωσήφ. Ἂν ἔκαμεν ἔτσι μὲ τὴν Παρθένον, θὰ ἐθεωρεῖτο ὅτι καινοτομεῖ· ἂν ἀπεσιωποῦσε τὸν Ἰωσήφ, δὲν θὰ ἐγνωρίζαμεν τοὺς προγόνους τῆς Παρθένου. Δία νὰ πληροφορηθῶμεν λοιπὸν ἀφ' ἐνὸς τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Μαρίαν, ποὶα ἦτο καὶ ἀπὸ ποὺ κατήγετο, καὶ διὰ νὰ μείνουν ἀφ' ἑτέρου αἳ συνήθειαι ἀμετακίνητοι, περιέλαβεν εἰς τὴν γενεαλόγησιν τὸν μνηστῆρα της καὶ μᾶς ἔδειξεν ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαυίδ. Καὶ ἀφοῦ ἐδείχθη τοῦτο, ἔχει ἀποδειχθῆ καὶ ἐκεῖνο, ὅτι δηλαδὴ ἡ Παρθένος
προήρχετο ἀπ' ἐκεῖ διὰ τὸν λόγον ποὺ εἶπα προηγουμένως, ὅτι ὁ δίκαιος αὐτὸς δὲν θὰ ἐδέχετο ποτὲ νὰ λάβη γυναῖκα ἀπὸ ἀλλοῦ.
Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρωμεν καὶ ἄλλον λόγον
περισσότερον μυστικόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεσιωπήθησαν οἱ πρόγονοι τῆς Παρθένου. Τὴν αἰτίαν αὐτὴν δὲν εἶναι ὤρα νὰ τὴν ἀποκαλύψωμεν, ἐπειδὴ εἶναι πολλὰ τὰ λεχθέντα. Δία τοῦτο, ἃς σταματήσωμεν ἐδῶ τὸν λόγον διὰ τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ ἂς κρατήσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς μὲ ἀκρίβειαν ὅσα ἀπεκαλύψαμεν εἴς σᾶς. Τὸ διατὶ π.χ. ἐμνημόνευσε τὸν Δαυὶδ πρώτον, διατὶ ἐκάλεσε τὴν συγγραφήν του Βίβλον γενέσεως, διατὶ εἶπε τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πὼς ἡ γέννησις εἶναι, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι κοινή, ἀπὸ ποῦ ἐφάνη ὅτι ἡ Μαρία προέρχεται
ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαυὶδ καὶ διὰ ποῖον λόγον περιελήφθη εἰς τὴν γενεαλόγησιν τοῦ Ἰωσήφ, ἐνῷ ἀπεσιωπήθησαν οἱ πρόγονοι ἐκείνης.
Ἂν τηρῆτε αὐτά, θὰ μᾶς κάμετε προθυμοτέρους καὶ διὰ τὰ ἑπόμενα. Ἂν ὅμως αὐτὰ τὰ περιφρονήσετε καὶ τὰ ἀποβάλετε ἀπὸ τὴν ψυχήν σας, θὰ γίνωμεν
διστακτικώτεροι διὰ τὰ ὑπόλοιπα. Ὁμοίως καὶ ὁ γεωργός, δὲν θὰ ἤθελε νὰ καλλιεργήση τὴν γῆν ποὺ τοῦ κατέστρεψε τὸν πρώτον σπόρον. Δία τοῦτο παρακαλῶ νὰ τὰ διατηρῆτε αὐτὰ εἰς τὸν νοῦν σας. Διότι ἀπὸ τὴν φροντίδα δι' αὐτὰ δημιουργεῖται εἰς τὴν ψυχὴν ἕνα μεγάλο καὶ σωτήριον ἀγαθόν. Καὶ εἰς τὸν Θεὸν δηλαδὴ θὰ γίνωμεν ἀρεστοί, ἂν ἀσχολούμεθα μὲ αὐτά, καὶ τὰ στόματά μας θὰ μείνουν καθαρὰ ἀπὸ ὕβρεις καὶ αἰσχρολογίας καὶ χλευασμούς, ἂν μελετοῦν λόγους
πνευματικούς.
Ἀκόμη, θὰ γίνωμεν φοβεροὶ καὶ εἰς τοὺς δαίμονας ἐξοπλίζοντες τὴν γλῶσσαν μας μὲ τέτοιους λόγους,
θὰ ἐπισπάσωμεν διὰ τὸν ἐαυτόν μας περισσοτέραν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς θὰ γίνῃ πιὸ ὀξυδερκής. Διότι
καὶ τὰ μάτια καὶ τὸ στόμα καὶ τὴν ἀκοὴν δι' αὐτό μας τὰ παρεχώρησε, διὰ νὰ ἐργάζωνται ὅλα τὰ μέλη μας διὰ λογαριασμόν Του.
Νὰ λέγωμεν τοὺς λόγους Του, νὰ ἐκτελοῦμεν τὰ θελήματά Του, νὰ ψάλλωμεν εἰς αὐτὸν ὕμνους ἀτελειώτους, νὰ Τοῦ ἀναπέμπωμεν τᾶς εὐχαριστίας μας καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ νὰ καθιστοῦμεν καθαρὰν τὴν συνείδησίν μας. Διότι ὅπως τὸ σῶμα γίνεται ὑγιέστερον, ὅταν ἀπολαμβάνῃ τὸν καθαρὸν ἀέρα, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή μας γίνεται
περισσότερον πνευματική, ὅταν τρέφεται μὲ τᾶς μελέτᾳς τοῦ εἴδους αὐτοῦ.
5. Δεν βλέπεις καὶ τὰ μάτια τοῦ σώματος; Ὅταν τὰ προσβάλλῃ καπνός,
δακρύζουν συνεχῶς. Ὅταν ὅμως ὑπάρχη καθαρὰ ἀτμόσφαιρα εἰς λειβάδια καὶ πηγᾶς καὶ κήπους, γίνονται ὀξύτερα καὶ πιὸ ὑγιῆ. Ἔτσι εἶναι καὶ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς. Ἂν κινοῦνται εἰς τὸ λειβάδι τῶν πνευματικῶν λόγων, θὰ εἶναι καθαρὰ καὶ λαμπρὰ καὶ δυνατά. Ἂν ὅμως πλανῶνται εἰς τὸν καπνὸν τῶν βιοτικῶν πραγμάτων θὰ πλημμυρίζουν ἀπὸ δάκρυα καὶ κλάματα καὶ τώρα καὶ τότε. Διότι τὰ ἀνθρώπινα ὁμοιάζουν μὲ καπνόν. Δία τοῦτο καὶ κάποιος ἔλεγε : «Ἐξέλιπον ὡσεὶ καπνὸς αἳ ἡμέραι μου» (Ψαλμ. 101,4). Ἐκεῖνος ὅμως ἀναφέρεται εἰς τὴν βραχύτητα τῆς ζωῆς καὶ τὸ τέλος της, ἐνῷ ἐγὼ θὰ ἔλεγα ὅτι πρέπει
συγχρόνως νὰ λαμβάνωμεν ὑπ' ὄψιν καὶ τὴν ταραχώδη πλευρά
των. Διότι τὸν ὀφθαλμὸν τῆς ψυχῆς δὲν τὸν στενοχωρεῖ καὶ δὲν τὸν θολώνει τίποτε, ὅσον τὸ πλῆθος τῶν φροντίδων τῆς ζωῆς καὶ ἡ συμμορία τῶν ἐπιθυμιῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ξύλα τοῦ καπνοῦ τούτου. Ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καὶ μὲ τὴν φωτιάν. Ὅταν εὕρη ὑγρὰ καὶ μουσκεμένα ξύλα προκαλεῖ πολὺν καπνὸν ἔτσι καὶ ἡ ἐπιθυμία μὲ τὴν ὄψιν τῆς ὁρμητικῆς φλογός, ὅταν συλλάβη
κάποιαν ὑγρᾶν καὶ χαλαρωμένην ψυχήν, δημιουργεῖ εἰς αὐτὴν πολὺν καπνόν. Δία τοῦτο μας χρειάζεται
ἡ δροσιὰ τοῦ πνεύματος καὶ ἡ αὔρα ἐκείνη, νὰ σβήση τὴν φωτιάν, νὰ σκορπίση τὸν καπνὸν καὶ νὰ πτερώσῃ τὸν λογισμόν μας.
Δὲν εἶναι δυνατόν, ὄχι, μὲ τὸ βάρος τόσων δεινῶν νὰ ὑψωθοῦμεν εἰς τὸν οὐρανόν. Ἃς ἰκανοποιηθοῦμεν, ἂν ἠμπορέσωμεν νὰ πάρωμεν τὸν δρόμον αὐτὸν ἐλευθερωμένοι ἀπὸ ἀποσκευᾶς. Μολονότι καὶ ἔτσι δὲν εἶναι δυνατόν, ἂν δὲν λάβωμεν τὰ πτερὰ τοῦ Πνεύματος. Ἂν λοιπὸν χρειάζεται ἐλαφρὰ ψυχὴ καὶ πνευματικὴ δωρεά, διὰ νὰ ἀνέλθωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὕψος, ὅταν μήτε τὸ ἕνα δὲν ἔχωμεν μήτε τὸ ἄλλο, ἀλλὰ φορτωνώμεθα ὅλα τὰ ἀντίθετα καὶ τὸ σατανικὸν φορτίον, πῶς θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ πετάξωμεν, ἐνῷ τόσον βάρος μᾶς σύρει πρὸς τὰ κάτω; Δυστυχῶς. Ὅταν ζυγίσῃ κανεὶς μὲ ἀκριβῆ σταθμὰ τοὺς λόγους μας,
μόλις θὰ εὕρη ἑκατὸν δηνάρια πνευματικῶν λόγων ἢ μᾶλλον δὲν θὰ μετρήση οὔτε δέκα
πενταροδεκάρες. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐντροπὴ καὶ κοροϊδία ἀπέραντος νὰ χρησιμοποιοῦμεν τὸν ὑπηρέτην μας διὰ τὰς ἀπαραιτήτους ἐργασίας, τὸ δὲ στόμα μας ποὺ εἶναι μέλος τοῦ σώματός μας, νὰ μὴν τὸ χρησιμοποιοῦμεν οὔτε ὡς ὑπηρέτην, ἀλλ' ἀντιθέτως νὰ τὸ ὠθοῦμεν εἰς πράγματα ἄχρηστα καὶ ἀνωφελῆ; Καὶ μακάρι νὰ ἦτο εἰς ἀνωφελῆ μόνον, ἀλλὰ τὸ ὠθοῦμεν καὶ εἰς ἀντίθετα καὶ βλαβερὰ καὶ εἰς πράγματα ποὺ δὲν χρησιμεύουν πουθενά. Διότι ἂν ἤσαν χρήσιμα δι' ἠμᾶς ὅσα λέγομεν, θὰ ἤσαν ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀρεστὰ καὶ εἰς τὸν Θεόν.
Τώρα ὅμως λέγομεν ὅλα ὅσα μας ὑποβάλλει ὁ διάβολος· ἄλλοτε γελῶντες, ἄλλοτε λέγοντες
γελοία πράγματα, ἄλλοτε μὲ κατάρας καὶ ὕβρεις, ἄλλοτε ψευδορκοῦντες καὶ ἐπιορκοῦντες. Καὶ πότε ἀποδυσπετοῦμεν καὶ πότε περιττολογοῦμεν καὶ φλυαροῦμεν περισσότερον ἀπὸ γραΐδια, ἀνακινοῦντες ὅλα ὅσα εἶναι ἄσχετα πρὸς ἠμᾶς.
Εἰπέτε μου, ποὶος ἀπό σας ποὺ στέκεσθε ἐδῶ, ἂν τοῦ ζητήσωμεν νὰ μᾶς ψάλη ἔνα ψαλμὸν καὶ νὰ μᾶς εἰπῇ ἕνα ἄλλο ἀπόσπασμα ἀπὸ τᾶς θείας Γραφᾶς, θὰ ἠμπορέσῃ; Δὲν ὑπάρχει κανείς. Καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ κακὸν μόνον ἀλλὰ καὶ τοῦτο· ἐνῷ εἶσθε τόσον ἀδιάφοροι πρὸς τὰ πνευματικά, εἶσθε πρὸς τὰ σατανικὰ ὀρμητικώτεροι ἀπὸ τὴν φωτιά. Ἂν θελήση κάποιος
νὰ σᾶς ἐξετάση εἰς τὰ διαβολικὰ τραγούδια, εἰς τὰ πορνικὰ καὶ ἀνήθικα ᾄσματα, θὰ εὕρη πολλοὺς νὰ τὰ γνωρίζουν μὲ ἀκρίβειαν καὶ νὰ τὰ τραγουδοῦν μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν.
Καὶ ἡ δικαιολογία διὰ τᾶς παρεκτροπᾶς;
Δὲν εἶμαι, δικαιολογεῖται, κανεὶς μοναχός, ἀλλὰ καὶ γυναῖκα ἔχω καὶ παιδιὰ καὶ ἔχω φροντίδα
σπιτιοῦ.
Αὐτὸ εἶναι ποὺ κατέστρεψε τὰ πάντα· νομίζετε ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τῶν θείων Γραφῶν εἶναι μόνον δι' ἐκείνους, ἐνῷ σεῖς ἔχετε τὴν ἀνάγκην της περισσότερον. Ὅποιοι ἀγωνίζονται εἰς τὸ κέντρον τοῦ σταδίου καὶ δέχονται
τραύματα καθημερινῶς, αὐτοὶ ἔχουν μεγαλυτέραν ἀνάγκην ἀπὸ φάρμακα. Ὥστε ἀπὸ τὸ νὰ μὴ διαβάζετε εἶναι πολὺ χειρότερον νὰ θεωρῆτε τὴν ἀνάγνωσιν περιττὸν πρᾶγμα. Αὐτοὶ οἱ λόγοι
προέρχονται ἀπὸ σατανικὴν παρακίνησιν.
6. Δεν ἀκοῦτε τὸν Παῦλον νὰ λέγῃ ὅτι «πρὸς νουθεοίαν ἠμῶν ταῦτα πάντα ἐγράφη»(Α΄ Κορ. 10, 11). Σὺ ὅμως, ἂν πρέπει νὰ κρατήσης τὸ Εὐαγγέλιον, δὲν θὰ ἤθελες νὰ τὸ κάμῃς τοῦτο μὲ ἄπλυτα χέρια. Ἐκεῖνα ὅμως ποὺ περιέχονται εἰς αὐτὸ δὲν τὰ θεωρεῖς ὡς ἐντελῶς ἀπαραίτητα. Δία τοῦτο ἔχουν γίνει ὅλα ἄνω κάτω. Ἂν θέλῃς νὰ μάθης πόσον κέρδος προέρχεται ἀπὸ τὰς Γραφὰς, ἐξέτασε τὸν ἐαυτόν σου, ποὶος γίνεσαι, ὅταν ἀκούης ψαλμούς, καὶ ποίος, ὅταν διαβολικὸ τραγοῦδι, ποὶα ἡ κατάστασίς σου, ὅταν εὑρίσκεσαι εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ποία, ὅταν κάθεσαι εἰς τὸ θέατρον. Θὰ διαπιστώσης τότε
μεγάλην ἀπόστασιν ἀνάμεσα εἰς αὐτὴν καὶ ἐκείνην τὴν ψυχήν, μολονότι εἶναι ἡ ἰδία. Δία τοῦτο ὁ Παῦλος ἔλεγε· «Φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί»(Α΄ Κορ. 15, 33).
Δία τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ συνεχεῖς ἐξορκιστικοὺς ὕμνους τοῦ Πνεύματος. Ἐπειδὴ κατὰ τοῦτο πλεονεκτοῦμεν ἔναντι τῶν ἀλόγων ζῴων, ὅπως ἐξ αἰτίας τῶν ἄλλων μειονεκτοῦμεν καὶ μάλιστα πολύ. Τοῦτο τὸ πρᾶγμα εἶναι τροφὴ τῆς ψυχῆς, στολισμός της,
ἀσφάλειά της, καθὼς καὶ τὸ νὰ μὴ ἀκούωμεν τοὺς ὕμνους αὐτοὺς εἶναι πεῖνα καὶ θάνατος. Θὰ τοὺς δώσω λέγει· «Οὗ λιμὸν ἄρτου, οὐδὲ δίψαν ὕδατος, ἀλλὰ λιμὸν τοῦ ἀκούσαι λόγον Κυρίου" (Ἀμῶς 8, 11). Ὑπάρχει χειρότερον πρᾶγμα ἀπὸ αὐτὸ τὸ κακὸν ποὺ ὁ Θεός σοῦ τὸ ἐπισείει ὡς τιμωρίαν νὰ τὸ σύρῃς σὺ μόνος σου κατὰ τῆς κεφαλῆς σου, νὰ εἰσάγῃς μίαν βαρυτάτην
πείναν μέσα εἰς τὴν ψυχήν σου καὶ νὰ τὴν κάμνῃς τὸ ἀσθενέστερον πρᾶγμα; Διότι ἡ φύσις τῆς ψυχῆς εἶναι νὰ καταστρέφεται καὶ νὰ σῴζεται ἐξ αἰτίας τῶν λόγων. Ὁ λόγος τὴν ἐξωθεὶ εἰς τὴν ὁρμὴν καὶ αὐτὸς πάλιν τὴν πραΰνει· μία αἰσχρὰ λέξις τῆς ἀνάπτει τὴν ἐπιθυμίαν καὶ πάλιν ἕνας λόγος γεμάτος σεμνότητα τὴν φέρει εἰς τὴν σωφροσύνην. Καὶ ἂν ὁ ἁπλοὺς λόγος ἔχει τόσην
δύναμιν, εἰπέ μου, πῶς περιφρονεῖς τᾶς Γραφᾶς; Ἐὰν ἐπιτυγχάνῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, ἡ παραίνεσις θὰ εἶναι ἀκόμη μεγαλύτερα, ὅταν αὐτὴ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος.
Μαλακώνει περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἡ φωτιὰ τὴν πεπωρωμένην ψυχὴν καὶ πρὸς ὅλα τὰ καλὰ τὴν κάμνει ἐπιτηδείαν, ὁ λόγος ποὺ ἀντηχεῖ μέσα της ἀπὸ τᾶς θείας Γραφᾶς.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ὁ Παῦλος τοὺς φουσκωμένους καὶ ἀκαταδέκτους
Κορινθίους τοὺς συνέφερε καὶ τοὺς ἐμαλάκωσε. Διότι ἐμεγαλοφρονοῦσαν δι' αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐντρέπωνται καὶ νὰ κρύπτωνται. Ἀφοῦ ὅμως ἐδέχθησαν τὴν ἐπιστολήν, ἀκούσατε τὴν ἀλλαγήν των, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισεν ὁ ἴδιος ὁ διδάσκαλος των μὲ τοὺς ἑξῆς λόγους· «Αὐτὸ γὰρ τὸ κατὰ Θεὸν λυπηθήναι ὑμᾶς, πόσην εἰργάσατο ἐν ὑμὶν σπουδὴν ἀλλὰ ἀπολογίαν, ἀλλὰ ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ φόβον, ἀλλὰ ἐπιπόθησιν, ἀλλὰ ζῆλον, ἀλλὰ ἐκδίκησιν»(Β΄ Κορ. 7, 11).
Ἔτσι διορθώνομεν καὶ τοὺς ὑπηρέτας μας καὶ τὰ παιδιά μας καὶ τᾶς γυναίκας μας καὶ τοὺς φίλους μας καὶ μεταβάλλομεν εἰς φίλους τοὺς ἐχθρούς. Ἔτσι καὶ οἱ μεγάλοι ἄνδρες καὶ φίλοι τοῦ Θεοῦ, ἔγιναν καλύτεροι.
Διότι, ὡς γνωστόν, καὶ ὁ Δαυὶδ μετὰ τὸ ἁμάρτημά του, ἀφοῦ ἤκουσεν εὐεργετικοὺς λόγους, τότε ἔφθασεν εἰς τὴν ὡραιοτάτην ἐκείνην μετάνοιάν του. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ οἱ ἀπόστολοι ἔγιναν ὅ,τι ἔγιναν καὶ ἐκέρδισαν ὅλην τὴν οἰκουμένην.
Καὶ τί τὸ ὄφελος, λέγει, ὅταν ἀκούῃ κανείς, δὲν ἐκτελεῖ ὅμως τὰ λεγόμενα;
Καὶ ἀπὸ τὴν ἁπλὴν ἀκρόασιν τὸ κέρδος δὲν εἶναι μικρόν. Θὰ καταδικάση τὸν ἐαυτόν του, θὰ στενάξη καὶ εἰς μίαν στιγμὴν θὰ φθάση καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν λόγων. Ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ δὲν γνωρίζει οὔτε ὅτι ἠμάρτησε, πότε θὰ παύση νὰ ἁμαρτάνῃ; Πότε θὰ καταδικάση τὸν ἐαυτόν του;
Ἃς μὴ περιφρονοῦμεν λοιπὸν τὴν ἀκρόασιν τῶν θείων Γραφῶν. Αὐτὰ προδίδουν
σατανικὴν διάνοιαν, ποὺ δὲν ἀφήνει νὰ ἰδοῦμεν τὸ θησαυροφυλάκιον, διὰ νὰ μὴν κερδίσωμεν τὸν πλοῦτον. Δία τοῦτο λέγει ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἡ ἀκρόασις τῶν θείων νόμων, διὰ νὰ μὴν ἰδῆ νὰ ἐπακολουθῇ εἰς τὴν ἀκρόασιν ἡ πρᾶξις.
Γνωρίζοντες λοιπὸν αὐτὴν τὴν πονηρᾶν τέχνην του, ἃς περιτειχίσωμεν ἀπὸ ὄλας τᾶς πλευρᾶς τὸν ἐαυτόν μας.
Προφυλαγμένοι μὲ τὰ ὄπλα αὐτά, καὶ ἠμεῖς οἱ ἴδιοι ἂς μὴ αἰχμαλωτισθοῦμε καὶ τὴν κεφαλὴν ἐκείνου ἂς κτυπήσωμεν. Καὶ ἀφοῦ φορέσωμεν ἕνα τέτοιον λαμπρὸν νικητήριον στέφανον, ἃς ἐπιτύχωμεν τὰ μελλοντικὰ ἀγαθὰ μὲ τὴν χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Εἰς Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Σχόλια
1. Η προηγουμένη ὁμιλία (Ἀ') εἶναι ἀκριβῶς ἡ εἰσαγωγική της ὅλης σειρᾶς. Ὁ σύνδεσμος τῶν ἄλλων ὁμιλιῶν μεταξὺ τῶν εἶναι ἀκόμη στενώτερος,
διότι τὸ ἑρμηνευόμενον τμῆμα τοῦ εὐαγγελίου εἰς ἑκάστην ἀποτελεῖ συνέχειαν τοῦ εἰς τὴν προηγουμένην ἑρμηνευθέντος.
2. Εκκλησία τῶν πρωτοτόκων εἶναι ἡ εἰς τοὺς οὐρανοὺς πόλις τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ἡ ἐπουράνιος Ἱερουσαλήμ. Ἡ ἐκκλησία αὐτὴ ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴν τοϋ ὁρατοῦ κόσμου καὶ ἀπετελεῖτο ἀπὸ τᾶς στρατιᾶς τῶν ἀγγέλων. Ἡ ἐπίγειος ἐκκλησία, ποὺ ἱδρύθη ἀπὸ τὸν Χριστόν, ἀποτελεῖ ἑνότητα μὲ ἐκείνην.
3. Να ὑποθέση κανεὶς ὅτι ἀπὸ τὸ σημεῖον αὐτὸ προέρχεται ὁ τίτλος τοῦ ὀνομαστοῦ συγγράμματος τοῦ ἁγίου Νικόδημου τοῦ Ἁγιορείτου «Ὁ ἀόρατος πόλεμος»;
Διότι εἰς αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν ἀόρατον πόλεμον ἀναφέρεται ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος.
4. Βλέπε τὴν σημείωσιν 10 εἰς τὴν Ἀ' ὁμιλίαν. Περισσότερα
ἠμπορεῖ νὰ εὕρει κανεὶς εἰς τὴν μελέτην τοῦ Μάρκου Σιώτου. Αἳ γυναῖκες τῆς κατὰ Ματθαῖον γενεαλογίας, εἰς τὸ περιοδ. θεολογία, 1949, σέλ. 158-9.
5. Θαυμάσατε τὴν παραστατικότητα
τῆς εἰκόνος καὶ τὴν συγκεκριμενοποίηση τῆς ἰδέας τῆς συμφιλιώσεως τοῦ παλαιοῦ νόμου μὲ τὸν νέον. Αἳ ἀνοικταὶ χεῖρες τοῦ Χριστοῦ εἰς σχῆμα σταυροῦ ὑπαινίσσονται καὶ τὸ βαρύτατον τίμημα
ποὺ κατέβαλε διὰ τὴν συμφιλίωσιν αὐτὴν ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον τῆς ἀτιμίας.
6. Eις τοὺς Ἀριθμούς, τέταρτον βιβλίον τῆς Π.Δ. (13, 17)
μανθάνομεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ἐκαλεῖτο προηγουμένως Αὐσῆ. Εἰς Ἰησοῦν τὸν μετωνόμασεν ὁ Μωυσῆς μετὰ τὴν ἀποοτολὴν τοῦ μαζὶ μὲ ἄλλους ἕνδεκα ἐκπροσώπους τῶν φυλῶν πρὸς κατασκόπευσιν τῆς γῆς Χαναᾶν. Διάβασε τὸ σχόλιον τοῦ ἴ. Χρυσοστόμου εἰς τὸ τέλος τῆς πάρ.2 τῆς αὐτῆς ὁμιλίας.
Πηγή : Ἄπαντα Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τομ. 9ος,
Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον (Ὁμιλίαι Α΄-Κ΄), Πατερικαὶ ἐκδόσεις "Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς", Θεσσαλονίκη
1978.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου