Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία Ε΄.


«Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν, ὑπὸ τοῦ Κυρίου, διὰ τοῦ προφήτου, λέγοντος· Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ».

Ἀκούω πολλοὺς νὰ λέγουν ὅτι, ὅταν εἴμεθα παρόντες καὶ ἀπολαμβάνωμεν τὴν ὁμιλίαν, γινόμεθα ταπεινοί. Μόλις ἀναχωρήσωμεν, ὅμως, γινόμεθα πάλιν διαφορετικοὶ καὶ σβήνομεν τὴν φλόγα τῆς ἡθικῆς βελτιώσεως.

Τὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, λοιπόν, διὰ νὰ μὴ συμβαίνῃ αὐτό; Ἀς ἐρευνήσωμεν ποῦ ὀφείλεται. Ποῦ ὀφείλεται, λοιπόν, αὐτὴ ἡ μεγάλη μεταβολὴ τῶν διαθέσεών μας; Εἰς τὰς ἀκαταλλήλους ἐνασχολήσεις μας καὶ εἰς τὴν συναναστροφήν μας μὲ κακοήθεις ἀνθρώπους.

Δὲν ἔπρεπε, λοιπόν, ὅταν ἀναχωροῦμεν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, νὰ ἀσχολούμεθα μὲ ὑποθέσεις ἀσχέτους πρὸς τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ νὰ μεταβαίνωμεν ἀμέσως εἰς τὸ σπίτι μας καὶ νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὸ βιβλίον καὶ νὰ καλοῦμεν τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά μας νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν ἀναπόλησιν τῆς ὁμιλίας καὶ κατόπιν νὰ ἐνδιαφερώμεθα διὰ τὰς βιωτικὰς ὑποθέσεις μας. Διότι, ἀφοῦ δὲν ἀποφασίζῃς νὰ μεταβῇς ἀπὸ τὸ λουτρὸν εἰς τὴν ἀγοράν, διὰ νὰ μὴ ἐξουδετερώσῃ ἡ ἐπαφή σου μὲ τὰ πράγματα τῆς ἀγορᾶς τὴν ἀνακούφισίν σου ἀπὸ τὸ λουτρόν, ἔπρεπε νὰ ἀκολουθῇς πολὺ περισσότερον αὐτὴν τὴν τακτικήν, ὅταν ἀναχωρῇς ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν. Τώρα ὅμως κάμνομεν τὸ ἀντίθετον. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς χάνομεν τὰ πάντα. Διότι, πρὶν ἀκόμη ριζώσῃ καλὰ ἡ ὠφέλεια τῶν λόγων, παρασύρει ἀμέσως ἡ μεγάλη ὁρμὴ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιδράσεων.

Διὰ νὰ μὴν γίνεται λοιπόν αὐτό, μὴ θεωρῇς, ὅταν ἀναχωρῇς ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, τίποτε σπουδαιότερον ἀπὸ τὴν ἀνακεφαλαίωσιν καὶ ἐπεξεργασίαν τῆς ὁμιλίας. Διότι θὰ ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἀγνωμοσύνη, ἐνῶ διαθέτωμεν πέντε ἤ ἕξι ἡμέρας διὰ τὰς βιωτικάς μας ἀνάγκας, νὰ μὴ διαθέτωμεν οὔτε μίαν, μᾶλλον δὲ οὔτε μικρὸν μέρος τῆς ἡμέρας, διὰ τὰς πνευματικάς.

Δὲν βλέπετε τὰ παιδιά μας ὅτι μελετοῦν ὅλην τὴν ἡμέραν τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα διδάσκονται; Αὐτὸ ἄς κάμωμεν καὶ ἐμεῖς. Διότι δὲν θὰ κερδίσωμεν τίποτε ἀπὸ τὴν συγκέντρωσίν μας αὐτήν, ἄν χύνωμεν καθημερινῶς νερὸ εἰς τρυπημένον πίθον καὶ δὲν φροντίζωμεν διὰ τὴν φύλαξιν τῶν λόγων, οὔτε ὅσον φροντίζωμεν διὰ τὴν φύλαξιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου. Ὅταν π.χ. ἀποκτήσῃ κανεὶς ὀλίγα χρήματα, καὶ εἰς τὸ βαλάντιόν του τὰ τοποθετεῖ καὶ τὰ σφραγίζει ἐπὶ πλέον.

Ἐμεῖς, ἀντιθέτως, ποὺ ἀκούομεν λόγια πολυτιμότερα ἀπὸ τὸν χρυσὸν καὶ ἀπὸ τοὺς πολυτίμους λίθους καὶ μᾶς προσφέρονται πνευματικοὶ θησαυροί, δὲν τοὺς τοποθετοῦμεν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τῆς ψυχῆς μας, ἀλλὰ τοὺς ἀφήνομεν ἀπερισκέπτως καὶ ἐπιπολαίως νὰ χύνωνται ἔξω ἀπὸ τὴν ψυχήν μας.

Ποιὸς θὰ μᾶς λυπηθῇ, λοιπόν, ἀφοῦ εἴμεθα ἐχθροὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τὸν ὁδηγοῦμεν εἰς τόσον μεγάλην στέρησιν; Διὰ νὰ μὴν γίνεται αὐτό, ἄς θεσπίσωμεν διὰ τοὺς ἑαυτούς μας, τὰς γυναίκας μας καὶ τὰ παιδιά μας νόμον ἀπαράβατον, νὰ διαθέτωμεν μίαν ὁλόκληρον ἡμέραν κάθε ἑβδομάδα διὰ τὴν παρακολούθησιν ὁμιλιῶν καὶ τὴν ἐμβάθυνσιν εἰς αὐτάς. Διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅταν δηλ. ἔχετε εἰς τὴν μνήμην σας τὰς προηγουμένας ὁμιλίας καὶ μὲ αὐτὰς ὡς ἐφόδιον ἀκούετε τὰς ἑπομένας, θὰ εἶναι οἱ λόγοι περισσότερον εὐκολονόητοι καὶ ὁ κόπος μου ὀλιγώτερος καὶ τὸ κέρδος σας μεγαλύτερον. Διότι εἰς τὴν κατανόησιν τῶν λεγομένων ὄχι ὀλίγον συντελεῖ καὶ ἡ ἀκριβὴς γνώσις τῆς ἀλληλουχίας τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας σᾶς ἀναπτύσσω. Ἐπειδή, λοιπόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθοῦν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας τὰ πάντα, τοποθετήσετε μὲ ὡρισμένην τάξιν εἰς τὴν μνήμην σας ὅσα θὰ διδαχθῆτε κατὰ τὴν διάρκειαν πολλῶν ἡμερῶν καὶ τακτοποιήσετέ τα ἔτσι μέσα εἰς τὴν ψυχήν σας, ὥστε νὰ φαίνεται ἡ Ἁγία Γραφή ἕνα ἑνιαῖον σύνολον. Ἀφοῦ ἐνθυμηθῆτε, λοιπόν, ὅσα εἴπαμεν τώρα τελευταῖα, ἄς προχωρήσωμεν καὶ σήμερα εἰς τὴν συνέχειαν.

Ποιὰ θὰ εἶναι ἡ συνέχεια σήμερα; «Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου, διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος». Ὅταν λέγῃ : «τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν», ὁμιλεῖ, ὅσον τοῦ εἶναι δυνατόν, ὅπως ἀξίζει εἰς τὸ θαῦμα. Ἐπειδὴ δηλαδὴ εἶδεν ὅλον τὸ πλάτος, καὶ τὸ βάθος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ἔγινε πραγματικότης ὅ,τι δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ φαντασθοῦμεν καὶ ὅτι κατελύθησαν οἱ φυσικοὶ νόμοι καὶ ἐπῆλθε συμφιλίωσις καὶ κατέβη ὁ ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους πρὸς τὸν κατώτερον ἀπὸ ὅλους καὶ ἐξηφανίσθη τὸ χάσμα καὶ ἐξουδετερώθησαν τὰ ἐμπόδια καὶ συνέβησαν καὶ ἄλλα πολὺ περισσότερα, μᾶς παρουσίασε μὲ μίαν μικρὰν φράσιν τὸ θαῦμα. Εἶπε : «τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου». Δὲν πρέπει, λέγει, νὰ νομίσῃς ὅτι τοῦτο ἀπεφασίσθη τώρα. Ἐσχεδιάσθη ἀπὸ πολὺ παλαιά. Αὐτὸ ἐφρόντισε νὰ τὸ δείξῃ παντοῦ ὁ Παῦλος. Παραπέμπει δὲ ὁ ἄγγελος τὸν Ἰωσὴφ εἰς τὸν Ἠσαΐαν, ὥστε καὶ ἄν δυσπιστήσῃ ὅταν σηκωθῇ ἀπὸ τὸν ὕπνον, πρὸς τὰ λόγια του, ἐπειδὴ ἐλέχθησαν τώρα, νὰ ἐνθυμηθῇ τὰ λόγια τοῦ προφήτου, τὰ ὁποῖα ἤκουεν εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν καὶ νὰ τὰ κατανοήσῃ. Εἰς τὴν Παρθένον δὲν εἶπε τίποτε ἀπὸ αὐτὰ διότι ἦτο νεαρὰ καὶ δὲν εἶχε τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν. Ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἄνδρα μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπειδὴ ἦτο εὐσεβὴς καὶ ἐμελετοῦσε τοὺς προφήτας.

Πρὸ ὁλίγου εἶπε : «Μαριὰμ τὴν γυναῖκα σου». Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἀφοῦ ἀνέφερε τὸν προφήτην τοῦ ἐμπιστεύεται τὴν λέξιν «παρθένος». Διότι ἄν δὲν ἤκουε πρῶτα τὰ λόγια τοῦ Ἠσαΐα δὲν θὰ παρέμενεν ἀτάραχος εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς λέξεως «παρθένος». Ἐνῷ τώρα θὰ ἤκουεν ὄχι κάτι τὸ παράξενον, ἀλλὰ κάτι μὲ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐξοικειωθῆ καὶ τὸ εἶχε μελετήσει πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ βιβλίον τοῦ προφήτου. Διὰ τοῦτο ἀναφέρει τὸν Ἠσαΐαν ὁ ἄγγελος, διὰ νὰ γίνῃ εὐπρόσδεκτος ὁ λόγος. Καὶ δὲν ἀρκεῖται εἰς αὐτό, ἀλλὰ ἀναφέρει ὡς πηγὴν τῆς προφητείας τὸν Θεόν. Διότι δὲν λέγει ὅτι τὰ λόγια εἶναι τοῦ Ἠσαΐα, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ παντός.

Διὰ τοῦτο δὲν εἶπε «διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Ἠσαΐου», ἀλλὰ «τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου». Διότι μόνον τὸ στόμα ἦτο τοῦ Ἠσαΐου. Πηγὴ τῆς προφητείας ἦτο ὁ οὐρανός.

Τὶ λέγει, λοιπόν, αὐτὴ ἡ προφητεία; «Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ».

Ἐρωτᾶται ὅμως : Διατί, λοιπόν, δὲν ὠνομάσθη Ἐμμανουήλ, ἀλλὰ Ιησοῦς Χριστός;
Διότι δὲν εἶπε «θὰ ὀνομάσης», ἀλλὰ «θὰ ὀνομάσουν», οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι, δηλαδὴ καὶ ἡ ἁπλὴ πραγματικότης. Ἐδῶ, δηλαδή, δίδει ὡς ὄνομα, τὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ἔχει αὐτὴν τὴν συνήθειαν, νὰ δίδῃ ὡς ὄνομα ἐκεῖνα ποὺ θὰ συμβοῦν εἰς τὴν πραγματικότητα. Τὸ «καλέσουσιν Ἐμμανουήλ» δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι θὰ ἰδοῦν τὸν Θεόν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Πάντοτε, βεβαίως, εὑρίσκετο μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, οὐδέποτε ὅμως τόσον φανερά

Ἄν αὐθαδειάζουν οἱ Ἰουδαῖοι, θὰ τοὺς ἐρωτήσωμεν : Πότε ὠνομάσθη τὸ παιδὶ «ταχέως σκύλευσον, ὀξέως προνόμευσον»; Καὶ ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ δώσουν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ τότε διατὶ ὁ προφήτης ἔλεγε «κάλεσον τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ταχέως σκύλευσον»; Διότι ἡ γέννησίς του ἐπροκάλεσεν ἀρπαγὴν καὶ διανομὴν λαφύρων. Διὰ τοῦτο τοῦ δίδει ὡς ὄνομα ἐκεῖνο, ποὺ συνέβη εἰς τὴν πραγματικότητα. «Καὶ ἡ πόλις δέ», λέγει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ προφήτου, «κληθήσεται πόλις δικαιοσύνης, μητρόπολις πιστὴ Σιών». Δὲν εὑρίσκομεν ὅμως πουθενὰ ὅτι ἡ πόλις ὠνομάσθη δικαιοσύνη, ἀλλὰ ἐξηκολούθησε νὰ λέγεται Ἰεροσόλυμα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦτο αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, διότι ἐβελτιώθη πράγματι ἠθικῶς ἡ πόλις αὐτή, διὰ τοῦτο εἶπεν ὅτι θὰ τῆς δοθῇ αὐτὸ τὸ ὄνομα.

Διότι, ὅταν συμβῇ πράγματι κάτι, τὸ ὁποῖον κάμνει σαφέστερα γνωστὸν ἐκεῖνον ποὺ τὸ ἔκαμεν ἤ ποὺ τὸ ἀπήλαυσεν, ἀπὸ ὅσον τὸν κάμνει τὸ σύνηθες ὄνομά του, τότε λέγει ὅτι αὐτὸς ἔχει ὡς ὄνομα ἐκεῖνο ποὺ συμβαίνει εἰς τὴν πραγματικότητα. Καὶ ἄν μετὰ τὴν ἀποστόμωσίν των εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἀναζητοῦν ἄλλο, αὐτὸ π.χ. ποὺ λέγεται περὶ τῆς παρθενίας, καὶ παρουσιάζουν πρὸς ὑποστήρηξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ των ἄλλους ἑρμηνευτάς, καὶ μᾶς λέγουν ὅτι αὐτοὶ δὲν ὁμιλοῦν διὰ παρθένον, ἀλλὰ διὰ νεαρὰν κόρην, θὰ ἀπαντήσωμεν πρῶτον ὅτι εἶναι ὀρθόν νὰ εἶναι περισσότερο ἀξιόπιστοι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους οἱ Ἑβδομήκοντα. Διότι οἱ ἰδικοί των ἑρμηνευταὶ ἡρμήνευσαν μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπὶ πλέον παρέμειναν πιστοὶ εἰς τὴν Ἰουδαϊκὴν θρησκείαν. Δικαίως, λοιπόν, πρέπει νὰ θεωροῦνται ἀναξιόπιστοι, ἐπειδὴ ὡμίλησαν μᾶλλον μὲ μῖσος καὶ ἐπειδὴ παραποιοῦν σκοπίμως τὰς προφητείας. Οἱ Ἑβδομήκοντα ἀντιθέτως ἐσυγκεντρώθησαν ἑκατὸν ἤ καὶ περισσότερα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ τόσοι πολλοὶ ἄνθρωποι, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ κάθε ὑποψίαν καὶ εἶναι δίκαιον νὰ τοὺς ἐμπιστευώμεθα περισσότερον καὶ ἕνεκα τοῦ χρόνου τῆς συγκεντρώσεως καὶ ἕνεκα τοῦ πλήθους καὶ τῆς ὁμοφωνίας τῶν συγκεντρωθέντων.

Ἀλλὰ ἡ νίκη εἶναι ὁπωσδήποτε ἰδική μας, ἔστω καὶ ἄν ἐπιμένουν νὰ παρουσιάζουν τὴν μαρτυρίαν τῶν ἰδικῶν των. Διότι καὶ ἡ λέξις νεᾶνις χρησιμοποιεῖται μὲ τὴν ἔννοια τῆς παρθένου. Ἡ Ἁγία Γραφὴ χρησιμοποιεῖ συχνὰ ὄχι μόνον διὰ τὰς γυναῖκας, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἄνδρας. Λέγει π.χ. «Νεανίσκοι καὶ παρθένοι, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων». Καὶ ὅταν ὁμιλῇ εἰς ἄλλο σημεῖον διὰ μίαν κοπέλλαν, ποὺ ἐζήτησε κάποιος νὰ τὴν βιάσῃ καὶ λέγει : «Ἐάν φωνήσῃ ἡ νεᾶνις», δηλ. ἡ παρθένος. 

Καὶ αἱ προφητεῖαι ἐπικυρώνουν τὴν λογικὴν αὐτὴν σκέψιν. Δὲν εἶπε δηλ. ὁ προφήτης ἁπλῶς : «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει», ἀλλὰ εἶπε πρῶτα : «Ἰδοὺ δώσει Κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον» καὶ συνεπλήρωσεν κατόπιν «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει». Ἄν, λοιπόν, δὲν ἦτο παρθένος ἐκείνη ποὺ ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ ἔγκυος, ἀλλὰ θὰ συνέβαινεν αὐτὸ μὲ τὴν μεσολάβησιν ἀνδρός, ποῖον θὰ ἦτο τότε τὸ «σημεῖον»;

«Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου». Βλέπεις τὴν ὑπακοήν του καὶ τὸν πειθαρχικὸν χαρακτῆρα του; Βλέπεις τὴν ἐκλεκτὴν καὶ πάντοτε ὀρθῶς σκεπτομένην ψυχήν του; Οὔτε ὅταν εἶχεν ὑποψίας διὰ κάτι τὸ δυσάρεστον καὶ τὸ ἀνήθικον ἐδέχθη νὰ κρατήσῃ τὴν Παρθένον, οὔτε ὑπέμεινε νὰ τὴν ἀποπέμψῃ, ὅταν ἔπαυσε νὰ τὸν βασανίζῃ ἡ ὑποψία αὐτή, ἀλλὰ τὴν ἐκράτησε καὶ ἔγινεν ὑπηρέτης τοῦ σχεδίου αὐτοῦ. «Καὶ παρέλαβε Μαρίαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ». Βλέπεις ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής, ἐπειδὴ δὲν θέλει νὰ ἀποκαλύψῃ ἀκόμη ἐκεῖνο τὸ μυστήριον καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλει νὰ ἐξαφανίσῃ τὴν καχυποψίαν ἐκείνην, χρησιμοποιεῖ συνεχῶς αὐτὴν τὴν λέξιν;

«Παραλαβὼν δὲ αὐτήν, οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν, ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱόν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον». Ἐχρησιμοποιήσεν ἐδῶ τὴν λέξιν «ἕως» ὄχι διὰ νὰ νομίσῃς ὅτι εἶχε συζυγικὰς σχέσεις μαζί της ἀργότερα, ἀλλὰ διὰ νὰ σὲ βεβαιώσῃ ὅτι ἡ Παρθένος ἐξάπαντος δὲν ἦλθεν εἰς ἐπαφὴν μαζί του πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησιν. Τίθεται ὅμως τὸ ἐρώτημα : διατὶ ἐχρησιμοποιήσε τὴν λέξιν «ἕως»; Διότι ἡ Ἁγία Γραφὴ τὴν χρησιμοποιεῖ συχνά, χωρὶς ὅμως νὰ τῆς δίδῃ τὴν ἔννοιαν ὡρισμένου χρονικοῦ ὁρίου. Διὰ τοῦτο λέγει καὶ εἰς τὴν διήγησιν περὶ τῆς κιβωτοῦ : «Οὐχ ὑπέστρεψεν ὁ κόραξ, ἕως οὗ ἐξηράνθη ἡ γῆ». Ὁ κόρακας ὅμως εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ἐπέστρεψεν οὔτε ἀργότερα. Καὶ περὶ τοῦ Θεοῦ λέγει : «Ἀπὸ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος σὺ εἷ». Ἀσφαλῶς δὲν θέτει χρονικὰ ὅρια εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Καὶ ὅταν πάλι προφητεύῃ καὶ λέγῃ : «Ἀνατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρήνης, ἕως οὗ ἀνταναιρεθῇ ἡ σελήνη», δὲν περιορίζει χρονικῶς τὴν ὕπαρξιν τοῦ ὡραίου τούτου οὐρανίου σώματος. Ἔτσι, λοιπόν, ἐχρησιμοποίησε καὶ ἐδῶ τὸ «ἕως», διὰ νὰ βεβαιώσῃ διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα μέχρι τῆς γεννήσεως, καὶ σὲ ἄφηνε νὰ συμπεράνῃς διὰ τὸ κατόπιν. Ὁ Εὐαγγελιστὴς εἶπεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μάθῃς ἀπαραιτήτως ἀπὸ αὐτόν, ὅτι δηλαδὴ ἡ Παρθένος δὲν εἶχε συζυγικὰς σχέσεις μέχρι τοῦ χρόνου τῆς γεννήσεως. Ἄφησε δὲ νὰ συμπεράνῃς ἐσὺ ἐκεῖνο, ποὺ ἦτο τὸ λογικὸ συμπέρασμα τῶν λόγων του καὶ ἀπολύτως εὐνόητον, ὅτι δηλαδὴ ὁ Ἰωσήφ, ποὺ ἦτο εὐσεβής, δὲν θὰ ἀπεφάσιζε νὰ συνάψῃ συζυγικὰς σχέσεις μὲ τὴν γυναῖκα ποὺ ἔγινε μητέρα κατὰ θαυμάσιον τρόπον καὶ ποὺ ἐκρίθη ἀξία διὰ πρωτοφανῆ τοκετὸν καὶ θαυμαστὴν ἐγκυμοσύνην. Ἐὰν εἶχε συζυγικὰς σχέσεις μὲ αὐτὴν καὶ ἄν τὴν θεωροῦσε νόμιμην σύζυγόν του, τίθεται τὸ ἐρώτημα : Πῶς τὴν παρέδωσε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν μαθητήν του, ὡς νὰ ἐστερεῖτο προστάτου καὶ νὰ μὴ εἶχε κανένα ἰδικόν της, καὶ πῶς τοῦ ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ τὴν πάρῃ εἰς τὸ κατάλυμά του;

Διατὶ ὅμως, λέγει, ὀνομάζονται ἀδελφοί του οἱ περὶ τὸν Ἰάκωβον; Ἀπαντῶ : Ὅπως ἀκριβῶς ἐθεωρεῖτο καὶ ὁ Ἰωσὴφ σύζυγος τῆς Μαρίας. Διότι ἐπὶ πλέον ἐχρησιμοποιήθησαν πολλοὶ τρόποι, διὰ νὰ καλυφθῇ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον τὸ μυστήριον τῆς γεννήσεως. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἰωάννης τοὺς εἶπεν ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου μὲ τὰ ἐξῆς λόγια : «Οὐδὲ γὰρ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἐπίστευον εἰς αὐτόν». Ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐπίστευαν προηγουμένως εἰς αὐτόν, ἔγιναν ἀργότερα ἀξιοθαύμαστοι καὶ λαμπροὶ διὰ τὴν πίστιν των. Διότι, ὅταν ἐπῆγεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Παῦλος καὶ ἡ συνοδεία του διὰ νὰ τακτοποιήσουν ζητήματα τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας, ἐπῆγαν ἀμέσως εἰς τὸ σπίτι του. Καὶ ἦτο τόσον ἐκλεκτός, ὥστε πρῶτος αὐτὸς ἔγινεν ἐπίσκοπος ἐκεῖ. Λέγουν μάλιστα ὅτι ἐσκληραγωγοῦσε τὸν ἑαυτόν του τόσον πολύ, ὥστε ἐνεκρώθησαν ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός του καὶ ὅτι τὸ μέτωπόν του ἔγινε τόσον σκληρὸν ἀπὸ τὴν συνεχῆ προσευχὴν καὶ τὴν ἀδιάκοπον ἐπαφήν του μὲ τὸ ἔδαφος, ὥστε ἔγινε δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐξ ἴσου σκληρὸν μὲ τὰ γόνατα καμήλου. Αὐτὸς ἐσυμβούλευσεν ἀκόμη καὶ τὸν Παῦλον, ὅταν ἀργότερα ἦλθε διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὰ Ἰεροσόλυμα, καὶ τοῦ εἶπε : «θεωρεῖς, ἀδελφέ, πόσαι μυριάδες εἰσὶ τῶν συνεληλυθότων». Τόση ἦτο ἡ σύνεσις καὶ ὁ ζῆλος του. Ἤ μᾶλλον, τόση ἦτο ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Ἀπόδειξιν ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο. Τόσος ἦτο μετὰ τὸν θάνατόν του καὶ ὁ θαυμασμὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὸν κατεδίωξαν, ὥστε νὰ θυσιάσουν ὑπὲρ αὐτοῦ μὲ πολλὴν προθυμίαν καὶ τὴν ζωήν των ἀκόμη. Πρᾶγμα ποὺ μαρτυρεῖ ἀναμφισβήτως τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως. Διὰ τοῦτο διετηρήθησαν μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὰ σημαντικώτερα, ὥστε νὰ ἀποτελέσουν ἀναμφίσβητον ἀπόδειξιν. Ἐνῷ δηλαδὴ λησμονοῦμεν, ὅταν ἀποθάνουν, ἀκόμη κι ἐκείνους ποὺ ἐθαυμάζαμεν ὅταν ἐζοῦσαν, πῶς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἄν ἦτο κάποιος συνηθισμένος ὁ Χριστός, θὰ τὸν ἐθεωροῦσαν μετὰ τὸν θάνατόν του ὅτι εἶναι Θεός; Πῶς θὰ ἐδέχοντο ἀκόμη καὶ νὰ θανατωθοῦν μὲ μαρτύρια δι’ αὐτόν, ἐὰν δὲν εἶχαν σαφῖς ἀποδείξεις διὰ τὴν ἀνάστασίν του;

Δὲν τὰ λέγομεν αὐτὰ διὰ νὰ τὰ ἀκούετε μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ μιμηθεῖτε ὅλην τὴν γενναιότητα, τὸ θάρρος καὶ τὴν εὐσέβειαν ἐκείνων. Διὰ νὰ μὴ ἀπελπίζεται κανείς, ἔστω καὶ ἄν ἔδειξεν ἀδιαφορίαν κατὰ τὸ παρελθόν. Διὰ νὰ μὴ στηρίζῃ κανεὶς τὰς ἐλπίδας του εἰς κανένα ἄλλον, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐσπλαχνίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσωπικήν του ἀρετήν. Διότι, ἄν αὐτοί, ποὺ ἦσαν ἀπὸ τὴν ἰδίαν οἰκογένειαν καὶ τὸ ἴδιον γένος μὲ τὸν Χριστόν, δὲν ὠφελήθησαν καθόλου ἀπὸ τὴν συγγένειαν αὐτὴν ἕως ὅτου ἔδειξαν ὅτι εἶναι ἐνάρετοι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἐμεῖς, ἄν δὲν εἴμεθα πολὺ ἐνάρετοι καὶ εὐσεβεῖς νὰ κριθοῦμεν ἐπιεικῶς μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἔχομεν εὐσεβεῖς συγγενεῖς καὶ ἀδελφούς; Ὁ προφήτης ἤθελε νὰ δείξῃ αὐτὸ ἀκριβῶς ὅταν ἔλεγε : «Ἀδελφὸς οὐ λυτροῦται, λυτρώσεται ἄνθρωπος»;Ὄχι ἀσφαλῶς, ἔστω καὶ ἄν εἶναι ὁ Μωϋσῆς ἤ ὁ Σαμουὴλ ἤ ὁ Ἰερεμίας. Ἄκουσε τὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἰερεμίαν ὁ Θεός : «Μὴ προσεύχου ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τούτου, ὅτι οὐκ εἰσακούσομαί σου». Διατὶ ἐκπλήσσεσαι ἐπειδὴ δὲν θὰ σοῦ ἀκούσω; Ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μωϋσὴς ἄν ἧτο, λέγει, καὶ ὁ Σαμουήλ, δὲν θὰ ἰκανοποιοῦσα τὴν παράκλησίν των δι’ αὐτούς. Καὶ ὁ Ἰεζεκιὴλ ἄν παρακαλέσῃ, θὰ τοῦ ἀπαντήσω ὅτι «Ἐὰν στῇ Νῶε καὶ Ἰὼβ καὶ Δανιήλ, υἱοὺς αὐτῶν καὶ θυγατέρας οὐ μὴ ἐξέλωνται». Ἀκόμη καὶ ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ ἄν παρακαλέσῃ νὰ συγχωρηθοῦν κάποιοι ποὺ εἶναι πολὺ καὶ ἀθεραπεύτως ἁμαρτωλοὶ καὶ δὲν μετανοοῦν, θὰ φύγῃ ὁ Θεὸς καὶ θὰ τὸν ἀφήσῃ, διὰ νὰ μὴ δεχθῇ τὴν παράκλησίν του δι’ αὐτούς. Ἄν εἶναι πάλι ὁ Σαμουήλ, θὰ τοῦ ἀπαντήσῃ : «Μὴ πένθει περὶ τοῦ Σαούλ». Καὶ ἄν παρακαλῇ κανεὶς ὑπὲρ τῆς ἀδελφῆς του χωρὶς νὰ πρέπει, θὰ ἀκούσῃ ἐπίσης ὅ,τι καὶ ὁ Μωϋσῆς : «Εἰ ἐμπτύων ἐνέπτυσεν ὁ πατὴρ εἰς τὸ πρόσωπον αὐτῆς». Ἄς μὴ στηριζόμεθα, λοιπόν, ἀνοήτως εἰς ἄλλους. Διότι ἔχουν ἀσφαλῶς πολὺ μεγάλην δύναμιν αἱ προσευχαὶ τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ὅταν μετανοῶμεν καὶ ἐμεῖς καὶ βελτιωνώμεθα. Ἀπόδειξιν ἀποτελεῖ ὁ Μωϋσής, ὁ ὁποῖος ἔσωσε τότε ἀπὸ τὴν θεόπεμπτον ὀργὴν τὸν ἀδελφόν του καὶ ἑξῆντα μυριάδας ἄλλους, ἀλλὰ δὲν κατόρθωσε νὰ σώσῃ καὶ τὴν ἀδελφήν του, ἄν καὶ τὸ ἁμάρτημά της δὲν ἦτο ἐξ ἴσου βαρύ. Διότι ἐκείνη ἐπρόσβαλε τὸν Μωϋσῆ, ἐνῷ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐτόλμησαν νὰ ἀσεβήσουν πρὸς τὸν Θεόν.

Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἀφήνω εἰς τὴν κρίσιν σας καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ διασαφήσω ἕνα ἄλλο, λεπτότερον ἀπὸ αὐτό.

Ποία ἡ ἀνάγκη νὰ ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀδελφῆς; Ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Μωϋσῆς, ποὺ ἔγινεν ἀρχηγὸς τόσου λαοῦ, δὲν κατόρθωσε νὰ προστατεύσῃ τὸν ἑαυτόν του,  ἀλλά, μετὰ ἀπὸ μύριους κόπους καὶ ταλαιπωρίας καὶ ἀγῶνας σαράντα ἐτῶν, ἠμποδίσθη νὰ πατήσῃ ἐπὶ τῆς χώρας, διὰ τὴν ὁποίαν τοῦ εἶχαν δοθῇ πάρα πολλαὶ διαβεβαιώσεις καὶ ὑποσχέσεις. Ποία ἦτο λοιπὸν ἡ αἰτία; Δὲν θὰ ἦτο ὠφέλιμον νὰ φθάσῃ ὁ Μωϋσῆς εἰς τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, ἀλλὰ θὰ ἦτο πολὺ ἐπιζήμιον καὶ θὰ ὡδηγοῦσεν εἰς τὴν καταστροφὴν πολλοὺς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Ἀφοῦ δηλαδὴ ἐλησμόνησαν τὸν Θεὸν καὶ ἐστηρίχθησαν ἀπολύτως εἰς τὸν Μωϋσῆ καὶ ἐνόμιζαν ὅτι αὐτὸς ἀποτελεῖ τὸ πᾶν δι’ αὐτούς, ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπειδὴ ἔφυγαν μακριὰ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, πόση θὰ ἐγίνετο ἡ ἀσέβειά των πρὸς τὸν Θεόν, ἄν ἔβλεπαν τὸν Μωϋσῆ νὰ τοὺς ἐγκαθιστᾷ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας; Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς δὲν εὑρέθη πουθενὰ ὁ τάφος του. Καὶ ὁ Σαμουὴλ ἐπίσης δὲν κατώρθωσε νὰ σώσῃ τὸν Σαοὺλ ἀπὸ τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, ἔσωσεν ὅμως πολλὲς φορὲς τοὺς Ἰσραηλίτας. Καὶ ὁ Ἰερεμίας δὲν ἠμπόρεσε νὰ σώσῃ τοὺς Ἰουδαίους, ἐπροφύλαξεν ὅμως μὲ τὴν προφητείαν του κάποιον ἄλλον. Καὶ ὁ Δανιὴλ ἠμπόρεσε νὰ σώσῃ ἀπὸ τὴν σφαγὴν τοὺς βαρβάρους, δὲν ἠμπόρεσεν ὅμως νὰ σώσῃ καὶ τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν. Καὶ εἰς τὰ Εὐαγγέλια συναντοῦμεν περιπτώσεις ποὺ συμβαίνουν καὶ τὰ δύο αὐτά ὄχι εἰς διάφορα πρόσωπα, ἀλλὰ εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Συναντοῦμεν τὸ ἴδιον πρόσωπον ἄλλοτε μὲν νὰ σώζῃ τὸν ἑαυτόν του, ἄλλοτε δὲ νὰ καταστρέφῃ. Ὁ χρεώστης π.χ. τῶν χιλίων ταλάντων κατώρθωσε νὰ σώσῃ τὸν ἑαυτόν του μὲ τὰς παρακλήσεις του, ἀλλὰ εἰς τὸ τέλος κατεστράφη. Κάποιος ἄλλος ἀντιθέτως κατέστρεψεν εἰς τὴν ἀρχὴν τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ ἀργότερα κατώρθωσε νὰ τοῦ προσφέρῃ πολὺ μεγάλην βοήθειαν. Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτός; Ἐκεῖνος ποὺ ἔφαγε τὴν πατρικήν του περιουσίαν.

Ὥστε, ἄν εἴμεθα ἀμελεῖς καὶ ἀδιάφοροι, δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ μᾶς σώσουν οἱ ἄλλοι. Ἀντιθέτως, ἄν εἴμεθα εὐσεβεῖς, θὰ σωθῶμεν μὲ τὰς ἰδικάς μας δυνάμεις καὶ μάλιστα ἀσφαλέστερα παρὰ μὲ τὶς δυνάμεις τῶν ἄλλων. Διότι ὁ Θεὸς προτιμᾷ νὰ μᾶς προσφέρῃ τὴν βοήθειάν Του ἀμέσως καὶ ὄχι διὰ μέσου ἄλλων, διὰ νὰ ἐλευθερωθῶμεν ἀπὸ τὴν κακίαν καὶ νὰ γίνωμεν καλύτεροι μὲ τὴν προσπάθειάν μας νὰ παύσωμεν τὴν ὀργήν του. Ἔτσι ἐβοήθησε τὴν Χαναναίαν· ἔτσι ἔσωσε τὴν πόρνην, ἔτσι τὸν ληστήν, χωρὶς νὰ μεσολαβήσῃ καὶ χωρὶς νὰ τοὺς ὑπερασπίσῃ κανείς.

Αὐτὰ τὰ λέγω ὄχι διὰ νὰ μὴ παρακαλοῦμεν τοὺς ἁγίους, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ εἴμεθα ἀδιάφοροι, νὰ μὴ μένωμεν ἀδρανεῖς καὶ ἥσυχοι καὶ νὰ μὴ στηρίζωμεν τὰς ἐλπίδας μας μόνον εἰς τοὺς ἄλλους. Διότι, ὅταν εἶπε : «Ποιήσατε ὑμῖν φίλους» δὲν ἠρκέσθη εἰς αὐτὸ μόνον, ἀλλὰ ἐπρόσθεσε : «ἐκ τοῦ ἀδίκου μαμωνᾶ», διὰ νὰ εἶναι τὸ κατόρθωμα ἰδικόν σου. Καὶ δὲν ἐννοεῖ τίποτε ἄλλο ἐδῶ, παρὰ μόνον τὴν ἐλεημοσύνην. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι δὲν μᾶς ὁμιλεῖ μὲ πληρότητα διὰ τὴν περίπτωσιν ποὺ δὲν θὰ διαπράξωμεν ἀδικίας. Διότι λέγει περίπου τὰ ἐξῆς : Ἀπέκτησες ἄδικα κέρδη: Ἐξόδευσέ τα καλά. Ἐσυγκέντρωσες ἀδίξως χρήματα; Σκόρπισέ τα δικαίως. Τὶ ἀρετὴ ὅμως εἶναι αὐτή, νὰ δίδῃς ἀπὸ τὰ ἄδικα κέρδη σου; Ὁ Θεός, ποὺ εἶναι φιλάνθρωπος, φθάνει ἀκόμη καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἐπιεικείας. Καὶ μᾶς ὑπόσχεται πολλὰ ἀγαθά, ἄν ἐνεργήσωμεν ἔτσι. Ἀλλὰ ἐμεῖς ἔχομεν τόσην πώρωσιν, ὥστε νὰ μὴν ἐλεοῦμεν οὔτε ἀπὸ τὰ ἄδικα κέρδη μας, ἀλλά, ἐνῷ ἁρπάζωμεν ἄπειρα, νομίζομεν ὅτι ἐξωφλήσαμεν τὰ πάντα, ἄν δώσωμεν ἕνα πολὺ μικρὸν μέρος των. Δὲν ἤκουσες τὸν Παῦλον, ποὺ λέγει : «Ὁ σπείρων φειδομένως, φειδομένως καὶ θερίσει»; Διατί, λοιπόν, λυπᾶσαι νὰ δώσῃς; Μήπως εἶναι ἔξοδον; Μήπως εἶναι δαπάνη; Εἰσόδημα εἶναι καὶ ἐπικερδὴς ἐνέργεια. Καὶ ὅπου ἔχομεν σποράν, ἐκεῖ ἔχομεν καὶ συγκομιδήν. Ἐσύ, ἄν ἐπρόκειτο νὰ σπείρῃς γόνιμον καὶ παχὺ χωράφι, ποὺ ἠπορεῖ νὰ φιλοξενήσῃ πολὺν σπόρον, θὰ διέθετες ὅσα εἶχες καὶ θὰ ἐδανειζόσουν ἀπὸ ἄλλους διότι θὰ ἐθεωροῦσες στὴν περίπτωσιν αὐτὴν ζημίαν τὴν οἰκονομίαν. Ὅταν πρόκειται ὅμως νὰ σπείρῃς τὸν οὐρανόν, ποὺ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ ἀνωμάλους καιρικὰς συνθήκας καὶ ποὺ εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ σοῦ ἐπιστρέψῃ ἀσυγκρίτως περισσότερα ἀπὸ ὅσα θὰ δαπανήσῃς, διστάζεις καὶ ὀπισθοχωρεῖς καὶ δὲν ἐννοεῖς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζημιωθῇς μὲ τὴν οἰκονομίαν καὶ νὰ κερδίσῃς μὲ τὴν σπατάλην. Σκόρπισε, λοιπόν, διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇς. Μὴ κάμῃς οἰκονομίαν, διὰ νὰ κάμῃς οἰκονομίαν. Δῶσε, διὰ νὰ κρατήσῃς. Ἐξόδευσε, διὰ νὰ κερδίσῃς. Καὶ ἄν χρειασθῇ νὰ τὰ φυλάξῃς, μὴ τὰ φυλάξῃς ἐσύ. Διότι θὰ τὰ χάσῃς ὁπωσδήποτε. Νὰ τὰ ἐμπιστευθῇς εἰς τὸν Θεόν. Διότι ἀπὸ ἐκεῖνον δὲν θὰ τὰ κλέψῃ κανείς. Μὴ τὰ διαχειρίζεσαι ἐσύ. Διότι δὲν γνωρίζεις νὰ κερδίζῃς. Δάνεισέ τα εἰς ἐκεῖνον ποὺ δίδει τόκον μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ κεφάλαιον. Δάνεισέ τα ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει φθόνος, οὔτε κατηγορία, οὔτε σκευωρία, οὔτε φόβος. Δάνεισέ τα εἰς ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὰ χρειάζεται καὶ θὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ διὰ σέ. Εἰς ἐκεῖνον ποὺ τρέφει τοὺς πάντας καὶ πεινᾷ διὰ νὰ μὴ πεινάσῃς ἐσύ. Εἰς ἐκεῖνον ποὺ ζητιανεύει, διὰ νὰ πλουτήσῃς ἐσύ. Δάνεισέ τα εἰς ἐκεῖνον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγηθῇς εἰς τὸν θάνατον, ἀλλὰ νὰ κερδίσῃς τὴν ζωὴν ἀντὶ τοῦ θανάτου. Διότι οἱ τόκοι αὐτῶν τῶν χρημάτων θὰ σοῦ δώσουν τὴν βασιλείαν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι θὰ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αἰώνιαν κόλασιν. Οἱ δεύτεροι εἶναι ἀποτέλεσμα φυλαργυρίας, οἱ πρῶτοι ὀρθοφροσύνης. Οἱ δεύτεροι ἀπανθρωπίας, οἱ πρώτοι φιλανθρωπίας. Τὶ δικαιολογίαν θὰ ἔχωμεν, λοιπόν, ἄν ἐπιδιώκωμεν ἐκεῖνα τὰ ἀνήθικα καὶ μηδαμινὰ καὶ ἀπατηλὰ καὶ πρόσκαιρα καὶ αἴτια μεγάλης πυρκαϊᾶς διὰ τὸν ἑαυτόν μας, ἐνῶ εἶναι δυνατὸν νὰ κερδίσωμεν περισσότερα καὶ χωρὶς κινδύνους καὶ εἰς τὸν κατάλληλον καιρὸν καὶ μὲ πολλὴν ἐλευθερίαν καὶ χωρὶς ἐπικρίσεις καὶ φόβους καὶ κινδύνους;

Τίποτε, λοιπόν, τίποτε δὲν εἶναι χειρότερον οὔτε ἀπανθρωπότερον ἀπὸ τὴν ἐδῶ εἴσπραξιν τόκων. Ὅσοι ἐνεργοῦν ἔτσι, ἐμπορεύονται τὰς συμφορὰς τῶν ἄλλων καὶ θεωροῦν ὡς πηγὴν κέρδους τὴν δυστυχίαν τοῦ συνανθρώπου των καὶ ζητοῦν ἀμοιβὴν διὰ τὴν δῆθεν φιλανθρωπίαν των, ὡσὰν νὰ φοβοῦνται μήπως θεωρηθοῦν εὐσπλαγχνικοί, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τῆς φιλανθρωπίας ἀνοίγουν βαθύτερον λάκκον, διότι συντρίβουν τοὺς πτωχοὺς μὲ τὴν δῆθεν ἐνίσχυσίν των, τοὺς ἀναγκάζουν νὰ ἁπλώνουν τὸ χέρι καὶ νὰ ἐπαιτοῦν καὶ τοὺς φιλοξενοῦν εἰς τὸ λιμάνι των, εἰς τὴν πραγματικότητα ὅμως τοὺς ὁδηγοῦν εἰς τὸ ναυάγιον, ὅπως ὁ σκόπελος καὶ ἡ ὕφαλος καὶ τὰ ἀπόκρημνα ἀκρογιάλια.

Τὶ μὲ συμβουλεύεις, λέγει; Νὰ δώσω εἰς ἄλλον νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ χρήματα ποὺ ἐσυγκέντρωσα καὶ ποὺ μοῦ εἶναι χρήσιμα καὶ νὰ μὴν τοῦ ζητήσω καμμίαν ἀμοιβήν;

Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἐγὼ δὲν σοῦ προτείνω αὐτό, ἀλλὰ ἐπιθυμῶ πολὺ νὰ λάβῃς ἀμοιβήν, ὄχι ὅμως ἀσήμαντην καὶ μικράν, ἀλλὰ πολὺ μεγαλυτέραν. Θέλω δηλαδὴ νὰ εἰσπράξῃς ὡς τόκον ὄχι χρήματα, ἀλλὰ τὸν οὐρανόν. Διατί, λοιπόν, σύρεσαι ἐπάνω εἰς τὴν γῆν καὶ ἀπαιτεῖς μικρὰ ἀντὶ μεγάλων καὶ ἔτσι ἐξαναγκάζεις τὸν ἑαυτόν σου νὰ εἶναι πτωχός; Αὐτὸ εἶναι ἀσφαλῶς ἐνέργεια ἀνθρώπου, ποὺ δὲν γνωρίζει νὰ εἶναι πλούσιος. Διότι, ὅταν ὁ Θεὸς σοῦ ὑπόσχεται τὰ οὐράνια ἀγαθὰ τοῦ οὐρανοῦ μὲ ἀντάλλαγμα ὁλίγα χρήματά σου καὶ σὺ ἀπαντᾷς "μὴ μοῦ δώσῃς τὰ οὐράνια ἀγαθά, ἀλλὰ ἀντὶ αὐτῶν, δῶσε μου χρυσάφι", ποὺ χάνεται καὶ ἐξαφανίζεται, ἀποδεικνύεις ὅτι ἐπιθυμεῖς νὰ μείνῃς πάντοτε πτωχός. Διότι, ὅποιος ἐπιθυμεῖ νὰ εἶναι πλούσιος καὶ εὔπορος, αὐτὸς ἑξυψώνει τὰ προσωρινὰ εἰς τὴν θέσιν τῶν σταθερῶν καὶ μονίμων, τὰ δαπανώμενα εἰς τὴν θέσιν τῶν ἀδαπάνητων, τὰ ὀλίγα εἰς τὴν θέσιν τῶν πολλῶν, τὰ φθαρτὰ εἰς τὴν θέσιν τῶν αἰωνίων. Διότι ἡ προτίμησίς του αὐτὴ εἰς τὰ πρῶτα, ἔχει ὡς φυσικὴ συνέπεια τὰ δεύτερα. Ἐκεῖνος ποὺ προτιμᾶ τὴν γῆν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ὁπωσδήποτε θὰ χάσῃ καὶ τὴν γῆν. Ἐνῷ, ὅποιος προτιμᾷ τὰ οὐράνια ἀντὶ τῶν ἐπιγείων, θὰ ἀπολαύσῃ πάρα πολὺ καὶ τὰ δύο.

Διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν, λοιπόν, αὐτό, ἄς περιφρωνήσωμεν ὅλα τὰ ἐπίγεια καὶ ἄς προτιμήσωμεν τὰ οὐράνια ἀγαθά. Διότι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δέ, μὲ τὴν Χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου εἶναι αἰώνια ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις. Ἀμήν.        

Πηγή : Ἄπαντα Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τομ. 9ος, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον (Ὁμιλίαι Α΄-Κ΄), Πατερικαὶ ἐκδόσεις "Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς", Θεσσαλονίκη 1978.

                         

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία Δ΄.

         

«Πᾶσαι οὒν αἳ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυίδ, γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυὶδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες καὶ ἀπὸ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες».

Εἰς τρεῖς ὁμάδας διέκρινεν ὁ Εὐαγγελιστὴς ὄλας τὰς γενεάς, διότι ἤθελε νὰ δείξη ὅτι δὲν ἐβελτιώθησαν οὔτε μὲ τὰς ἀλλαγὰς τῆς πολιτειακῆς των καταστάσεως, ἀλλὰ διετήρησαν τὰ ἴδια ἐλαττώματα καὶ μὲ τὸ ἀριστοκρατικὸν πολίτευμα καὶ μὲ τὴν βασιλείαν καὶ μὲ τὸ ὀλιγαρχικόν. Καὶ ὅτι δὲν ἔγιναν περισσότερον ἐνάρετοι οὔτε ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν μεγάλων ἀρχηγῶν οὔτε ἱερέων οὔτε βασιλέων. 

Τὸ πρώτον ζήτημα ἀφήνω νὰ τὸ ἐρευνήσετε ἐσεῖς. Διότι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ σᾶς ἐρμηνεύωνται τὰ πάντα διὰ νὰ μὴ γίνετε ἀδιάφοροι περὶ τὴν ἔρευναν. Θὰ σᾶς ὁμιλήσω λοιπὸν διὰ τὸ δεύτερον. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὑπολογίζει ὡς μίαν γενεὰν τὸν χρόνον τῆς αἰχμαλωσίας καὶ ὡς ἄλλην τὸν ἴδιον τὸν Χριστὸν καὶ ἔτσι τὸν συνδέει στενότατα μὲ ἠμᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Ὀρθῶς δὲ ὑπενθυμίζει καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν ἐκείνην καὶ ὑποδηλώνει ὅτι δὲν ἐσυνετίσθησαν ἀκόμη καὶ τότε ποὺ ἐξέπεσαν εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην. Ἑπομένως ὅλα ἀποδεικνύουν ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθη εἰς τὸν κόσμον ὁ Χριστός. 

Ἐρωτᾶται : Διατὶ λοιπὸν δὲν κάμνει τὸ ἴδιο καὶ ὁ Μᾶρκος καὶ δὲν ἀναφέρει τὴν γενεαλογίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἐκθέτει μὲ συντομίαν τὰ πάντα; 

Νομίζω ὅτι ὁ Ματθαῖος ἤρχισε τὸ ἔργον του πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Δία τοῦτο καὶ τὴν γενεαλογίαν ἀναφέρει μὲ ἀκρίβειαν καὶ τὰ σημαντικώτερα ἐκθέτει λεπτομερέστερον. Ὁ Μᾶρκος ἔγραψε μετὰ ἀπὸ ἐκεῖνον, διὰ τοῦτο ἠκολούθησε συντομωτέραν ὁδόν, διότι ἤσαν πολλὰ ὅσα εἶχαν γραφὴ καὶ εἶχαν γίνει μέχρι τότε. Εἰς αὐτὰ ἐπὶ πλέον ἔδιδε μεγαλυτέραν σημασίαν ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός. Δία τοῦτο ἦτο ἑπόμενον νὰ ἔχωμεν διαφορετικὸν προοίμιον εἰς τὸν καθένα. Καὶ ἂν ἔγιναν θαύματα εἰς διαφόρους ἐποχάς, ἔγιναν διὰ τοὺς βαρβάρους, διὰ νὰ πιστεύσουν πολλοὶ καὶ διὰ νὰ φανερωθῆ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ, διότι, ὅποτε τοὺς ὑπέταξαν οἱ ἐχθροί, ἐνόμισαν ὅτι αὐτὸ συνέβη, διότι οἱ θεοὶ ἐκείνων ἤσαν ἰσχυροί. Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ δι’ αὐτὸ ἐδημιουργήθη ἐκεῖ μεγάλη σύγχυσις. Καὶ ἀργότερα εἰς τὴν Βαβυλῶνα, ὅπου τὰ σχετικὰ μὲ τὴν κάμινον καὶ τὰ ὄνειρα. Ἔγιναν ἀκόμη θαύματα καὶ ὅταν ἤσαν μόνοι των εἰς τὴν ἔρημον, ὅπως ἔγιναν καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου. Διότι καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔγιναν πολλὰ θαύματα, ὅταν ἀπεμακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρίαν. Ἔπειτα ἐσταμάτησαν, ἐπειδὴ ἔπεσε παντοῦ ὁ σπόρος τῆς εὐσεβείας. Καὶ ἂν ἔγιναν, ἔγιναν ὀλίγα καὶ σποραδικῶς, ὅπως π.χ. ὅταν ἐσταμάτησεν ὁ ἥλιος νὰ φωτίζῃ ἕνεκα τρομερῶν γεγονότων. 

Διατὶ ὅμως καὶ τὴν γενεαλογίαν ἀναφέρει καὶ διεξοδικώτερον λέγει περὶ αὐτῆς ὁ Λουκᾶς; Ἐπειδὴ ἤνοιξε τὸν δρόμον ὁ Ματθαῖος, ἔθεσεν ὡς σκοπόν του ὁ Λουκᾶς νὰ μᾶς διδάξῃ κάπως περισσότερα. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ καθένας ἐμιμήθη τὸν διδάσκαλόν του. Ὁ πρῶτος τὸν Παῦλον, τοῦ ὁποίου ὁ λόγος ρέει πλουσιώτερος ἀπὸ τοὺς ποταμούς. Ὁ δεύτερος τὸν Πέτρον, ὁ ὁποῖος ἐπεδίωκεν ἐπιμελῶς βραχυλογίαν. 

Ἀλλὰ διατὶ δὲν εἶπεν ὁ Ματθαῖος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ Εὐαγγελίου του ὅ,τι καὶ ὁ προφήτης; «Ὅρασις ἣν εἶδον», ἢ «ὁ λόγος ὁ γενόμενος πρὸς μέ»; Διότι ἀπευθύνετο πρὸς εὐεργετημένους καὶ πολὺ ἀφωσιωμένους εἰς αὐτόν. Διότι καὶ τὰ θαύματα, ποὺ εἶχαν γίνει, ἐβοοῦσαν, καὶ οἱ μελετῶντες τὸ Εὐαγγέλιόν του εἶχαν βαθεῖαν πίστιν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν προφητῶν ἀντιθέτως δὲν ἐγίνοντο τόσον σπουδαία θαύματα, ὥστε νὰ συμβάλλουν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν αὐτῶν, καὶ οἱ ψευδοπροφῆται ἀνέπτυσσαν μεγάλην δρᾶσιν καὶ ἐπανέφεραν τὸν λαὸν εἰς τὴν παλαιοτέραν κατάστασιν. 

Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ διαπιστώση κανεὶς ὅτι ἔγιναν θαύματα καὶ εἰς τὴν ἐποχήν μας. Καὶ εἰς τὰς ἡμέρες μας πράγματι, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ περισσότερον ἀπὸ ὅλους ἀσεβοῦς Ἰουλιανοῦ, συνέβησαν πολλὰ καὶ παράξενα. Ἐνῷ π.χ. ἐπιχειροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ ἀνοικοδομήσουν τὸν ναὸν τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐξεπήδησε φωτιὰ ἀπὸ τὰ θεμέλια καὶ ἀπέτρεψε τοὺς πάντας ἀπὸ τὴν συνέχειαν τοῦ ἔργου. Καὶ ὅταν ὁ ταμίας καὶ θεῖος καὶ συνονόματος τοῦ Ἰουλιανοῦ ἔδειξεν πρωτοφανῆ ἀσέβειαν πρὸς τὰ ἱερὰ σκεύη, αὐτὸς μὲν ἐγέμισε σκουλήκια καὶ ἔπεσε νεκρός, ὁ δὲ Ἰουλιανὸς ἔφυγεν ἔντρομος, καὶ χωρὶς νὰ τελειώση τὸ ἔργον του. Πολὺ μεγάλον θαῦμα ἦτο ἐπίσης καὶ τὸ ὅτι ἐστείρευσαν αἳ πηγαί, ὅταν ἔγιναν κοντὰ εἰς αὐτὰς θυσίαι, καὶ τὸ ὅτι ἐνέσκηπτε λιμὸς εἰς ὄσας πόλεις ἐπήγαινεν ὁ βασιλεύς. 

Ὁ Θεὸς λοιπὸν ἐνεργεῖ συνήθως κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Φανερώνει εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν δύναμίν του, ὅταν περισσεύσουν κάπου τὰ κακὰ καὶ ἰδῆ ὅτι εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον οἱ ἄρχοντες κακουργοῦν καὶ οἱ ἀρχόμενοι παραλογίζονται φοβερὰ ἕνεκα τῆς καταπιέσεως των. Ἔτσι ἐνήργησε διὰ τοὺς Ἰουδαίους μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Βαβυλῶνος ὑπὸ τῶν Περσῶν.

Ἔγινε λοιπὸν φανερὸν ἀπὸ τὰ παραπάνω ὅτι δὲν ἐνήργησεν ἀσκόπως καὶ τυχαίως ὁ Ματθαῖος, ὅταν διέκρινεν εἰς τρεῖς ὁμάδας τοὺς προγόνους τοῦ Χριστοῦ. Καὶ πρόσεξε ἀπὸ ποῦ ἀρχίζει καὶ ποῦ τελειώνει. Ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ εἰς τὸν Δαυίδ. Ἀπὸ τὸν Δαυὶδ εἰς τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος. Ἀπὸ τὴν μετοικεσίαν εἰς τὸν ἴδιον τὸν Χριστόν. Καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ Εὐαγγελίου ἀναφέρει καὶ τοὺς δυὸ μαζί, τὸν Δαυὶδ καὶ τὸν Ἀβραάμ, καὶ εἰς τὴν ἀνακεφαλαίωσιν ἐπίσης τοὺς ἀναφέρει καὶ τοὺς δυό. Διότι, ὅπως εἶπα ἄλλοτε, εἰς αὐτοὺς εἶχαν δοθῆ αἳ ὑποσχέσεις. Διατὶ ὅμως δὲν ἀνέφερε τὴν κάθοδον τῶν Ἰουδαίων εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅπως ἀναφέρει τὴν μετοικεσίαν των εἰς τὴν Βαβυλῶνα; Διότι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἐφοβοῦντο πλέον τοὺς Αἰγυπτίους, ἔτρεμαν ὅμως ἀκόμη τοὺς Βαβυλωνίους. Καὶ διότι ἡ κάθοδος εἰς τὴν Αἴγυπτον ἦτο γεγονὸς παλαιόν, ἐνῷ ἡ μετοικεσία ἦτο νέον καὶ εἶχε γίνει προσφάτως. Καὶ διότι εἰς τὴν Αἴγυπτον δὲν τοὺς ὠδήγησαν αἳ ἁμαρτίαι των, ἐνῷ εἰς τὴν Βαβυλῶνα τοὺς ἔσυρεν ἡ ἀσέβειά των. Ἂν ἐπιχειρούσαμεν νὰ διερευνήσωμεν καὶ τὰ ὀνόματα, ὅπως π.χ. ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, ἀπὸ τὸν Σολομώντα, ἀπὸ τὸν Ζοροβάβελ, θὰ ὠδηγούμεθᾳ εἰς πολλὰ συμπεράσματα μὲ μεγάλην σημασίαν διὰ τὴν Καινὴν Διαθήκην. Διότι δὲν τοὺς ἐδόθησαν τυχαίως αὐτὰ τὰ ὀνόματα. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ γίνω ἐνοχλητικὸς ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐκτάσεως τῆς ὁμιλίας του, θὰ ἀφήσω αὐτὰ καὶ θὰ προχωρήσω εἰς τὰ σημαντικώτατα.

Ἀφοῦ ἀνέφερε, λοιπόν, ὅλους τους προγόνους καὶ ἐτελείωσεν εἰς τὸν Ἰωσήφ, δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ ὄνομά του, ἀλλὰ προσέθεσεν : «Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας», διότι ἤθελε νὰ δείξη ὅτι τὸν περιέλαβεν εἰς τὴν γενεαλογίαν ἕνεκα τῆς Μαρίας. Ἔπειτα, διὰ νὰ μὴ νομίσης, ὅταν ἀκούσης τὸν «Ἄνδρα Μαρίας», ὅτι ἡ γέννησις τοῦ Χριστοῦ ἠκολούθησε τὸν φυσικὸν δρόμον, πρόσεξε πῶς συμπληρώνει ἀμέσως κατόπιν. Σοῦ ὡμίλησα, λέγει, διὰ ἄνδρα, σοῦ ὡμίλησα διὰ μητέρα, σοῦ ὡμίλησα διὰ τὸ ὄνομα ποὺ ἐδόθη στὸ παιδί. Ἄκουσε λοιπὸν καὶ τὸν τρόπον τῆς γεννήσεως : «Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἥν». Περὶ ποῖας γεννήσεως μοῦ ὁμιλεῖς; Εἰπέ μου. Ἀνέφερες βεβαίως τοὺς προγόνους. Θέλω ὅμως νὰ μοῦ εἰπῇς καὶ τὸν τρόπον τῆς γεννήσεως. 

Εἶδες πὼς ἐκέντρισε τὴν σκέψιν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀκροατοῦ; Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ εἰπῇ κάτι τὸ πρωτοφανές, ὑπόσχεται νὰ ἐκθέση καὶ τὸν τρόπον. Καὶ πρόσεξε τὴν ἀρίστην σύνθεσιν τοῦ λόγου. Δὲν ὠμίλησεν ἀμέσως περὶ τῆς γεννήσεως, ἀλλά μας πληροφορεῖ πρῶτα πόσας γενεὰς ἀπέχει ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, πόσας ἀπὸ τὸν Δαυίδ, πόσας ἀπὸ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος, ὠθεῖ τὸν λεπτολόγον ἀκροατὴν νὰ ἐξετάση τὰ χρονικὰ διαστήματα καὶ δείχνει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ Χριστός, τὸν ὁποῖον προανήγγειλαν οἱ Προφῆται. Διότι, ὅταν μετρήσης τὰς γενεὰς καὶ διαπιστώσης μὲ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, τότε θὰ δεχθῆς εὐκόλως καὶ τὸ θαῦμα τῆς γεννήσεως. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ εἰπῇ κάτι τὸ θαυμαστόν, ὅτι ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη ἀπὸ Παρθένον, εἶπε, πρὶν ἀναφέρῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν γενεῶν, τὸν Ἄνδρα Μαρίας, διὰ νὰ ἁπαλύνῃ τὸν λόγον, ἢ μᾶλλον διηγεῖται περιληπτικῶς τὴν γέννησιν. Ἀμέσως κατόπιν ἐμέτρησε τᾶς γενεᾶς, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀκροατοῦ ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ εἶπεν ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ ὅτι θὰ παρουσιαθῇ, ὅταν δὲν θὰ ὑπάρχουν πλέον ἄρχοντες ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα. Ἐκεῖνος ποὺ προανήγγειλεν ὁ προφήτης Δανιὴλ ὅτι θὰ ἔλθη μετὰ ἀπὸ ἐκείνας τὰς πολλὰς ἑπταετίας. Καὶ ἂν θελήση κανεὶς νὰ λογαριάσῃ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς πόλεως τὰς ἑπταετίας, διὰ τὰς ὁποίας ὠμίλησεν ὁ ἄγγελος πρὸς τὸν Δανιήλ, καὶ νὰ φθάση εἰς τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἰδῆ ὅτι τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα συμφωνεῖ μὲ τὸν χρόνον τῆς γεννήσεως. Λέγει λοιπόν, πῶς ἐγεννήθη; «Μνηστευθείσης τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας». Δὲν εἶπε τῆς Παρθένου, ἀλλὰ ἁπλῶς τῆς Μητρός, διὰ νὰ γίνῃ δεκτὸς ὁ λόγος. Δία τοῦτο, ἀφοῦ προητοίμασε προηγουμένως τὸν ἀκροατήν, ὥστε νὰ ἀναμένῃ νὰ ἀκούση κάτι τὸ συνηθισμένον, καὶ ἐκέρδισε μὲ αὐτὸ τὴν ἐμπιστοσύνην του, τὸν ἐξέπληξε κατόπιν μὲ τὴν προσθήκην ἐνὸς παραδόξου πράγματος, δηλαδὴ μὲ τὴν φράσιν : «Πρὶν ἢ συνελθεὶν αὐτούς, εὑρέθη ἐν γαστρι ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». Δὲν εἶπε : «Πρὶν νὰ ὁδηγηθῆ αὐτὴ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ γαμβροῦ». Διότι ἔμενεν ἐκεῖ. Διότι οἱ παλαιοὶ εἶχαν, σχεδὸν χωρὶς ἐξαίρεσιν, τὴν συνήθειαν νὰ μένουν αἳ μνηστευμέναι εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ γαμβροῦ. Τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ἰδῆ κανεὶς ὅτι γίνεται καὶ σήμερα κάπου – κάπου. Καὶ οἱ γαμβροὶ τοῦ Λὼτ ἔμεναν εἰς τὸ σπίτι του μαζί του. Καὶ ἡ Μαρία λοιπὸν ἐζοῦσε μὲ τὸν Ἰωσὴφ εἰς τὸ σπίτι του.

Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἔμεινεν ἔγκυος πρὶν ἀπὸ τὴν μνηστείαν; Τὸ εἶπα καὶ προηγουμένως: Δία νὰ καλυφθῆ ἐκεῖνο ποὺ ἔγινε καὶ διὰ νὰ ἀπαλλαγῆ ἡ Παρθένος ἀπὸ κάθε πονηρᾶν ὑποψίαν. Διότι, ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι ὄχι μόνον δὲν τὴν ἐκακολόγησεν, οὔτε τὴν ἐθεώρησεν ἄτιμην, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνεγνώριζεν ὡς μνηστήν του καὶ τὴν ἐπεριποιεῖτο μετὰ τὸν τοκετὸν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐνδιαφέρεται περισσότερον ἀπὸ ὅλους τους ἄλλους διὰ τὴν συζυγικήν της πίστιν, εἶναι εὐνόητο ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχεν ἀπόλυτο πεποίθησιν ὅτι τὸ νεογέννητον προήρχετο ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν θὰ τὴν ἠνείχετο καὶ δὲν θὰ τῆς προσέφερεν ὄλας τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἰδιαιτέρως ἔθεσε μὲ ἔμφασιν τὴν φράσιν : «Εὑρέθη ἐν γαστρι ἔχουσα». Τὸ εὑρέθη, τὸ ἔτυχε, λέγεται συνήθως διὰ τὰ παράδοξα καὶ τὰ ἀνελπίστως συμβαίνοντα καὶ τὰ ἀπροσδόκητα. 

Μὴ προχωρῇς λοιπὸν περισσότερον, μὴ ζητῇς περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἔμαθες καὶ μὴ λέγῃς : Πῶς ἔκαμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα νὰ γεννήση παρθένος; Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσωμεν ἔτσι διὰ τὸ θαυματουργὸν Ἅγιον Πνεῦμα, ὅταν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐρμηνεύσωμεν τὸν τρόπον τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ἐμβρύου μὲ τὴν ἐνέργειαν τῆς φύσεως; Ὁ Ματθαῖος λοιπὸν εἶπε ποὶος ἔκαμε τὸ θαῦμα καὶ ἐπροχώρησεν εἰς ἄλλο θέμα, διὰ νὰ μὴ κουράζῃς τὸν κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὸν ἐνοχλῇς μὲ τὰς ἐρωτήσεις σου. Δὲν γνωρίζω, λέγει, τίποτε περισσότερον παρὰ μόνον ὅτι ὅ,τι ἔγινεν, ἔγινε μὲ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πρέπει νὰ ἐντρέπωνται ὅσοι παραεξετάζουν τὴν γέννησιν αὐτήν. Διότι, ἐὰν δὲν ἔχῃ κανεὶς τὴν δύναμιν νὰ ἑρμηνεύση αὐτὴν τὴν γέννησιν, ποὺ ἔχει ἀπείρους μάρτυρας καὶ τὴν προανήγγειλαν πρὶν ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνας καὶ ἔγινεν ἀντιληπτὴ διὰ τῆς ὁράσεως καὶ μάλιστα καὶ διὰ τῆς ἁφῆς, πόσον ὑπερβολικὴν παραφροσύνην ἐκδηλώνουν ὅσοι παραεξετάζουν καὶ ἀσχολοῦνται ἐπιμόνως μὲ τὴν μυστηριακὴν ἐκείνην σύλληψιν; Ἀφοῦ μάλιστα οὔτε ὁ Γαβριὴλ οὔτε ὁ Ματθαῖος ἠμπόρεσαν νὰ εἰποῦν κάτι περισσότερον, παρὰ μόνον ὅτι ὀφείλεται εἰς ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἑρμήνευσε πῶς, δηλαδὴ μὲ ποῖον τρόπον, ἐνήργησε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Διότι δὲν ἦτο δυνατόν. Καὶ μὴ νομίσης ὅτι ἐγνώρισες τὰ πάντα, ὅταν μάθης ὅτι ὠφείλετο εἰς ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι ἁγνοοῦμεν πολλὰ ἀκόμη, καὶ ὅταν μάθωμεν αὐτό. Ἁγνοοῦμεν π.χ. πῶς ἐχώρεσε μέσα εἰς τὴν μήτραν ὁ ἄπειρος; πὼς ἔμεινεν ὡς ἔμβρυον μέσα εἰς τὴν κοιλίαν γυναικὸς ὁ κυβερνήτης τοῦ κόσμου; πὼς ἐγέννησεν ἡ Παρθένος καὶ παρέμεινεν παρθένος; Εἰπέ μου, πῶς ἔπλασεν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκεῖνον τὸν ναόν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ περιεβλήθη ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ὄχι ἐν μέρει τὸ ἀνθρώπινον σῶμα Του μέσα εἰς τὴν μήτραν καὶ νὰ μὴ ἐμεγάλωσε καὶ νὰ μὴ ἔλαβε τὴν ἀνθρωπίνην μορφὴν ἐκεῖ; Τὸ ὅτι ἐγεννήθη ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Παρθένου, τὸ ἔκαμε βεβαίως γνωστὸν μὲ τὰ ἑξῆς λόγια : «Τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν». Καὶ ὁ Παῦλος εἶπε : «Γενόμενος ἐκ γυναικός». Ἔτσι ἀπεστόμωσεν ἐκείνους ποὺ ἔλεγαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἐπέρασε διὰ μέσου τῆς μήτρας, ὅπως διὰ μέσου σωλῆνος. Ἐὰν συνέβαινε πράγματι αὐτό, τί ἐχρειάζετο ἡ μήτρα; Ἐὰν συνέβαινε τοῦτο, ὁ Χριστὸς δὲν θὰ εἶχε τίποτε τὸ κοινὸν μὲ ἠμᾶς. Ἐκεῖνο τὸ σῶμα, λέγουν, εἶναι διαφορετικόν, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ ἴδιον φύραμα μὲ τὸ ἰδικόν μας. Ἀλλὰ τότε πῶς κατάγεται ἀπὸ τὴν φύτραν τοῦ Ἰεσσαί; Διατὶ ὠνομάσθη τρυφερὸς βλαστός; Διατὶ υἱὸς ἀνθρώπου; Διατὶ ἡ Μαρία λέγεται Μητέρα Του; Διατὶ λέγεται ἀπόγονος τοῦ Δαυίδ; Πῶς ἔλαβε μορφὴν ἀνθρώπου; Πῶς «ὁ Λόγος ἐγένετο σάρξ»; Διατὶ λέγει ὁ Παῦλος πρὸς τοὺς Ρωμαίους : «Ἐξ ὢν ὁ Χριστὸς τὸ κατὰ σάρκα, ὁ ὧν ἐπὶ πάντων Θεός»; Εἶναι λοιπὸν φανερὸν ἀπὸ τὰ παραπάνω καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπὸ τὸ ἰδικόν μας φύραμα καὶ ἀπὸ τὴν μήτραν τῆς Παρθένου. Δὲν εἶναι ὅμως καθόλου φανερὸν τὸ πῶς.

Δία τοῦτο καὶ σὺ μὴ ἐρευνᾷς, ἀλλὰ νὰ δέχεσαι ὅ,τι ἀπεκαλύφθη καὶ νὰ μὴ πολυασχολῆσαι μὲ ὅ,τι παρέμεινε μυστικόν. «Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὤν, καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἠβουλήθη λάθρα ἀπολύσαι αὐτήν», λέγει ὁ Ματθαῖος. Καὶ κατωχύρωσε τὸν λόγον του μὲ τὰς φράσεις «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου» καὶ χωρὶς συνουσίαν καὶ μὲ πολλούς τρόπους. Δία νὰ μὴ ἐρωτᾷ ὅμως κανείς : πῶς ἀποδεικνύεται αὐτό; Ποὶος εἶδεν ἢ ποὶος ἤκουσε ποτὲ ὅτι συνέβη παρόμοιον γεγονός; Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποψιασθῆς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐπενόησεν αὐτὰ πρὸς χάριν τοῦ διδασκάλου του, παρουσιάζει τὸν Ἰωσὴφ νὰ συμβάλλῃ μὲ τὰς διαλυθείσας ὑποψίας του εἰς τὸ νὰ πιστεύσωμεν ὅσα ἐλέχθησαν καὶ σχεδόν μᾶς λέγει μὲ ὅσα διηγεῖται : ἐὰν δὲν πιστεύῃς εἰς ἐμὲ καὶ ἀντικρύζης μὲ ὑποψίαν τὰς πληροφορίας μου, πίστευσε εἰς τὸν ἄνδρα τῆς Μαρίας. Διότι λέγει : «Ἰωσὴφ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὤν». Δίκαιον ἐννοεῖ ἐδῶ τὸν εἰς ὅλα ἐνάρετον. Δικαιοσύνη εἶναι βεβαίως ἡ ἀπόλυτος ἔλλειψις ἰδιοτελείας. Εἶναι ὅμως καὶ ἡ ἀρετὴ γενικῶς. Ἡ Ἁγία Γραφὴ χρησιμοποιεῖ πάρα πολὺ τὴν λέξιν δικαιοσύνη μὲ τὴν σημασίαν αὐτήν, ὅπως π.χ. ὅταν λέγῃ : «Ἄνθρωπος δίκαιος, ἀληθινός». Καὶ ἀλλοῦ. «Ἤσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι».

Ἐπειδὴ λοιπὸν ἦτο δίκαιος, ἠθικὸς δηλαδὴ καὶ ἀξιοπρεπής, «ἠβουλήθη λάθρα ἀπολύσαι αὐτήν». Ἀφηγεῖται τί συνέβη πρὶν γνωρίση ὁ Ἰωσὴφ τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ μὴ δυσπιστήσης εἰς ὅσα ἔγιναν κατόπιν. Τὰς γυναίκας αὐτοῦ τοῦ εἴδους, τὰς τιμωροῦσαν ὄχι μόνον μὲ δημόσιον ἐξευτελισμὸν πρὸς παραδειγματισμόν, ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ νόμος, ὁ ὁποῖος ὤριζε ποινὴν δι’ αὐτάς. Ἀλλὰ ὁ Ἰωσὴφ παρητήθη ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν βαρυτέραν, τὴν νομικὴν ποινήν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἐλαφροτέραν, τὸν δημόσιον ἐξευτελισμόν. Ἑπομένως ὄχι μόνον νομικῶς δὲν ἠθέλησε νὰ τὴν τιμωρήση, ἀλλὰ οὔτε νὰ τὴν ἐξευτελίση δημοσίως. Εἶδες πόσον συνετὸς ἦτο καὶ πόσον ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὸ καταστρεπτικώτατον πάθος; Διότι γνωρίζετε πόσον δυνατὸν πάθος εἶναι ἡ ζήλεια. Δία τοῦτο καὶ ὁ βαθὺς γνώστης τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου ἔλεγε : «Μεστὸς γὰρ ζήλου θυμὸς ἀνδρός· οὐ φείσεται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως». «Σκληρὸς ως ᾅδης ζῆλος». Καὶ ἐμεῖς γνωρίζομεν πολλούς, οἱ ὁποῖοι ἐπροτίμησαν νὰ ἀποθάνουν μᾶλλον, παρὰ νὰ κυριευθοῦν ἀπὸ ζηλότυπον καχυποψίαν. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὅμως δὲν ἐπρόκειτο περὶ καχυποψίας, ἀφοῦ ἡ διόγκωσις τῆς κοιλίας ἀποτελοῦσεν ἀκαταμάχητον τεκμήριον. Ἀλλὰ ἦτο τόσον ἀπηλλαγμένος ἀπὸ πάθη, ὥστε δὲν ἠθέλησε νὰ προξενήση εἰς τὴν Παρθένον οὔτε τὴν παραμικρᾶν ἐνόχλησιν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπίστευσεν ὅτι ἦτο ἀνήθικον νὰ τὴν ἔχῃ εἰς τὸ σπίτι του, ἐνῷ ἡ διαπόμπευσίς της καὶ ἡ καταγγελία της εἰς τὸ δικαστήριον θὰ εἶχεν ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα νὰ θανατωθῆ, δὲν ἔκαμε κανένα ἀπὸ αὐτά, ἀλλὰ ἔδειξεν ἀνωτέραν συμπεριφοράν. Διότι ἔπρεπε νὰ ἐκδηλωθοῦν πολλὰ σημεῖα ὑψηλῆς συμπεριφορᾶς ἐκεῖ ὅπου παρουσιάσθη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὅπως δηλαδὴ ὁ ἥλιος φωτίζει ἀπὸ μακριὰ μὲ τὸ φῶς του μέγα μέρος τῆς οἰκουμένης προτοῦ ἀκόμη νὰ ρίψη εἰς αὐτὸ τὰς ἀκτῖνας του, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός, ἐνῷ εὐρίσκετο ἀκόμη μέσα εἰς τὴν μήτραν καὶ δὲν εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ αὐτήν, ἔκαμε νὰ λάμψη ὅλη ἡ οἰκουμένη. Δία τοῦτο ἐσκιρτοῦσαν οἱ προφῆται πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησιν, γυναῖκες ἐπροφήτευαν τὰ μέλλοντα καὶ ὁ Ἰωάννης, ποὺ εὐρίσκετο ἀκόμη μέσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός του, ἀνεπήδησε μέσα εἰς τὴν μήτραν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἔδειξε πολλὴν σύνεσιν. Διότι οὔτε εἰς τὸ δικαστήριον τὴν κατήγγειλεν, οὔτε τὴν ἐξηυτέλισεν, ἀλλὰ ἠθέλησε μόνον νὰ τὴν ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὸ σπίτι του.

Ἐνῷ λοιπὸν ἦτο τέτοια ἡ κατάστασις καὶ τὰ πάντα εὐρίσκοντο εἰς ἀδιέξοδον, παρουσιάζεται ὁ ἄγγελος, καὶ δίδει λύσιν εἰς ὅλα τὰ προβλήματα. Ἀξίζει νὰ ἐξετάσωμεν διατὶ δὲν ἐπληροφόρησεν ἐνωρίτερα τὸν Ἰωσὴφ ὁ ἄγγελος, προτοῦ νὰ τὸ ὑποψιασθῆ ὁ ἴδιος, ἀλλὰ ἐπῆγε πρὸς αὐτόν, ἀφ’ ὅτου ἐσυλλογίσθη καὶ ἀπεφάσισε. «Ταῦτα γὰρ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος, ὁ ἄγγελος ἔρχεται», λέγει τὸ Εὐαγγέλιον, ἂν καὶ τὸ εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Μαρίαν πρὶν ἀπὸ τὴν ἐγκυμοσύνην, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ πάλιν ἄλλην ἀπορίαν. Ἂν καὶ δηλαδὴ δὲν τὸ εἶπεν ὁ ἄγγελος, διατὶ τὸ ἀπεσιώπησεν ἡ Παρθένος, ὅταν τὸ ἐπληροφορήθη ἀπὸ τὸν ἄγγελον καὶ διατὶ δὲν κατετόπισε τὸν μνηστῆρα της, ὅταν τὸν εἶδε νὰ ἀνησυχῇ; Διατὶ τέλος πάντων δὲν τὸν ἐπληροφόρησεν ὁ ἄγγελος προτοῦ στενοχωρηθῆ; Ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω πρῶτα εἰς τὸ πρώτον ἐρώτημα. Διατί, λοιπόν, δὲν τὸν ἐπληροφόρησεν ὁ ἄγγελος; Διά νὰ μὴ δυσπιστήση καὶ πάθη ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Ζαχαρίας. Διότι ἦταν εὔκολον νὰ πιστεύση ἀφ’ ὅτου ἔγινε τὸ πρᾶγμα φανερόν. Δὲν ἦτο ὅμως ἐξ ἴσου εὔκολον νὰ παραδεχθῆ τὴν πληροφορίαν, πρὶν οὔτε κὰν νὰ ἀρχίση. Δία τοῦτο δὲν τὸ εἶπεν ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ὁ ἄγγελος. Καὶ ἡ Παρθένος διὰ τὸν ἴδιον λόγον τὸ ἀπεσιώπησε. Διότι ἐνόμιζεν ὅτι δὲν θὰ γίνῃ πιστευτὴ ἀπὸ τὸν μνηστῆρα της, ἂν τοῦ ἀνακοίνωνε τόσον παράξενον πρᾶγμα. Ἀντιθέτως θὰ τὸν ἐξηγρίωνε μᾶλλον, διότι θὰ ἐνόμιζεν ὅτι προσπαθεῖ νὰ συγκαλύψη ἁμαρτίαν της. Ἀφοῦ βεβαίως αὐτὴ ἡ ἴδια, ἡ ὁποία προωρίζετο νὰ ἀναλάβη αὐτὴν τὴν θείαν ἀποστολήν, ἐταράχθη καὶ εἶπε : «Πῶς ἔσται τοῦτο, ἐπεῖ ἄνδρα οὐ γιγνώσκω;» Πολὺ περισσότερον θὰ ἐδυσπιστοῦσεν ἐκεῖνος, ἀφοῦ μάλιστα θὰ τὸ ἐπληροφορεῖτο ἀπὸ γυναῖκα ὕποπτον. 

Δία τοῦτο δὲν τοῦ εἶπε τίποτε ἡ Παρθένος καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάσθη ὁ ἄγγελος εἰς τὴν κατάλληλον στιγμήν. Ἐρωτᾶται ὅμως : Διατὶ δὲν ἔκαμε τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν Παρθένον καὶ δὲν τὴν εἰδοποίησε μετὰ τὴν σύλληψιν; Διὰ νὰ μὴ στενοχωρῆται καὶ ἀνησυχῇ ὑπερβολικά. Διότι ἦτο φυσικόν, ἐπειδὴ δὲν θὰ ἐγνώριζε τὴν ἀλήθειαν καὶ δὲν θὰ ὑπέφερε τὴν ἐντροπήν, νὰ ἀποφασίση κάτι κακὸν διὰ τὸν ἐαυτόν της καὶ νὰ ἀπαγχονισθῆ ἢ νὰ σφαγή. Διότι ἡ Παρθένος ἦτο ἀπολύτως ἐνάρετη. Τὴν ἀρετήν της δείχνει ὁ Λουκᾶς λέγων ὅτι δὲν ἐκυριεύθη ἀπὸ χαράν, ὅταν ἤκουσε τὸν χαιρετισμὸν τοῦ ἀγγέλου, οὔτε ἐδέχθη μὲ ἀγαλλίασιν τὴν εἴδησιν, ἀλλὰ ἀνησύχησε καὶ ἐζήτησε νὰ μάθη ποὶαν σημασίαν εἶχεν ὁ χαιρετισμός. Ἂν καὶ ἐξηκρίβωσεν ἀπολύτως τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἔπαυσεν νὰ στενοχωρῆται, διότι ἐσκέπτετο τὴν ἐντροπὴν καὶ δὲν ἐπερίμενε, μὲ ὅσα καὶ ἂν ἔλεγε, νὰ πείση κανένα ἀπὸ τοὺς συνομιλητάς της, ὅτι δὲν ὠφείλετο εἰς μοιχείαν αὐτὸ ποὺ συνέβη. 

Παρουσιάσθη, λοιπόν, πρὶν ἀπὸ τὴν σύλληψιν ὁ ἄγγελος, διὰ νὰ μὴ συμβοῦν τὰ παραπάνω. Καὶ διότι ἔπρεπε νὰ μὴ ἀνησυχῇ ἐκείνη ἡ κοιλία, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν εἰσῆλθεν ὁ Δημιουργὸς τοῦ παντός. Καὶ διότι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ κάθε ταραχὴν ἡ ψυχή, ἡ ὁποία ἐκρίθη ἀξία νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας της εἰς αὐτὰ τὰ μυστήρια. Διὰ τοῦτο συνωμίλησεν ὁ ἄγγελος μὲ τὴν Παρθένον πρὶν ἀπὸ τὴν σύλληψιν, καὶ μὲ τὸν Ἰωσὴφ ὅταν ἐπλησίαζεν ὁ χρόνος τῆς γεννήσεως. Ἐπειδὴ πολλοὶ ἀφελεῖς δὲν κατενόησαν αὐτά, εἶπαν ὅτι ὑπάρχει διαφωνία, ἐπειδὴ ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει ὅτι ὁ ἄγγελος εἰδοποίησε τὴν Μαρίαν, ἐνῷ ὁ Ματθαῖος λέγει ὅτι εἰδοποίησε τὸν Ἰωσήφ. Ἀγνοοῦν ὅτι ἔγιναν καὶ τὰ δύο. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ τὰ προσέχωμεν αὐτὰ εἰς ὅλην τὴν ἀφήγησιν τῶν γεγονότων. Διότι ἔτσι θὰ ἐξηγήσωμεν πολλὰς φαινομενικὰς διαφωνίας. 

Παρουσιάσθη λοιπὸν ὁ ἄγγελος, ὅταν ἦτο ἀνήσυχος ὁ Ἰωσήφ. Ἀνέβαλε τὴν παρουσίαν του καὶ διὰ τοὺς παραπάνω λόγους καὶ διὰ νὰ φανῆ πόσον συνετὸς ἦτο ὁ Ἰωσήφ. Καὶ παρουσιάσθη, ὅταν ἐπλησίαζε τὸ ὄλον ἔργον εἰς τὸ τέλος του.

«Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος, ἄγγελος κατ’ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσήφ». Βλέπεις πόσον συγκαταβατικὸς ἦτο αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Ὄχι μόνον δὲν τὴν ἐτιμώρησεν, ἀλλὰ καὶ δὲν τὸ ἀνεκοίνωσεν εἰς κανένα, οὔτε εἰς ἐκείνην ποὺ ἦτο ὕποπτη, ἀλλὰ τὸ ἐσκέπτετο μόνος του καὶ ἐφρόντιζε νὰ ἀποκρύψη τὴν κατηγορίαν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν Παρθένον. Δία τοῦτο δὲν εἶπεν : Ἤθελε νὰ τὴν διώξη, ἀλλὰ εἶπεν «Ἀπολύσαι». Ἤθελε νὰ τῆς δώση διαζύγιον. Τόσον εὐγενὴς καὶ συγκαταβατικὸς ἦτο. «Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμουμένου, κατ’ ὄναρ φαίνεται ὁ ἄγγελος». Ἀλλὰ διατὶ δὲν παρουσιάσθη φανερά, ὅπως εἰς τοὺς βοσκοὺς καὶ εἰς τὸν Ζαχαρίαν καὶ εἰς τὴν Παρθένον; Διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦτο πολὺ πιστὸς καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἀπὸ ἄμεσον ἐμφάνισιν. Ἡ Παρθένος βεβαίως, ἐπειδὴ εἰδοποιεῖτο διὰ κάτι τὸ πολὺ σημαντικόν, σημαντικώτερον καὶ ἀπὸ τοῦ Ζαχαρία, καὶ ἐπειδὴ εἰδοποιεῖτο πρὶν νὰ συμβῇ τίποτε, εἶχεν ἀνάγκην ἀπὸ τὴν θαυμαστὴν αὐτὴν ἐμφάνισιν. Ἐπίσης καὶ οἱ ποιμένες, διότι ἤσαν ὀλιγώτερον εὐαίσθητοι. Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως δέχεται εὐκόλως τὴν ἀποκάλυψιν, διότι τοῦ ἔγινε μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἐγκυμοσύνης, ὅταν εἶχε πλέον εἰσέλθει εἰς τὴν ψυχήν του ἡ καχυποψία καὶ ἦτο ὥριμος νὰ ἀνακτήση ἀγαθὰς ἐλπίδας, ἂν εὐρίσκετο κάποιος ποὺ νὰ τὸν βοηθήση εἰς αὐτό. Δία τοῦτο εἰδοποιεῖται ἀπὸ τὸν ἄγγελον μετὰ τὴν ὑποψίαν του, διὰ νὰ ἀποτελέση ἀκριβῶς ἡ ὑποψία του αὐτὴ ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῆς εἰδήσεως. Διότι τὸ νὰ ἀκούση τὸν ἄγγελον νὰ τοῦ λέγῃ ἐκεῖνα ποὺ ἐσυλλογίσθη μέσα εἰς τὸν νοῦν του καὶ δὲν τὰ ἀνεκοίνωσε σὲ κανένα, ἦτο δι’ αὐτὸν ἀναμφισβήτητος ἀπόδειξις ὅτι εἶχε σταλῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν αὐτὸς ποὺ τοῦ ὡμιλοῦσε. Διότι μόνον ὁ Θεὸς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ γνωρίζῃ τὰ ἀπόκρυφα της ψυχῆς. Σκέψου λοιπὸν πόσα ἐπιτυγχάνονται. Ἀποδεικνύεται ἡ σύνεσις τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἡ ἀνακοίνωσις, ποὺ ἔγινε τὴν κατάλληλον στιγμήν, τὸν βοηθεῖ νὰ πιστεύση καὶ δὲν γεννᾷ ὑποψίας ὁ λόγος, διότι ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰωσὴφ ἔπαθεν ὅ,τι ἦτο φυσικὸν νὰ πάθη κάθε ἄνθρωπος. 

Πῶς τὸν ἔπεισε λοιπὸν ὁ ἄγγελος; Ἄκουσε καὶ θαύμασε τὸ σοφὰ λόγια. Ἐπῆγεν εἰς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπεν. «Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυίδ, μὴ φοβηθῆς παραλαβεὶν Μαριὰμ τὴν γυναῖκα σου». Τοῦ ἔφερεν ἀμέσως εἰς τὸν νοῦν τὸν Δαυίδ, ἀπὸ τὴν γενεὰν τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, τοῦ ὑπενθυμίζει μὲ τὴν προγονικὴν προσφώνησιν τὴν ὑπόσχεσιν ποὺ ἐδόθη εἰς ὄλον τὸ ἀνθρώπινον γένος καὶ ἔτσι δὲν τὸν ἀφήνει νὰ αἰσθανθῆ ἀνησυχίαν. Δία τοῦτο τὸν προσεφώνησεν υἱὸν Δαυίδ. 

«Μὴ φοβηθῆς». Εἰς ἄλλην περίπτωσιν δὲν ἐνήργησεν ἔτσι ὁ Θεός, ἀλλά, ὅταν ἐσκέπτετο, κάποιος κάτι πονηρὸν διὰ κάποιαν γυναῖκα, τοῦ ὡμίλησε πολὺ ἐπιτιμητικὰ καὶ αὐστηρά, ἂν καὶ ἦτο καὶ τότε αἰτία ἡ ἄγνοια. Διότι καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ ἄγνοιαν συνευρέθη μὲ τὴν Σάρραν. Παρὰ ταῦτα τὸν ἐπέπληξεν. Ἐδῶ ὅμως ἐνεργεῖ μὲ ἤπιον τρόπον. Διότι ἡ θεία οἰκονομία ἀπέβλεπεν εἰς πολὺ εὐρυτέρους σκοποὺς καὶ ἦτο μεγάλη ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δυὸ ἀνδρῶν. Δία τοῦτο δὲν ἐχρειάζετο οὔτε ἐπίπληξις. 

Ἡ φράσις, «Μὴ φοβηθῆς», ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰωσὴφ ἐφοβεῖτο μήπως δυσαρεστήση τὸν Θεόν, ἂν συγκατοικῇ μὲ μοιχαλίδα. Διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ φόβος, οὔτε θὰ διενοεῖτο νὰ τὴν ἀποπέμψη. Κάμνει λοιπὸν φανερὸν μὲ ὄλας αὐτὰς τὰς ἐνεργείας του ὁ ἄγγελος, μὲ τὸ ὅτι δηλ. παρουσίασε καὶ ἐφανέρωσεν ὅλα ὅσα ἐσκέφθη καὶ ὅσα ἐσυλλογίσθη ὁ Ἰωσήφ, ὅτι εἶναι ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀφοῦ εἶπε τὸ ὄνομα τῆς Παρθένου, δὲν ἐσταμάτησεν εἰς αὐτό, ἀλλὰ ἐπρόσθεσε : «Τὴν γυναῖκα σου». Δὲν θὰ τὴν ἐχαρακτήριζεν ἔτσι, ἂν εἶχε γίνει ἀνήθικη. Γυναῖκα ὀνομάζει ἐδῶ τὴν μνηστήν. Συνηθίζει ἐπίσης ἡ Ἁγία Γραφὴ νὰ ἀποκαλῇ γαμβροὺς καὶ τοὺς μνηστευομένους, προτοῦ νὰ γίνῃ ὁ γάμος των.

Ἀλλὰ τί σημαίνει «Παραλαβείν»; Νὰ τὴν κρατήση εἰς τὸ σπίτι του. Διότι τὴν εἶχε ἤδη ἀπομακρύνει μὲ τὴν σκέψιν του. Αὐτήν, λέγει, τὴν ὁποίαν ἔχεις ἀπομακρύνει, τὴν ὁποίαν σοῦ παραδίδει ὁ Θεὸς καὶ ὄχι οἱ γονεῖς της, νὰ τὴν κρατήσης. Καὶ σοῦ τὴν παραδίδει ὄχι διὰ γάμον, ἀλλὰ διὰ νὰ συγκατοικῇς. Καὶ σοῦ τὴν παραδίδει μὲ τὴν ἰδικήν μου φωνήν. Ὅπως τὴν παρέδωσε ὁ Χριστὸς ἀργότερα εἰς τὸν μαθητήν του, ἔτσι τὴν παραδίδει καὶ ὁ ἄγγελος τώρα εἰς τὸν Ἰωσήφ. Ἔπειτα ὠμίλησεν ἐμμέσως διὰ τὸ ζήτημα καὶ δὲν ἔκαμε λόγον διὰ τὴν καχυποψίαν, ἀλλὰ ἀπήλλαξε τὴν Παρθένον μὲ τρόπον εὐγενῆ καὶ διακριτικὸν ἀπὸ τὴν κατηγορίαν διὰ τὴν ἐγκυμοσύνην της καὶ ἔδειξεν ὅτι, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐφοβεῖτο καὶ ἤθελε νὰ τὴν ἀποπέμψη, δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ τὴν παραλάβη καὶ νὰ τὴν κρατήση εἰς τὸ σπίτι του. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον διέλυσε πλήρως τὴν ἀγωνίαν τοῦ Ἰωσήφ. Διότι, λέγει, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἔνοχος διὰ παράνομον συνεύρεσιν, ἀλλὰ ἔμεινεν ἔγκυος μὲ ὑπερφυσικὸν τρόπον. Δία τοῦτο πρέπει ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀποβάλῃς τὸν φόβο, ἀλλὰ καὶ νὰ αἰσθάνεσαι μεγάλην χαράν : «Τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματος ἐστὶν Ἁγίου».

Τὰ λόγια αὐτὰ εἶναι παράδοξα, εὑρίσκονται πέραν ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην λογικὴν καὶ ἐπάνω ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Πῶς θὰ τὰ πιστεύση ὅμως ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τὰ ἀκούει διὰ πρώτην φοράν; Ἀπὸ τὰ περασμένα, λέγει, ἀπὸ ὅσα τοῦ ἀπεκάλυψεν ὁ ἄγγελος. Διότι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τοῦ ἀπεκάλυψεν ὅσα ἐσυλλογίσθη, ὅσα ὑπέφερεν, ὅσα ἐφοβήθη, ὅσα ἐσκέφθη νὰ κάμῃ, διὰ νὰ βεβαιωθῆ ἀπὸ αὐτὰ διὰ τὸ παρὸν ζήτημα. Καὶ δὲν τὸν πείθει μόνον ἀπὸ τὰ περασμένα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ μέλλοντα. «Τέξεται δέ», λέγει, «υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν».

Μὴ νομίσης λοιπὸν ὅτι, ἐπειδὴ ἐγεννήθη ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν ἔχεις καθῆκον νὰ τοῦ προσφέρῃς τὰς ὑπηρεσίας σου ὡς οἰκογενειάρχης. Διότι, ἂν καὶ δὲν συνέβαλες καθόλου εἰς τὴν γέννησιν, ἂν καὶ ἡ Παρθένος παρέμεινε παρθένος, σοῦ δίδω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν πατέρα καὶ δὲν θίγει τὴν ἰδιότητα τῆς παρθένου, νὰ δώσης τὸ ὄνομα εἰς τὸ νεογέννητον. Ἐσὺ λοιπὸν θὰ τοῦ δώσης τὸ ὄνομα. Διότι, ἂν καὶ δὲν εἶναι παιδί σου, θὰ ἐνεργῇς ὡς πατέρας του. Δία τοῦτο σου ἀναθέτω νὰ τοῦ δώσης τὸ ὄνομα, διὰ νὰ σὲ συνδέσω ἀμέσως μὲ τὸ νεογέννητον. Ἄκουσε τώρα μὲ πόσην ἀκρίβειαν ἐτακτοποίησε τὰ ὑπόλοιπα, διὰ νὰ μὴ νομίση κανεὶς ὅτι ὁ Ἰωσὴφ εἶναι πατέρας. «Τέξεται», λέγει, «υἱόν». Θὰ γεννήση υἱόν. Δὲν εἶπε, θὰ σοῦ γεννήση, ἀλλὰ ἁπλῶς, «Τέξεται», καὶ τὸ ἄφησεν ἀόριστον. Διότι δὲν θὰ ἐγεννοῦσε δι’ αὐτόν, ἀλλὰ διὰ ὁλόκληρον τὴν οἰκουμένην

Δία τοῦτο ἔφερε καὶ τὸ ὄνομα ὁ ἄγγελος, ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔδειξε καὶ μὲ τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, μὲ τὸ νὰ ἀποστείλη ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς διὰ τοῦ ἀγγέλου εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸ ὄνομα, ὅτι ἡ ἐγκυμοσύνη ὀφείλεται εἰς θαῦμα. Διότι καὶ τὸ ὄνομα ἀκόμη δὲν ἦτο κάτι τὸ ἀσήμαντον, ἀλλὰ εἶναι θυσαυροφυλάκιον ἀπείρων ἀγαθῶν. Δία τοῦτο τὸ ἑρμηνεύει ὁ ἄγγελος καὶ δημιουργεῖ ἀγαθὰς ἐλπίδας καὶ βοηθεῖ αὐτὸν καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ σκεφθῆ. Διότι ἐπηρεαζόμεθα συνήθως ἀπὸ αὐτά. Δία τοῦτο συνήθως πιστεύομεν περισσότερον μὲ τὴν βοήθειαν καὶ αὐτῶν. Ἀφοῦ ἐνίσχυσε τὴν πίστιν του μὲ ὅλα αὐτά, μὰ τὰ παρελθόντα, μὲ τὰ μέλλοντα, μὲ τὰ παρόντα, μὲ τὴν τιμὴν ποὺ τοῦ ἔκαμε, παρουσιάζει καὶ τὸν προφήτην εἰς τὴν κατάλληλον στιγμὴν νὰ ἐπικυρώνῃ ὅλα αὐτά. Προτοῦ νὰ τὸν παρουσιάση ὅμως, προλέγει τὰ ἀγαθὰ ποὺ θὰ κερδίση ἡ οἰκουμένη διὰ τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ποὶα εἶναι αὐτά; Ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας καὶ κατάργησις αὐτῶν. «Αὐτὸς γάρ», λέγει, «σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν».

Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὑποδηλώνεται τὸ θαῦμα. Διότι δὲν ὑπόσχεται ἀπαλλαγὴν ἀπὸ πολέμους ἢ ἀπὸ βαρβάρους, ἀλλὰ κάτι τὸ πολὺ σημαντικώτερον : ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας. Αὐτὸ κανεὶς δὲ τὸ κατόρθωσε ποτὲ προηγουμένως. Ἀλλὰ διὰ τί, θὰ ἔλεγε κανείς, εἶπε «Τὸν λαὸν αὐτοῦ» καὶ δὲν εἶπεν ὅλους τους λαούς; Διὰ νὰ μὴ κάμῃ διστακτικὸν τὸν ἀκροατήν του ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ἀλλὰ διὰ τὸν συνετὸν ἀκροατὴν ἀνεφέρετο εἰς ὅλους τοὺς λαούς. Διότι λαός του δὲν εἶναι μόνον οἱ Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ καὶ ὅλοι ὅσοι πιστεύουν καὶ δέχονται τὴν διδασκαλίαν Του

Πρόσεξε πῶς μᾶς ἐφανέρωσε τὴν ἐξουσίαν Του, μὲ τὸ νὰ χαρακτηρίση λαόν Του τὸν Ἰουδαϊκὸν λαόν. Ὁ λόγος αὐτὸς δὲν ἀποδεικνύει τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅτι ὁ γεννώμενος εἶναι υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς αὐτὸν διὰ τὸν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν. Διότι κανεὶς ἄλλος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίας.

Ἀφοῦ λοιπὸν εὐεργετήθημεν τόσον πολύ, ἃς κάμνωμεν τὸ πᾶν, ὥστε νὰ μὴ φαινώμεθα ἀχάριστοι πρὸς τόσην εὐεργεσίαν. Διότι, ἀφοῦ ἡ διαγωγή μας ἄξιζε νὰ μᾶς ὁδηγήση εἰς τὴν κόλασιν πρὶν ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρωτοφανῆ εὐεργεσίαν, θὰ ἀξίζῃ πολὺ περισσότερον μετὰ ἀπὸ αὐτήν. 

Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω ἄνευ σοβαροῦ λόγου, ἀλλὰ τὰ λέγω, ἐπειδὴ βλέπω ὅτι πολλοὶ γίνονται μετὰ τὸ βάπτισμα περισσότερον ἀδιάφοροι ἀπὸ τοὺς ἀβαπτίστους καὶ στεροῦνται τῶν βασικῶν χαρακτηριστικῶν του Χριστιανοῦ. Δία τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίση κανεὶς ἀμέσως οὔτε εἰς τὴν ἀγοράν, οὔτε εἰς τὴν ἐκκλησίαν ποὶος εἶναι καὶ ποὶος δὲν εἶναι πιστός, ἐκτὸς ἂν προσέξη κανεὶς κατὰ τὴν ὥραν τῆς τελέσεως τῶν μυστηρίων καὶ ἰδῆ ἄλλους νὰ ἐξέρχωνται καὶ ἄλλους νὰ παραμένουν μέσα. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ διακρίνωνται ἀπὸ τοὺς τρόπους των, ὄχι ἀπὸ τὸν τόπον. Διότι ὀρθῶς τὰ κοσμικὰ ἀξιώματα γίνονται ὁλοφάνερα ἀπὸ ἐξωτερικὰ τεκμήρια. Ἡ ἰδική μας ἀξία ὅμως πρέπει νὰ πηγάζῃ ἀπὸ τὴν ψυχήν. Διότι ὁ πιστὸς πρέπει νὰ διακρίνεται ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ μυστήρια, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀνακαίνησιν τῆς ζωῆς του. Ὁ πιστὸς πρέπει νὰ εἶναι πηγὴ φωτὸς καὶ ἅλας τοῦ κόσμου. Ὅταν ὅμως δὲν εἶσαι εἰλικρινὴς οὔτε μὲ τὸν ἐαυτόν σου καὶ ὅταν δὲν περιορίζῃς τὴν γάγγραιναν, ἀπὸ ποῦ θὰ σὲ γνωρίσωμεν τέλος πάντων; Ἀπὸ τὸ ὅτι ἔλαβες τυπικῶς μέρος εἰς τὸ μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας; Αὐτὸ ὅμως καταλήγει νὰ εἶναι αἰτία τιμωρίας σου. Διότι τὰ μεγαλύτερα ἀξιώματα ἐπισύρουν μεγαλυτέραν ποινὴν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπιλέγουν τρόπον ζωῆς ἀνάξιον τοῦ ἀξιώματός των. Πρέπει, λοιπὸν, νὰ ἀκτινοβολῇ ὁ πιστὸς ὄχι μόνον μὲ ὅσα τοῦ ἔδωσεν ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅσα ἐπιτελεῖ ὁ ἴδιος, καὶ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὰ πάντα, ἀπὸ τὸ βάδισμα, ἀπὸ τὸ βλέμμα, ἀπὸ τὴν ἐμφάνισιν, ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν. Αὐτὰ τὰ λέγω διὰ νὰ ἐπιδιώκωμεν εἰς τὴν ζωήν μας, ὄχι τὴν ἐπίδειξιν, ἀλλὰ τὴν ὠφέλειαν ἐκείνων πού μᾶς βλέπουν. Τώρα ὅμως, ἀπὸ ὅποιαν ἐκδήλωσίν σου ζητήσω νὰ γνωρίσω τὴν νοοτροπίαν σου, σὲ εὑρίσκω πάντοτε νὰ ἐκδηλώνεσαι μὲ τὰ ἀντίθετα. Ἂν π.χ. θελήσω νὰ σὲ κρίνω μὲ κριτήριον τὸν τόπον, σὲ εὑρίσκω νὰ διέρχεσαι τὴν ἡμέραν σου εἰς ἱπποδρόμια καὶ θέατρα καὶ ἁμαρτωλοὺς τόπους, εἰς ἐπιληψίμους συγκεντρώσεις εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εἰς συναναστροφὰς μὲ διεφθαρμένους ἀνθρώπους· ἂν σὲ κρίνω μὲ κριτήριον τὸ ὕφος τοῦ προσώπου σου, σὲ βλέπω νὰ καγχάζῃς συνεχῶς καὶ νὰ εἶσαι ἀφηρημένος ὡσὰν γελοία καὶ ἐγκαταλελειμμένη ἑταίρα. Ἂν ἀπὸ τὰ ἐνδύματά σου, σὲ βλέπω νὰ μὴ εὑρίσκεσαι εἰς καλυτέραν κατάστασιν ἀπὸ τοὺς θεατρίνους· ἂν ἀπὸ τοὺς συνοδούς σου, ἔχεις κοντά σου παρασίτους καὶ κόλακας· ἂν ἀπὸ τὰ λόγια σου, δὲν σὲ ἀκούω νὰ λέγῃς κάτι τὸ συνετόν, οὔτε τὸ ἀπαραίτητον, οὔτε τὸ σπουδαῖον διὰ τὴν ζωήν μας. Ἂν ἀπὸ τὰ φαγητά σου, ἡ ἐπίκρισις εἰς τὸν τομέα αὐτὸν θὰ εἶναι μεγαλυτέρα.

Ἀπὸ τί λοιπόν, ἀπάντησέ μου, θὰ ἠμπορέσω νὰ ἀναγνωρίσω ἐσένα τὸν πιστόν, ἀφοῦ ὅλα τὰ παραπάνω βεβαιώνουν τὸ ἀντίθετον; Ἀλλὰ διατὶ ὁμιλῶ περὶ πιστοῦ; Ἀφοῦ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω μετὰ βεβαιότητος ἂν εἶσαι ἄνθρωπος. Ὅταν λακτίζῃς ὡσὰν ὄνος καὶ πηδᾷς ὅπως ὁ ταῦρος καὶ χρεμετίζῃς διὰ τὰς γυναίκας ὅπως ὁ ἵππος καὶ εἶσαι λαίμαργος ὅπως ἡ ἄρκτος καὶ παχύνης τὸ σῶμα σου ὡσὰν ἡμίονος καὶ μνησικακῇς ὡσὰν καμῆλα καὶ ἁρπάζῃς ὅπως ὁ λύκος, ὀργίζεσαι ὅπως ὁ ὄφις, δαγκώνῃς ὅπως ὁ σκορπιός, εἶσαι ὕπουλος ὅπως ἡ ἀλεποῦ, ἔχῃς μέσα εἰς τὴν ψυχήν σου δηλητήριον ὅπως ἡ κόμπρα καὶ ἡ ἔχιδνα καὶ διεξάγῃς πόλεμον κατὰ τῶν ἀδελφῶν σου ὅπως ὁ πονηρὸς ἐκεῖνος διάβολος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σὲ ὑπολογίζω μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ βλέπω νὰ ἔχῃς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ χαρακτηριστικά; Ἐνῷ ἀναζητῶ τὴν διαφορὰν μεταξὺ πιστοῦ καὶ κατηχουμένου, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μὴ εὕρω διαφορὰν μεταξὺ ἄνθρωπου καὶ θηρίου. Τί νὰ σὲ ὀνομάσω λοιπόν; Θηρίον; Τὰ θηρία ὅμως ἔχουν ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα. Ἐσύ, ἀντιθέτως, ἀφοῦ τὰ συνεκέντρωσες ὅλα μαζί, προχωρεῖς πέραν ἀπὸ τὴν ζῳώδη κατάστασιν ἐκείνων. Νὰ σὲ ἀποκαλέσω σατανᾶν; Ἀλλὰ ὁ σατανᾶς οὔτε κοιλιόδουλος εἶναι, οὔτε εἶναι ἐρωτευμένος μὲ τὰ χρήματα. Ἀπάντησέ μου λοιπόν. Πῶς θὰ σὲ ἀποκαλῶ ἄνθρωπον, ὅταν ἔχῃς περισσότερα ἐλαττώματα ἀπὸ τὰ θηρία καὶ ἀπὸ τὸν σατανᾶν; Καὶ ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σὲ λέγω ἄνθρωπον, πῶς θὰ σὲ ἀποκαλέσω πιστόν; Καὶ τὸ χειρότερον εἶναι βεβαίως ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν τόσην κακίαν, δὲν ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἡ ψυχή μας ἔχασε τὴν ὀμορφιάν της, οὔτε κατανοοῦμεν τὴν ἀσχήμιάν της. Ἀλλὰ ὅταν εὑρίσκεσαι εἰς τὸ κουρεῖον καὶ περιποιεῖσαι τὴν κόμην σου, παίρνεις τὸν καθρέπτην καὶ ἐξετάζεις μὲ μεγάλην προσοχὴν τὴν γενικὴν εἰκόνα τῶν μαλλιῶν σου καὶ ἐρωτᾷς τοὺς παρευρισκομένους καὶ τὸν κουρέα τὸν ἴδιον ἐὰν ἐτακτοποίησεν ὡραία τὸ ἐμπρόσθιον τμῆμα της. Καί, ἂν καὶ εἶσαι γέρος, δὲν ἐντρέπεσαι νὰ ἐπιδιώκῃς συχνὰ νεανικὴν ἐμφάνισιν. Καὶ δὲν ἀντιλαμβανόμεθα καθόλου ὅτι ἡ ψυχή μας δὲν ἔχασεν ἁπλῶς τὴν ὀμορφιάν της, ἀλλὰ ἔγινε θηριόμορφος, ἔγινε, κατὰ τὸν εἰδωλολατρικὸν μῦθον, Σκύλλα ἢ Χίμαιρα. Ἂν καὶ ὑπάρχει βεβαίως καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν πνευματικὸς καθρέπτης, καὶ μάλιστα πολὺ καλύτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ χρησιμώτερος. Διότι δὲν δείχνει μόνον ἂν ἔχασε τὴν ὀμορφιάν της, ἀλλά, ἂν θέλωμεν, τῆς δίδει καὶ κάλλος ἀπίστευτον. 

Ὁ καθρέπτης αὐτὸς εἶναι ἡ μνήμη τῶν ἐναρέτων ἀνθρώπων καὶ ἡ ἱστορία τῆς ἀναμαρτήτου ζωῆς των, ἡ ἀνάγνωσις τῶν Γραφῶν, οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους μᾶς ἔδωσεν ὁ Θεός. Ἂν θελήσης νὰ ρίψης ἕνα μόνον βλέμμα εἰς τὰς εἰκόνας τῶν ἁγίων ἐκείνων, θὰ ἀντιληφθῆς τὴν ἀσχήμιαν τοῦ χαρακτῆρος σου καί, ὅταν τὴν ἀντιληφθῆς, δὲν θὰ σοῦ χρειασθῆ πλέον τίποτε ἄλλο, διὰ νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν ἀσχήμιαν αὐτήν. Μᾶς εἶναι, λοιπόν, ὠφέλιμος ὁ καθρέπτης καὶ κάμνει εὔκολην τὴν βελτίωσιν. 

Ἃς μὴ διατηρήση, λοιπόν, κανεὶς τὴν μορφὴν θηρίου. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος, ὅταν γίνῃ θηρίον, νὰ διαβῇ τὴν πύλην τοῦ οὐρανοῦ, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ δοῦλος νὰ εἰσέλθη εἰς τὸ σπίτι τοῦ κυρίου του; Ἀλλὰ διατὶ ὁμιλῶ περὶ θηρίου; Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι χειρότερος ἀπὸ θηρίον. Διότι ἐκεῖνα, ἂν καὶ εἶναι ἐκ φύσεως ἄγρια, ἐξημερώνονται πολλὲς φορές, ἂν τὰ ἐκπαιδεύση καλῶς ὁ ἄνθρωπος. Τί θὰ ἀπολογηθῆς ὅμως ἐσύ, ὁ ὁποῖος μετέβαλες τὴν θηριώδη φύσιν των εἰς ἡμερότητα παρὰ τὴν φύσιν των καὶ τὴν ἰδικήν σου φυσικὴν ἡμερότητα εἰς ἀφύσικην θηριωδίαν; Ὁ ὁποῖος ἀνέδειξες ἥμερον τὸ ἐκ φύσεως ἄγριον, παρὰ τὴν φύσιν δὲ ἄγριον τὸν ἐαυτόν σου, τὸν ἐκ φύσεως ἥμερον; Ὁ ὁποῖος δαμάζεις τὸν λέοντα καὶ τὸν κάμνεις ὑποχείριόν σου καὶ κάμνεις τὸν ψυχικόν σου κόσμον ἀγριώτερον ἀπὸ τοῦ λέοντος; Ἂν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ θηρίου ὑπάρχουν δύο ἐμπόδια. Καὶ λογικὴν δὲν ἔχει καὶ εἶναι ἀσυγκράτητον. Ἐσὺ ὅμως, μὲ τὴν περίσσειαν τῆς λογικῆς, ποὺ ὁ Θεὸς σοῦ ἔδωσε, νικᾷς ἀκόμη καὶ τὴν φύσιν. Ἀφοῦ, λοιπόν, νικᾷς ἀκόμη καὶ τὴν φύσιν τῶν θηρίων, πώς, ὅταν πρόκειται διὰ τὸν ἐαυτόν σου, γίνεσαι προδότης ὄχι μόνον τῆς φύσεώς σου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ψυχικοῦ σου κάλλους; Ἂν σὲ προέτρεπα νὰ σωφρονίσης ἄλλον ἄνθρωπον, θὰ εἶχα τὴν γνώμην ὅτι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν σοῦ ἀνέθετα κάτι ἀδύνατον. Θὰ εἶχες ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῆς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἐξουσιάζεις ἐσὺ τὴν νοοτροπίαν τοῦ ἄλλου καὶ ὅτι δὲν ἐξαρτῶνται τὰ πάντα ἀπὸ σέ. Τώρα ὅμως σὲ προτρέπω νὰ δαμάσης τὸ ἰδικόν σου θηρίον καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχεις ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν σου.

Τί ἔχεις λοιπὸν νὰ ἀπολογηθῆς καὶ ποὶαν εὐλογοφανῆ δικαιολογίαν θὰ ἠμπορέσης νὰ ἐπικαλεσθῆς, ἀφοῦ κάμνεις ἄνθρωπον τὸν λέοντα καὶ δὲν σὲ ἐνοχλεῖ ὅτι γίνεσαι ἀπὸ ἄνθρωπος λέων; Ἀφοῦ δίδῃς εἰς ἐκεῖνον χαρίσματα ἀνώτερα ἀπὸ τὴν φύσιν του καὶ δὲν διατηρῇς διὰ τὸν ἐαυτόν σου οὔτε ὅσα σου ἔδωσεν ἡ φύσις; Ἀφοῦ ἀγωνίζεσαι νὰ ὑψώσης τὰ ἄγρια θηρία εἰς τὴν ἰδικήν μας ἀνωτέραν φύσιν, ἀπομακρύνεις τὸν ἐαυτόν σου ἀπὸ τὸν θρόνον τῆς βασιλείας καὶ τὸν ὠθεῖς πρὸς τὴν ἀγριότητα τῶν θηρίων; 

Νόμισε, λοιπόν, σὲ παρακαλῶ, ὅτι ὁ ψυχικός σου κόσμος εἶναι θηρίον. Καὶ φρόντισε τόσον τὸν ἐαυτόν σου, ὅσον φροντίζουν ἄλλοι τὸν λέοντα, καὶ ἐξημέρωσε καὶ ἐξευγένισε τὸν λογισμόν σου. Διότι αὐτὸς ἔχει φοβερὰ δόντια καὶ νύχια καί, ἂν δὲν τὸν ἐξημερώσης, θὰ καταστρέψη τὰ πάντα. Διότι οὔτε ὁ λέων οὔτε ἡ ἔχιδνα ἔχει τὴν δύναμιν νὰ κατασπαράζῃ τὰ σπλάχνα σου, ὅσον τὴν ἔχουν τὰ πάθη σου, τὰ ὁποία ἀγωνίζονται συνεχῶς μὲ σιδηρένιους ὄνυχας. Αὐτὰ δὲν βλάπτουν μόνον τὸ σῶμα, ἀλλὰ καταστρέφουν καὶ τὴν ὑγείαν τῆς ψυχῆς, κατατρώγουν, κατασπαράσσουν, διαλύουν ὅλην τὴν δύναμίν της καὶ τὴν καθιστοῦν γενικῶς ἄχρηστην. Ἀφοῦ δυσκολεύεται ἀκόμη καὶ νὰ ἀναπνέῃ κανείς, ὅταν ὑπάρχουν σκουλήκια εἰς τὸν ὀργανισμόν του, διότι σπαταλᾶται ἀδίκως ὅ,τι ἔχει μέσα του, πῶς θὰ ἠμπορέσωμεν ἐμεῖς νὰ δημιουργήσωμεν κάτι τὸ σπουδαῖον, ἂν ἔχωμεν μέσα μας μίαν τόσον μεγάλην ἔχιδναν – τὰ πάθη ἐννοῶ, - ποῦ κατατρώγει ὅλην μας τὴν ψυχήν; 

Πῶς θὰ ἁπαλλαγοῦμεν λοιπὸν ἀπὸ αὐτὸ τὸ σαράκι; Ἂν πιοῦμεν φάρμακον, ποὺ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ νεκρώνῃ τὰ σκουλήκια καὶ τὰ φίδια ποῦ ἔχομεν μέσα μας. Θὰ ἐρωτούσατε : Ποὶον εἶναι τὸ φάρμακον, ποῦ ἔχει τὴν δύναμιν αὐτήν; Τὸ τίμιον Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἂν τὸ πάρωμεν μὲ εἰλικρίνειαν. Αὐτὸ ἔχει ἀσφαλῶς τὴν δύναμιν νὰ ἐξαλείψη κάθε ἀρρώστιαν καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸ ἡ προσεκτικὴ ἀκρόασις τῶν θείων Γραφῶν καὶ ἡ φιλανθρωπία, ποὺ θὰ συνοδεύση τὴν ἀκρόασιν αὐτήν. Μὲ ὅλα αὐτά, λοιπόν, θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ νεκρωθοῦν τῆς ψυχῆς μας τὰ πάθη. Καὶ τότε μόνον θὰ ζήσωμεν. Διότι τώρα εὐρισκόμεθα εἰς κατάστασιν χειροτέραν ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζῶμεν ἐμεῖς ἐφ’ ὅσον ζοῦν τὰ πάθη μας, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ ἀποθάνωμεν. Καὶ ἂν δὲν προφθάσωμεν νὰ τὰ ἐξωλοθρεύσωμεν εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, θὰ μᾶς ἐξολοθρεύσουν ἐκεῖνα εἰς τὴν μέλλουσαν. Τὸ ὀρθότερον ὅμως εἶναι ὅτι θὰ μᾶς ἐπιβάλουν ἐδῶ, προτοῦ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν θάνατον, βαρυτάτην ποινήν. Διότι κάθε πάθος τῆς ψυχῆς μας εἶναι σκληρὸν καὶ τυραννικὸν καὶ ἀχόρταγον καὶ δὲν παύει ποτὲ νὰ μᾶς καταβροχθίζῃ κάθε ἡμέραν. Διότι τὰ δόντια τῶν παθῶν εἶναι δόντια λεόντων ἢ μᾶλλον εἶναι πολὺ χειρότερα. Διότι, μόλις χορτάση ὁ λέων, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ πτῶμα, τὸ ὁποῖον συνήντησε. Τὰ πάθη τῆς ψυχῆς μας ὅμως δὲν χορταίνουν ποτέ, οὔτε ἀπομακρύνονται, ἕως ὅτου κάμουν ἀκόλουθον τοῦ σατανᾶ τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἠχμαλώτισαν. Τόσον μεγάλη εἶναι ἡ δύναμις τῶν, ὥστε νὰ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τοὺς ὑποχειρίους των τὴν ἰδὶαν ὑποταγήν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὁ Παῦλος πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ περιεφρόνησε πρὸς χάριν Του τόσον τὴν χειροτέραν τιμωρίαν, ὅσον καὶ τὰ μεγαλύτερα ἀξιώματα. Διότι, ἂν κάποιος κυριευθῆ ἀπὸ ἔρωτα πρὸς κάποιον ὑλικὸν ἀγαθὸν ἢ πρὸς τὰ χρήματα ἢ πρὸς τὴν δόξαν, καὶ τὴν αἰωνίαν κόλασιν περιγελᾷ καὶ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ περιφρονεῖ, διὰ νὰ ἐκτελέση τὰς ἐντολὰς τῶν παθῶν του. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀμφιβάλλωμεν ἐὰν λέγῃ ὁ Παῦλος ὅτι ἠγάπησε τόσον τὸν Χριστόν. Διότι δὲν ἔχομεν βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλωμεν, ὅταν εὐρίσκωνται ἄνθρωποι, ποὺ γίνονται τόσον δοῦλοι τῶν παθῶν των. Ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸν Χριστὸν γίνεται μικροτέρα διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι ἐξοδεύεται ὅλη ἡ δύναμίς της εἰς τὴν ἀγάπην τῶν παθῶν καὶ γινόμεθα ἅρπαγες καὶ πλεονέκται καὶ δοῦλοι τῆς ματαιοδοξίας μας. Ὑπάρχει τίποτε περισσότερον ἐξευτελιστικὸν ἀπὸ αὐτό; Καὶ ἂν καταλάβης μύρια κοσμικὰ ἀξιώματα, δὲν θὰ γίνῃς καλύτερος ἀπὸ τοὺς ἀνυπολήπτους, ἀλλά, ἕνεκα ἀκριβῶς τῶν ἀξιωμάτων, θὰ γίνῃς περισσότερον ἀνυπόληπτος. Διότι ὅταν σὲ περιγελοῦν ὅσοι συνηθίζουν νὰ σὲ ἐπαινοῦν καὶ νὰ σὲ ἐξυμνοῦν, ἐπειδὴ ἀκριβῶς σὲ εὐχαριστεῖ τοῦτο, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ καταλήξη εἰς τὸ ἀντίθετον αὐτὴ ἡ προσπάθειά σου; 

Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ εἶναι ἀσφαλῶς κατηγορία. Ὅπως π.χ. ἂν ἐπαινῇ κανεὶς ἢ κολακεύῃ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει κλίσιν εἰς τὴν μοιχείαν ἢ τὴν πορνείαν, γίνεται μὲ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπον περισσότερον κατήγορος παρὰ ἐπαινέτης τοῦ ἀνηθίκου αὐτοῦ, ἔτσι κατηγοροῦμεν μᾶλλον παρὰ ἐπαινοῦμεν ὅλοι τοὺς μικροφιλοδόξους, ὅταν τοὺς ἐπαινοῦμεν. Διατὶ λοιπὸν παρασύρεσαι, ἀφοῦ σοῦ συμβαίνει συνήθως τὸ ἀντίθετον; Ἂν θέλῃς ἑπομένως νὰ ἔχῃς πραγματικὴν δόξαν, περιφρόνησε τὴν δόξαν καὶ θὰ δοξασθῆς περισσότερον ἀπὸ τὸν καθένα. Διατὶ παθαίνεις ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Ναβουχοδονόσορ; Καὶ ἐκεῖνος, ὡς γνωστόν, ἔστησεν ἄγαλμα, διότι ἐνόμιζεν ὅτι θὰ κερδίση δόξαν ἀπὸ τὸ ξύλον καὶ ἀπὸ τὸ ἄψυχον εἴδωλον καί, ἔμψυχος αὐτός, ἐστηρίζετο εἰς κάτι τὸ ἄψυχον διὰ νὰ ἀποκτήση περισσότερην δόξαν. Εἶδες εἰς ποὶαν ὑπερβολὴν ὠδήγησεν ἡ παραφροσύνη; Ἐνῷ εἶχε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τιμᾷ τὸν ἐαυτόν του, μᾶλλον τὸν ἐμείωσεν. Διότι δὲν εἶναι γελοῖος, ὅταν ἀποδεικνύεται ὅτι ἔχει περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ἄψυχον παρὰ εἰς τὸν ἐαυτόν του καὶ τὴν ζῶσαν ψυχήν του καὶ διὰ τοῦτο τιμᾷ τόσον πολὺ τὸ ξύλον, καὶ ὅταν φροντίζῃ νὰ ὑπερηφανεύεται διὰ τὰ ξύλα καὶ ὄχι διὰ τὸν χαρακτῆρα του; Ὅμοια θὰ ἐπάθαινε κανείς, ἂν ἔκρινεν ὅτι πρέπει νὰ καμαρώνῃ περισσότερον διὰ τὴν αὐλὴν τοῦ σπιτιοῦ του ἣ διὰ τὴν ὡραίαν κλίμακά του, παρὰ διὰ τὸ ὅτι εἶναι ἄνθρωπος. 

Αὐτὸν τὸν μιμοῦνται πολλοὶ καὶ εἰς τὴν ἐποχήν μας. Διότι νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ τοὺς θαυμάζωμεν ἕνεκα τῆς οἰκίας των καὶ ἕνεκα τῶν ἐνδυμάτων των, ἕνεκα τῶν ἁμαξιῶν καὶ τῶν ἀλόγων των καὶ ἕνεκα τῶν κιόνων τῶν οἰκιῶν των, ὅπως ἐκεῖνος ἕνεκα τοῦ ἀγάλματος. Ἐπειδὴ ἔχασαν τὸν ἀνθρωπισμόν των, περιφέρονται καὶ προσπαθοῦν νὰ εὕρουν ἀλλοῦ τὴν γελοίαν δόξαν. Ἀλλὰ οἱ γενναῖοι καὶ μεγάλοι λάτρεις τοῦ Θεοῦ ἐδοξάσθησαν ὄχι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀλλὰ μὲ τὰ ἠθικὰ ἔργα των. Αἰχμάλωτοι μάλιστα καὶ δοῦλοι καὶ νέοι καὶ ξένοι καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐστεροῦντο τῶν πάντων, ἀνεδείχθησαν τότε πολὺ περισσότερον ἀξιοσέβαστοι ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὅλα ὅσα ἀνέφερα παραπάνω. Καὶ διὰ μὲν τὸν Ναβουχοδονόσορα δὲν ἤσαν ἀρκετὰ οὔτε τὸ τεράστιον ἄγαλμα, οὔτε οἱ σατράπαι, οὔτε οἱ στρατηγοί, οὔτε ὁ πολυπληθὴς στρατός του, οὔτε ἡ μεγάλη ποσότης τοῦ χρυσοῦ, οὔτε αἳ ἄλλαι ἐπιδεικτικαὶ ἐνέργειαί του, νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν ἐπιθυμίαν του καὶ νὰ τὸν ἀναδείξουν μεγάλον. Δι’ αὐτοὺς ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἤσαν γυμνοὶ ἀπὸ ὅλα αὐτά, ἦτο ἀρκετὴ μονάχη ἡ ἀφοσίωσις των εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀνέδειξαν αὐτούς, ποὺ δὲν διέθεταν τίποτε ἀπὸ αὐτά, τόσον ἐνδοξοτέρους ἀπὸ τὸν κάτοχον αὐτὸν τοῦ στέμματος καὶ τῆς βασιλικῆς πορφύρας καὶ ἄλλων πολλῶν καὶ ἰσαξίων, ὅσον εἶναι ὁ ἥλιος λαμπρότερος ἀπὸ τὸ μαργαριτάρι. Διότι, ἂν καὶ ἤσαν νέοι καὶ αἰχμάλωτοι καὶ δοῦλοι, ὠδηγοῦντο εἰς τὸ μέσον τῆς οἰκουμένης ὁλοκλήρου καί, μόλις παρουσιάσθησαν, ἀμέσως ἔβγαλε φωτιὰν ἀπὸ τὰ μάτια του ὁ βασιλεὺς καὶ εἶχαν συγκεντρωθῆ ἐκεῖ γύρω στρατηγοὶ καὶ ὑποστράτηγοι καὶ διοικηταὶ ἐπαρχιῶν καὶ πολλοὶ θεαταὶ κυριευμένοι ἀπὸ τὸν διάβολον καὶ ἀντηχοῦσεν εἰς τὰ αὐτιά των ἦχος αὐλῶν καὶ σαλπίγγων καὶ κάθε εἴδους μουσικῶν ὀργάνων, ποὺ ἔβγαινεν ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα καὶ ἔφθανε μέχρι τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἦτο ἀναμμένη κάμινος μὲ φωτιὰν ποὺ ἔφθανεν εἰς τεράστιον ὕψος καὶ ἤγγιζεν ἡ φλόγα της τὰ σύννεφα καὶ ἤσαν γεμάτα τὰ πάντα ἀπὸ φόβον καὶ ἀπὸ κατάπληξιν. Ἀλλὰ ἐκείνους δὲν τοὺς ἐντυπωσίασε τίποτε ἀπὸ αὐτά. Καὶ ἀφοῦ ἐπεριγέλασαν τοὺς θεατάς, διότι ἐφέροντο ὡσὰν παιδιὰ ποὺ παίζουν, τοὺς ἔδειξαν τὴν γενναιότητα καὶ τὴν ἐπιείκειαν των, ἔβγαλαν φωνὴν λαμπροτέραν ἀπὸ τῶν σαλπίγγων καὶ εἶπαν : «Γνωστὸν ἔστω σοί, βασιλεῦ». Διότι δὲν ἤθελαν νὰ προσβάλουν τὸν τύραννον οὔτε κὰν μὲ τὰ λόγια, ἀλλὰ ἤθελαν μόνον νὰ τοῦ δείξουν πόσον ἤσαν εὐσεβεῖς. Δία τοῦτο καὶ δὲν εἶπαν μακροὺς λόγους, ἀλλὰ ἐξέφρασαν λακωνικὰ τὰ πάντα. Εἶπαν δηλαδή : «Ἔστι Θεὸς ἐν οὐρανῷ δυνατὸς ἐξελέσθαι ἠμᾶς». Διατί μᾶς δείχνεις τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ; Διατί μᾶς δείχνεις τὴν κάμινον; Διατὶ τὰ ἀκονισμένα ξίφη; Διατὶ τὴν φοβερὰν σωματοφυλακήν σου; Ὁ Κύριός μας εἶναι ἀνώτερος καὶ δυνατώτερος ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ἔπειτα, ἐπειδὴ ἐννόησαν ὅτι ὁ Θεὸς ἠθέλησε καὶ ἀπεφάσισε νὰ καοῦν, ἐπρόσθεσαν καὶ τὸ ἑξῆς καὶ εἶπαν πρὸς τὸν βασιλέα διὰ νὰ μὴ νομισθῆ διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Θεοῦ ὅτι ψεύδονται : «Ἐὰν μὴ τοῦτο γένηται, γνωστὸν ἔστω σοί, ὅτι τοῖς θεοῖς σου οὐ λατρεύομεν».

Ἐὰν ἔλεγαν ὅτι, καὶ ἂν δὲν τοὺς σώση ὁ Θεός, δὲν θὰ τοὺς σώση ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν των, δὲν θὰ ἐγίνοντο πιστευτοί. Δία τοῦτο δὲν εἶπαν αὐτὸ ἐκείνην τὴν στιγμήν· τὸ εἶπαν ὅμως, ὅταν εὐρίσκοντο ἐπάνω εἰς τὴν κάμινον, καὶ παρουσίασαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων τὰς ἁμαρτίας. Ὅταν εὐρίσκοντο εἰς τὰς χεῖρας τοῦ βασιλέως δὲν ὡμίλησαν περὶ ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ εἶπαν ὅτι, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ καοῦν, δὲν θὰ προδώσουν τὴν εὐσέβεια των. Διότι, ὅσα ἔκαμναν, δὲν τὰ ἔκαμναν διὰ νὰ ἔχουν ἀνταμοιβὴν καὶ ἀνταλλάγματα, ἀλλὰ ἀπὸ γνησίαν ἀγάπην. Ἂν καὶ ἤσαν αἰχμάλωτοι καὶ δοῦλοι καὶ δὲν εἶχαν ἀπολαύσει κανένα ἀγαθό, ἀφοῦ μάλιστα εἶχαν χάσει καὶ τὴν πατρίδα των καὶ τὴν ἐλευθερίαν των καὶ ὅλα τὰ ἀγαθὰ των. Καὶ μή μου ὁμιλήσῃς περὶ τῶν τιμῶν εἰς τὰς βασιλικὰς αὐλάς. Αὐτοὶ ἤσαν εὐσεβεῖς καὶ δίκαιοι καὶ θὰ ἐπροτιμοῦσαν ἀσυγκρίτως περισσότερον νὰ ζοῦν μὲ πολλὰς στερήσεις εἰς τὸ σπίτι των καὶ νὰ μετέχουν ὁλοψύχως εἰς κάθε τί ποὺ γίνεται εἰς τὸν ναόν. «Ἐξελεξάμην γάρ», λέγει ὁ Δαυίδ, «παρραριπτείσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον ἢ οἰκεὶν μὲ ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν». Καί, «κρείττων ἡμέρα μία ἐν ταὶς αὐλαίς σου ὑπὲρ χιλιάδας». Ἀπείρως προτιμότερον ἐθεωροῦσαν νὰ ζοῦν περιφρονημένοι εἰς τὸ σπίτι των, παρὰ νὰ εἶναι βασιλεῖς εἰς τὴν Βαβυλῶνα. Τοῦτο εἶναι φυσικὸν ἀπὸ ὅσα ἐδήλωσαν, ὅταν εὐρίσκοντο ἐπὶ τῆς πυρᾶς καὶ ἀπέδειξαν ὅτι ἀδιαφοροῦσαν διὰ τὴν ἐγκόσμιον ζωήν. Διότι καὶ ἂν ἐτιμῶντο οἱ ἴδιοι πολύ, θὰ ὑπέφεραν φοβερὰ βλέποντας τὰς συμφορὰς τῶν ἄλλων. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι χαρακτηριστικὸν τῶν ἁγίων. Δὲν προτιμοῦν οὔτε τὴν δόξαν, οὔτε τὰς τιμάς, οὔτε τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ τὴν σωτηρίαν τῶν πλησίον. Κοίταξε, λοιπόν, πῶς προσηύχοντο δι’ ὅλους τοὺς συνανθρώπους των, ὅταν εὐρίσκοντο ἐπάνω εἰς τὰς φλόγας. Ἐνῷ ἐμεῖς δὲν ἐνθυμούμεθα τοὺς ἀδελφούς μας οὔτε ὅταν ἔχωμεν ὄλας μας τὰς ἀνέσεις. Καὶ ὅταν ἐζητοῦσαν νὰ εὕρουν τί ὄνειρον εἶδεν ὁ Ναβουχοδονόσορ, δὲν ἀπέβλεπαν εἰς τὸ ἰδικὸν των, ἀλλὰ εἰς τῶν πολλῶν τὸ συμφέρον. Διότι ἀπέδειξεν μετ’ ὀλίγον διὰ πολλῶν ὅτι ἐπεριφρονοῦσαν τὸν θάνατον. Καὶ ἐπειδὴ θέλουν νὰ ἐξιλεώσουν τὸν Θεόν, προτάσσουν παντοῦ τοὺς ἑαυτούς των. Ἔπειτα, ἐπειδὴ ἔκριναν ὅτι δὲν ἔχουν τόση δύναμιν οἱ ἴδιοι, καταφεύγουν εἰς τοὺς πατέρας. Δία τοὺς ἑαυτοὺς των ἔλεγαν ὅτι δὲν προσφέρουν τίποτε περισσότερον, παρὰ μόνον ταπεινὴν ψυχήν. 

Ἃς τοὺς μιμηθοῦμεν λοιπὸν καὶ ἐμεῖς. Διότι καὶ τώρα ὑπάρχει στημένον χρυσὸν ἄγαλμα, ἡ τυραννικὴ δύναμις τοῦ πλούτου. Ἀλλὰ ἂς μὴ δίδωμεν προσοχὴν εἰς τὰ τύμπανα, οὔτε εἰς τοὺς αὐλοὺς οὔτε εἰς τὰς κιθάρας οὔτε εἰς τὰς λοιπὰς ἐγωιστικὰς ἐκδηλώσεις τοῦ πλούτου, ἀλλά, ἂν χρειασθῆ, ἃς προτιμήσωμεν νὰ πέσωμεν μέσα εἰς τὴν κάμινον τῆς πενίας, διὰ νὰ μὴ προσκυνήσωμεν τὰ πλούτη, καὶ θὰ ὑπάρχη εἰς τὸ μέσον της μία θωπευτικὴ δροσιά. Ἃς μὴ τρέμωμεν, λοιπόν, ὅταν γίνεται λόγος διὰ τὴν κάμινον τῆς πενίας. Διότι καὶ τότε ἀνεδείχθησαν ἐνδοξότεροι ἐκεῖνοι ποὺ ἐρρίφθησαν εἰς τὴν κάμινον, ἐνῷ ἐκεῖνοι ποὺ ἐπροσκύνησαν, ἐξωλοθρεύθησαν. 

Ἀλλὰ τότε ἔγιναν ὅλα συγχρόνως. Τώρα ὅμως ἄλλα θὰ γίνουν ἐδῶ, ἄλλα ἐκεῖ, ἄλλα δὲ καὶ ἐδῶ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν. Ὅσοι δηλαδὴ ἐπροτίμησαν τὴν πενίαν ἀντὶ νὰ προσκυνήσουν τὸν πλοῦτον, θὰ εἶναι ἐνδοξότεροι καὶ τώρα καὶ τότε. Ἐνῷ ὅσοι ἐπλούτισαν ἐδῶ ἀδίκως, θὰ ὑποστοῦν τότε τὴν χειροτέραν ποινήν. Ἀπὸ τὴν κάμινον αὐτὴν τῆς πενίας ἐξῆλθε ὁ Λάζαρος δοξασμένος ὄχι ὀλιγώτερον ἀπὸ τοὺς παίδας ἐκείνους. Ὁ πλούσιος ἀντιθέτως, ποὺ ἀνήκει εἰς τὴν ὁμάδα ἐκείνων ποὺ ἐπροσκύνησαν τὸ εἴδωλον τοῦ πλούτου, κατεδικάσθη νὰ βασανίζεται εἰς τὴν αἰωνίαν κόλασιν. Διότι, ὅσα ἀνέφερα παραπάνω, ἀποτελοῦν εἰκόνα ἐκείνων. Ὅπως, λοιπόν, ἐδῶ δὲν ἔπαθαν τίποτε ὅσοι ἐρρίφθησαν εἰς τὴν πυράν, ἐνῷ ὅσοι ἐκάθηντο ἔξω ἀπὸ αὐτὴν ἀνηρπάγησαν μὲ βιαιότητα, ἔτσι θὰ γίνῃ καὶ τότε. Οἱ ἅγιοι θὰ βαδίσουν μέσα εἰς τὸν ποταμὸν τοῦ πυρὸς καὶ δὲν θὰ πάθουν τίποτε τὸ δυσάρεστον, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον θὰ ἐμφανισθοῦν χαρούμενοι. Ὅσοι ὅμως ἐπροσκύνησαν τὰ εἴδωλα, θὰ ἰδοῦν νὰ πηδᾷ κατεπάνω των τὸ πῦρ ἀγριώτερον ἀπὸ κάθε θηρίον καὶ νὰ τοὺς καταποντίζῃ μέσα του. Ὥστε, ἂν ἀμφιβάλλῃ κανεὶς διὰ τὸ αἰώνιον πῦρ τῆς κολάσεως, ἃς ἰδῆ αὐτὴν τὴν κάμινον, ἃς στηριχθῆ εἰς τὰ συμβαίνοντα ἐδῶ, διὰ νὰ πιστεύση εἰς τὰ μέλλοντα, καὶ ἂς μὴ φοβᾶται τὴν κάμινον τῆς πενίας, ἀλλὰ τὴν κάμινον τῆς ἁμαρτίας. Διότι ἡ δευτέρα ὁδηγεῖ εἰς φωτιὰν καὶ πόνον ἀνυπόφορον, ἡ πρώτη εἰς δροσιὰν καὶ ἀνακούφισιν. Καὶ κοντὰ εἰς ἐκείνην τὴν κάμινον στέκεται ὁ διάβολος, εἰς τὴν ἄλλην δὲ στέκονται οἱ ἄγγελοι καὶ σβήνουν τὴν φλόγα. 

Ἃς τὰ ἀκούσουν αὐτὰ οἱ πλούσιοι, ὅσοι ἀνάπτουν τὴν κάμινον τῆς πενίας. Διότι δὲν θὰ βλάψουν καθόλου τοὺς πτωχούς, ἐπειδὴ εὑρίσκεται κοντά των ἡ δροσιά. Τοὺς ἑαυτοὺς των θὰ κάμουν λείαν τῆς πυρᾶς, τὴν ὁποίαν ἤναψαν μὲ τὰ ἴδια τὰ χέρια των. 

Τότε, λοιπόν, ἔτρεξεν ἄγγελος νὰ βοηθήση ἐκεῖνα τὰ παιδιά. Τώρα ἃς τρέξωμεν ἐμεῖς νὰ βοηθήσωμεν ἐκείνους ποὺ εὑρίσκονται ἐπάνω εἰς τὴν κάμινον τῆς πενίας, ἃς τοὺς δροσίσωμεν μὲ τὴν ἐλεημοσύνην καὶ ἂς σβήσωμεν τὴν φλόγα τῆς πενίας των, διὰ νὰ γίνωμεν μέτοχοι τῆς δόξης των, ὥστε νὰ σβήση τὴν φλόγα τῆς αἰωνίας κολάσεως ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ ἑξῆς λόγια : «Πεινώντα μὲ εἴδετε καὶ ἐθρέψατε». Διότι αὐτὴ ἡ φωνὴ θὰ μᾶς παρασταθῆ τότε ὡς δροσιὰ μέσα εἰς τὴν φλόγα. Ἃς τρέξωμεν λοιπὸν μὲ ἐλεημοσύνην εἰς τὴν κάμινον τῆς πενίας. Ἃς ἰδοῦμεν ὅτι οἱ πιστοὶ βαδίζουν ἐπάνω εἰς αὐτὴν καὶ πατοῦν ἐπάνω εἰς τὰ κάρβουνα. Ἃς ἰδοῦμεν τὸ πρωτοφανὲς καὶ ἀπροσδόκητον θαῦμα, ἄνθρωπον νὰ ὑμνῇ τὸν Θεὸν μέσα εἰς τὴν κάμινον, ἄνθρωπον βασανισμένον ἀπὸ τὴν χειροτέραν πενίαν νὰ ἀναπέμπῃ μέσα εἰς τὰς φλόγας εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεὸν καὶ νὰ ὑμνολογῇ τὸν Χριστόν. Διότι ὅσοι μὲ εὐχαριστίας ὑπομένουν εὐχαρίστως τὴν πενίαν, γίνονται ἰσάξιοι μὲ ἐκεῖνα τὰ παιδιά. Διότι ἡ πενία εἶναι κάτι τὸ φοβερώτερον ἀπὸ τὴν φωτιὰν καὶ συχνὰ καίει περισσότερον. Δὲν ἔκαυσεν ὅμως ἐκεῖνα τὰ παιδιά, ἀλλὰ μόλις εὐχαρίστησαν τὸν Θεόν, διελύθησαν ἀμέσως τὰ δεσμά των. Ἔτσι καὶ τώρα, ἂν εἶσαι πτωχὸς καὶ εὐχαριστῇς τὸν Θεόν, καὶ τὰ δεσμὰ θὰ διαλυθοῦν καὶ ἡ φωτιὰ θὰ σβήση. Καὶ ἂν δὲν σβήση, θὰ συμβῇ κάτι τὸ περισσότερον ἀξιοθαύμαστον. Θὰ μεταβληθῆ εἰς πηγήν. Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη καὶ τώρα. Εἰς τὸ μέσον τῆς καμίνου ἠσθάνοντο ἀπολαυστικὴν δροσιάν. Δὲν ἔσβησε βεβαίως τὴν φωτιάν, ἀλλὰ ἠμπόδισε νὰ καοῦν ἐκεῖνοι ποὺ ἐρρίφθησαν μέσα. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἰδοῦμεν νὰ συμβαίνῃ αὐτὸ καὶ εἰς ἐκείνους ποὺ ἀντιμετωπίζουν μὲ καρτερικότητα τὴν ζωήν. Καὶ αὐτοὶ δηλαδή, παρὰ τὴν πενίαν των, αἰσθάνονται ἀνετώτερα ἀπὸ τοὺς πλουσίους. 

Ἃς μὴ ἀναπαυώμεθα λοιπὸν ἔξω ἀπὸ τὸ καμίνι ἀδιάφοροι πρὸς τοὺς πτωχούς, διὰ νὰ μὴ πάθωμεν ὅ,τι ἔπαθον τότε οἱ θεαταί. Ἂν προχωρήσης πρὸς αὐτοὺς καὶ σταθῇς μαζί των, δὲν θὰ σὲ πειράξη ποτὲ ἡ φωτιά. Ἂν ὅμως παραμείνης εἰς τὴν θέσιν σου καὶ τοὺς ἐγκαταλείψης εἰς τὴν φωτιὰν τῆς πενίας, θὰ σὲ κατακαύση ἡ φλόγα της. Νὰ προχωρήσης λοιπὸν καὶ νὰ εἰσέλθης εἰς τὴν φωτιάν, διὰ νὰ μὴ κατακαῆς ἀπὸ τὴν φωτιάν. Μὴ παραμείνης ἔξω ἀπὸ τὴν φωτιάν, διὰ νὰ μὴ καταβροχθισθῆς ἀπὸ τὴν φλόγα της. Διότι, ἂν σὲ ἰδῆ μαζὶ μὲ τοὺς πτωχούς, θὰ σταθῇ μακριὰ ἀπὸ ἐσέ. Ἂν σὲ ἰδῆ ἀποξενωμένον ἀπὸ αὐτούς, θὰ σοῦ ἐπιτεθῆ ἀμέσως καὶ θὰ σὲ καταβροχθίση. Μὴ μείνης, λοιπὸν, μακριὰ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θὰ ριφθοῦν εἰς τὴν φωτιάν, ἀλλά, ὅταν ὠθῇ ὁ διάβολος νὰ ριφθοῦν εἰς τὸ καμίνι τῆς πενίας ὅσοι δὲν ἐπροσκύνησαν τὸν χρυσόν, πρόσεξε νὰ μὴν εἶσαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ρίπτουν, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ρίπτονται, διὰ νὰ σωθῆς καὶ νὰ μὴ καῆς. Διότι εἶναι πολὺ μεγάλη δροσιὰ νὰ μὴ σὲ κυριεύση ὁ πόθος τοῦ πλούτου, νὰ ἀνήκῃς εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πτωχῶν. Πλουσιώτεροι ἀπὸ ὅλους εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ κατέπνιξαν τὸν πόθον τοῦ πλούτου. Καὶ οἱ παῖδες ἐκεῖνοι ἔγιναν ἐνδοξότεροι ἀπὸ τὸν βασιλέα, διότι περιεφρόνησαν τὸν βασιλέα. Ἂν περιφρονήσης λοιπὸν καὶ σὺ τὰ πλούτη τοῦ κόσμου, θὰ γίνῃς ἀνώτερος ἀπὸ ὄλον τὸν κόσμον, ὅπως οἱ ἅγιοι ἐκεῖνοι, «Ὧν οὐκ ἣν ἄξιος ὁ κόσμος».

Περιφρόνησε λοιπὸν τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου, διὰ νὰ γίνῃς ἄξιος τῶν ἀγαθῶν τοῦ οὐρανοῦ. Διότι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ἐδῶ θὰ εἶσαι ἐνδοξότερος καὶ τὰ αἰώνια ἀγαθὰ θὰ ἀπολαύσης μὲ τὴν χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις εἶναι αἰωνία. 

Ἀμήν. 


Πηγή : Ἄπαντα Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τομ. 9ος, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον (Ὁμιλίαι Α΄-Κ΄), Πατερικαὶ ἐκδόσεις "Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς", Θεσσαλονίκη 1978.



Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία Γ΄.


«Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυίδ, υἱοῦ Ἀβραάμ».

            Εὐρισκόμεθα εἰς τὴν τρίτην ὁμιλίαν τῆς σειρᾶς αὐτῆς καὶ δὲν κατωρθώσαμε ἀκόμη νὰ ὁλοκληρώσωμεν τὴν ἐξέτασιν τοῦ προοιμίου. Δὲν ἔκαμνα ἑπομένως σφάλμα, ὅταν ἔλεγα ὅτι τὸ περιεχόμενόν του εἶναι ἀπὸ τὴν φύσιν του πολὺ βαθύ. Ἐμπρὸς λοιπόν, ἃς ἀσχοληθῶμεν σήμερα μὲ τὰ ἀμέσως ἑπόμενα.
            Τί εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνο, ποῦ θὰ ἐξετάσωμεν τώρα; Διατὶ περιλαμβάνεται εἰς τὸ γενεαλογικὸν δένδρον τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἰωσήφ, ἀφοῦ δὲν συνέβαλε καθόλου εἰς τὴν γέννησιν. Εἰς προηγουμένην ὁμιλίαν ἀνεφέραμεν μίαν αἰτίαν. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ εἰποῦμεν καὶ τὴν ἄλλην, ποὺ εἶναι περισσότερον μυστηριακὴ καὶ ἀπόρρητη. Ποὶα εἶναι λοιπὸν αὐτή; Δὲν ἤθελε νὰ γνωρίζουν οἱ Ἰουδαῖοι κατὰ τὸν χρόνον τῆς γεννήσεως ὅτι ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη ἀπὸ Παρθένον. Ἀλλὰ ἂς μή σᾶς ἐκπλήσσουν τὰ παράξενα αὐτὰ λόγια. Διότι δὲν εἶναι ἰδικά μου, ἀλλὰ τῶν ἀποστολικῶν Πατέρων, τῶν θαυμαστῶν καὶ σπουδαίων ἐκείνων ἀνδρῶν. Διότι, ἀφοῦ ἐκάλυψε μὲ πυκνὴν σκιὰν πολλὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν καὶ ὠνόμαζε τὸν ἐαυτὸν τοῦ Υἱὸν τοῦ Ἀνθρώπου, καὶ δὲν μᾶς ἀπεκάλυψε καθαρὰ τὴν ἰσότητά του καθ’ ὅλα πρὸς τὸν Πατέρα, διατὶ ἐκπλήσσεσαι ἐπειδὴ ἐκάλυψε μέχρις ὠρισμένου σημείου καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ρυθμίση κάτι τὸ σπουδαῖον καὶ ἀξιοθαύμαστον;
           Ἀλλὰ ποῖον εἶναι, λέγει, αὐτὸ τὸ ἀξιοθαύμαστον;
            Νὰ διασωθῆ ἡ Παρθένος καὶ νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ κάθε ἀνήθικον ὑπόνοιαν. Διότι, ἐὰν ἦτο γνωστὸν αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν εἰς τοὺς Ἰουδαίους, καὶ θὰ ἐθανάτωναν μὲ λιθοβολισμὸν τὴν Παρθένον, διαπράττοντες τὸ κακούργημα μὲ πρόφασιν τὰ λεγόμενα, καὶ θὰ τὴν κατεδίκαζαν διὰ μοιχείαν. Διότι, ἀφοῦ ἐνεργοῦσαν μὲ φανερᾶν ἀναισχυντίαν εἰς ἄλλας περιπτώσεις, ἂν καὶ ὑπῆρχαν πολλὲς φορὲς τὰ πρότυπά των εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην (ἔτσι π. χ. ἔλεγαν δαιμονισμένον τὸν Χριστὸν ἐπειδὴ ἔδιωχνε τὰ δαιμόνια, καὶ τὸν ἐθεωροῦσαν ἐχθρόν του Θεοῦ, ἐπειδὴ ἐθεράπευσε τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου, ἂν καὶ δὲν ἐτηρήθη πολλὲς φορὲς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου), τί δὲν θὰ ἔλεγαν ἂν διεδίδετο αὐτὴ ἡ πληροφορία; Διότι εἶχαν σύμμαχόν των ὄλον τὸν περασμένον χρόνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπρόσφερε κανένα ὅμοιον παράδειγμα. Ἀφοῦ, λοιπόν, καὶ μετὰ ἀπὸ τὰ τόσα θαύματα, τὸν ἐθεωροῦσαν ἀκόμη υἱὸν τοῦ Ἰωσήφ, πῶς θὰ ἐπίστευαν πρὶν ἀπὸ αὐτὰ ὅτι ἐγεννήθη ἀπὸ Παρθένον; Δία τοῦτο περιελήφθη εἰς τὸ γενεαλογικὸν δένδρον καὶ ἐμνηστεύθη τὴν Παρθένον ὁ Ἰωσήφ. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Ἰωσήφ, ποὺ ἦτο καὶ εὐσεβῇς καὶ ἀξιοθαύμαστος ἄνθρωπος, ἐχρειάσθη πολλᾶς ἀποδείξεις διὰ νὰ πιστεύση αὐτὸ ποὺ συνέβη, ὅπως π. χ. νὰ τοῦ τὸ εἰπῇ ἄγγελος καὶ νὰ τὸ ἰδῆ εἰς τὸ ὄνειρόν του καὶ τᾶς μαρτυρίας τῶν προφητῶν, πὼς ἦτο δυνατὸν νὰ παραδεχθοῦν αὐτὴν τὴν δυσκολοπίστευτον πληροφορίαν οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἤσαν σκληροτράχηλοι καὶ κακῆς πίστεως ἄνθρωποι καὶ φανατικοὶ ἐχθροί του; Διότι θὰ τοὺς συνετάρασσε πολὺ τὸ παράξενον καὶ πρωτοφανὲς γεγονός, ποὺ ὅμοιόν του οὔτε κὰν εἶχεν ἀκουσθῇ ὅτι ἔγινε κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐκεῖνοι βεβαίως ποὺ ἐπίστευσαν ἀπολύτως ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἦτο ἑπόμενον νὰ μὴ τὸ ἀμφισβητοῦν. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ Τὸν ἐθεωροῦσαν πλάνον καὶ ἀρνητὴν τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ἔνοιωθαν μεγαλυτέραν ταραχὴν ἕνεκα αὐτῆς τῆς εἰδήσεως καὶ δὲν θὰ ὠδηγοῦντο εἰς αὐτὴν τὴν δυσπιστίαν; Δία τοῦτο, εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν τὸ λέγουν ἀπ’ εὐθείας οὔτε οἱ Ἀπόστολοι, ἀλλὰ διὰ μὲν τὴν Ἀνάστασιν λέγουν πολλὲς φορὲς πολλά, ἐπειδὴ δι’ αὐτὴν ὑπῆρχαν πολλὰ παραδείγματα ἀπὸ τὸ παρελθόν, ἂν καὶ ὄχι ὅμοια. Δὲν λέγουν ὅμως συχνὰ ὅτι ἐγεννήθη ἀπὸ Παρθένον· καὶ δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸ εἰπῇ οὔτε ἡ ἴδια ἡ Μητέρα. Πρόσεξε π.χ. τί εἶπεν ἡ Παρθένος πρὸς τὸν ἴδιον : «Ἰδοὺ ἐγὼ καὶ ὁ πατήρ σου ἐζητοῦμεν σέ». Καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο πιστευτὸν αὐτό, δὲν θὰ ἐγίνετο βεβαίως πιστευτὸν καὶ ὅτι εἶναι ἀπόγονός του Δαυίδ. Καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο πιστευτὸν καὶ αὐτό, θὰ ἐπακολουθοῦσαν καὶ πολλὰ ἄλλα κακά. Δία τοῦτο καὶ οἱ Ἄγγελοι δὲν τὸ εἶπαν εἰς ὅλους, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν Μαρίαν καὶ εἰς τὸν Ἰωσήφ. Καὶ ὅταν ἀνήγγειλαν εἰς τοὺς ποιμένας τὴν γέννησιν, δὲν ἤθελαν ἀκόμη νὰ τοὺς πληροφορήσουν καὶ δι’ αὐτό.
            Ἀλλὰ διατὶ ἐνῷ ὅταν ἀνέφερε τὸν Ἀβραὰμ καὶ εἶπεν ὅτι ἐγέννησεν τὸν Ἰσαὰκ καὶ ὁ Ἰσαὰκ τὸν Ἰακώβ, δὲν ἀνέφερε καὶ τοὺς ἀδελφούς του, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸν Ἰακώβ, ἀναφέρει τὸν Ἰούδα καὶ τοὺς ἀδελφούς του;
            Μερικοί, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἀπαντοῦν ὅτι αἰτία εἶναι ὁ κακὸς χαρακτῆρας τοῦ Ἠσαὺ καὶ τῶν ἄλλων, τῶν παλαιοτέρων του. Ἐγὼ ὅμως δὲν θὰ τὸ ἐδεχόμουν. Διότι, ἂν συνέβαινεν αὐτό, πῶς ἀναφέρει ὀλίγον παρακάτω κακᾶς γυναίκας; Ἡ δόξα Του φαίνεται ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἀντίθεσιν. Ὄχι ἀπὸ τοὺς σπουδαίους, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς μικροὺς καὶ ἀσήμαντους προγόνους Του. Διότι εἶναι μεγάλη ἡ δόξα τοῦ σπουδαίου, ἂν ἠμπορέση νὰ ταπεινωθῆ πολύ.
            Διατὶ λοιπὸν δὲν τοὺς ἀνέφερε; Διότι δὲν εἶχαν καμμίαν σχέσιν μὲ τοὺς Ἰσραηλίτας οἱ Σαρακηνοὶ καὶ οἱ Ἰσμαηλίται καὶ οἱ Ἄραβες καὶ ὅσοι κατάγονται ἀπὸ αὐτούς. Δία τοῦτο δὲν ἀναφέρει ἐκείνους, ἀλλὰ σπεύδει νὰ ἀναφέρῃ τοὺς προγόνους τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ. Δία τοῦτο λέγει : «Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ». Ἐδῶ ἑπομένως γίνεται πλέον ἡ διάκρισις τῆς Ἰουδαϊκῆς φυλῆς. «Ἰούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρά, ἐκ τῆς Θάμαρ».
           Τί εἶναι αὐτὸ ποῦ κάμνεις, ἄνθρωπε; Μᾶς ὑπενθυμίζεις μίαν ἱστορίαν ποῦ ἀναφέρεται εἰς παράνομον σαρκικὴν σχέσιν; Καὶ τί πειράζει, λέγει, αὐτό;
            Ἂν ἐκατηγορούσαμεν ἄνθρωπον ταπεινῆς καταγωγῆς, θὰ ἔπρεπε πράγματι νὰ μὴ ἀναφέρωμεν αὐτά. Ἀφοῦ ὅμως ὁμιλοῦμεν διὰ τὸν Θεὸν ποὺ ἔλαβεν ἀνθρωπίνην μορφὴν ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ τὰ ἀποσιωποῦμεν, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται νὰ τὰ γνωστοποιοῦμεν εἰς τοὺς πάντας καὶ νὰ δείχνωμεν τὸ ἐνδιαφέρον Του διὰ ἐμᾶς καὶ τὴν δύναμίν του. Διότι ᾖλθε μὲ τὸν σκοπόν, ὄχι νὰ ἀποφύγη τὰς κατηγορίας μας, ἀλλὰ νὰ τὰς ἐξαφανίση. Ὅπως λοιπὸν Τὸν θαυμάζομεν περισσότερον ἐπειδὴ δὲν ἀπέθανεν ἁπλῶς, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐσταυρώθη (ἂν καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι ἀτιμωτικόν, ἀλλὰ ὅσον εἶναι ἀτιμωτικόν, τόσον ἀποδεικνύει τὴν φιλανθρωπίαν Του), τὸ ἴδιο εἶναι δυνατὸν νὰ εἰποῦμεν καὶ διὰ τὴν Γέννησιν. Εἶναι δίκαιον νὰ Τὸν θαυμάζωμεν, ὄχι μόνον διότι ἐσαρκώθη καὶ ἔλαβεν ἀνθρωπίνην μορφήν, ἀλλὰ καὶ διότι κατεδέχθη νὰ κάμῃ συγγενεῖς ὅπως ἐμεῖς, χωρὶς νὰ ἐντρέπεται διὰ τᾶς κακίας μας. Αὐτό, τὸ ὅτι δὲν ἐντρέπεται διὰ τᾶς κακίας μας, τὸ διεκήρυξε ἀμέσως μὲ τὴν γέννησιν καὶ μᾶς ἐδίδαξε μὲ αὐτὸ νὰ μὴ σκεπάζωμεν τὸ πρόσωπόν μας ἀπὸ ἐντροπὴν διὰ τᾶς κακίας τῶν προγόνων μας, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν ὡς μόνην ἐπιδίωξιν τὴν ἀρετήν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζημιωθῆ ὁ ἐνάρετος ἔστω καὶ ἂν ἡ μητέρα τοῦ εἶναι ἀλλόφυλη, ἔστω καὶ ἂν εἶναι πόρνη, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὀ,τιδήποτε ἄλλο. Διότι, ἀφοῦ δὲν εἶναι καθόλου προσβλητικὴ διὰ τὸν ἴδιον, τὸν πόρνον, ποὺ μετενόησεν, ἡ προηγουμένη ζωή του, πολὺ περισσότερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι προσβλητικὴ διὰ τὸν ἐνάρετον ἡ ἀνηθικότης τῶν προγόνων του, ἐπειδὴ ἡ μητέρα του ἦτο πόρνη καὶ μοιχή. Καὶ τὰ ἔκαμεν αὐτὰ ὄχι μόνον διὰ νὰ διδάξῃ ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ δαμάσῃ τὸν ἐγωισμὸν τῶν Ἰουδαίων. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ἀδιαφοροῦσαν διὰ τὰς ψυχικάς των ἀρετᾶς καὶ ἐπρόβαλλαν παντοῦ τὴν ἀρετὴν τοῦ Ἀβραὰμ μὲ τὴν ἐσφαλμένην σκέψιν ὅτι ἠμποροῦσαν νὰ στηρίζωνται εἰς τὴν ἀρετὴν τῶν προγόνων των, τοὺς διδάσκει ἐξ ἀρχῆς ὅτι πρέπει νὰ καυχώμεθᾳ ὄχι διὰ τοὺς προγόνους μας, ἀλλὰ διὰ τὰ ἰδικά μας κατορθώματα. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ ἐπιδιώκει καὶ κάτι ἄλλο, νὰ δείξη ὅτι ὅλοι εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀκόμη καὶ οἱ πρόγονοί των. Ὁ πατριάρχης των, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπῆραν καὶ τὸ ἐθνικόν των ὄνομα, εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπέπεσεν εἰς μεγάλην ἁμαρτίαν. Διότι παρουσιάζεται ἡ Θάμαρ καὶ τὸν κατηγορεῖ διὰ τὴν πορνείαν του. Καὶ ὁ Δαυὶδ ἐπίσης ἀπέκτησε τὸν Σολομώντα ἀπὸ γυναῖκα πόρνην. Καὶ ἀφοῦ δὲν κατώρθωσαν οἱ σπουδαῖοι νὰ μὴ παραβοῦν τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, πολὺ περισσότερον δὲν τὸ κατώρθωσαν οἱ ἀσήμαντοι. Καὶ ἀφοῦ τὸν παρέβαιναν, ἤσαν ἁμαρτωλοὶ ὅλοι καὶ ἦτο ἀναγκαία ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Χριστοῦ. Δία τοῦτο ἀνέφερε καὶ τοὺς δώδεκα πατριάρχας, διὰ νὰ ἀμβλύνῃ πάλιν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν ἐγωισμόν των διὰ τὴν καταγωγήν των ἀπὸ σπουδαίους προγόνους. Διότι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν γεννηθῆ ἀπὸ μητέρα δούλας. Ἀλλὰ ἡ κοινωνικὴ διαφορὰ τῶν γονέων δὲν ἔγινεν αἰτία διαφορᾶς καὶ τῶν παιδιῶν. Διότι ἤσαν ὅλοι ἐξ  ἴσου καὶ πατριάρχαι καὶ φύλαρχοι. Διότι ἡ Ἐκκλησία μας ὑπερέχει εἰς αὐτό. Αὐτὴ ἔχει τὴν πρωτοκαθεδρίαν διὰ τὴν ἀξιολόγησιν τῆς ἀρετῆς μας, ἐπειδὴ ἔχει ὡς πρότυπον ὅσα συμβαίνουν εἰς τοὺς οὐρανούς. Ἑπομένως, ἂν εἶσαι δοῦλος ἢ ἐλεύθερος, δὲν ἔχεις οὔτε κέρδος οὔτε ζημίαν ἀπὸ αὐτό, ἀλλὰ ὑπάρχει ἕνας ὅρος ἀπαράβατος, ἡ ψυχικὴ διάθεσις καὶ ὁ χαρακτῆρας σου.
            Ἐκτὸς ἀπὸ ὅσα εἴπαμεν, ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀναφέρει αὐτὴν τὴν ἱστορίαν. Δὲν ἀνέφερε δηλαδὴ χωρὶς λόγον ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρά. Διότι, ἀφοῦ ἀναφέρει τὸν Φαρές, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ἐγεανολογοῦσε τὸν Χριστόν, δὲν ἐχρειάζετο καὶ ἦτο περιττὸν νὰ ἀναφέρῃ καὶ τὸν Ζαρά. Διατὶ λοιπὸν τὸν ἀνέφερε; Ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ τοὺς γεννήση ἡ Θάμαρ καὶ ἤρχισεν ὁ τοκετός, ἔβγαλε πρῶτος τὸ χέρι ὁ Ζαρά. Μόλις τὸ εἶδεν ἡ μαμή, τὸ ἔδεσε μὲ κάτι κόκκινον, διὰ νὰ γνωρίζουν τὸ πρώτον ἀπὸ τὰ παιδιά. Ἀλλὰ μόλις τὸ ἔδεσεν ἐτράβηξε τὸ παιδὶ τὸ χέρι του καί, μόλις τὸ ἐτράβηξε, προηγήθη ὁ Φαρὲς καὶ ἠκολούθησεν ὁ Ζαρά. Ὅταν τὰ εἶδεν αὐτὰ ἡ μαμή, εἶπε : «Τί διεκόπη διὰ σὲ φραγμός;». Βλέπεις πόσον παράξενος εἶναι αὐτὸς ὁ ὑπαινιγμός; Καὶ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τυχαία ἡ ἀναγραφή του. Δὲν ἔχει δηλαδὴ σκοπὸν ἡ διήγησις νὰ μᾶς κάμῃ γνωστὸν τί εἶπεν ἡ μαμή. Οὔτε ἔχει σκοπὸν νὰ μᾶς μάθη ὅτι ἔβγαλε πρῶτος τὸ χέρι του ὁ δεύτερος.
            Ποὶον εἶναι λοιπὸν τὸ βαθύτερον νόημα; Τὴν πρώτην ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν μας τὴν δίδει τὸ ὄνομα τοῦ παιδιοῦ. Διότι Φαρὲς σημαίνει διαίρεσιν καὶ διακοπήν. Τὴν δευτέραν μᾶς τὴν δίδει τὸ ἴδιο τὸ περιστατικόν. Διότι δὲν ἦτο φυσικὸν νὰ βγάλη τὸ χέρι του καὶ νὰ τὸ ἀποσύρῃ πάλιν μόλις τὸ ἔδεσαν. Ἡ κίνησις λοιπὸν αὐτὴ δὲν ὠφείλετο οὔτε εἰς λογικὴν σκέψιν οὔτε εἰς φυσικὴν νομοτέλειαν. Ἴσως βεβαίως νὰ εἶναι φυσικὸν νὰ προπορευθῆ τὸ χέρι τοῦ ἑνὸς καὶ νὰ γεννηθῆ πρῶτος ὁ ἄλλος. Δὲν εἶναι ὅμως σύμφωνον πρὸς ὅσα συμβαίνουν κατὰ τὴν γέννησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ χέρι του καὶ νὰ ἀφήση τὸν ἄλλον νὰ περάση. Ἀλλὰ εὐρίσκετο ἐκεῖ, κοντὰ εἰς τὰ παιδιά, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ἐρρύθμιζεν ὅσα ἐγίνοντο καὶ σχεδόν μας ἐζωγράφιζε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν εἰκόνα τῶν μελλόντων νὰ συμβοῦν. Τί σημαίνουν λοιπὸν αὐτά; Μερικοὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἐξήτασαν μὲ προσοχὴν αὐτὰ τὰ πράγματα, λέγουν ὅτι αὐτὰ τὰ  παιδιὰ συμβολίζουν τοὺς δυὸ λαούς. Ἔπειτα λέγουν ὅτι, δὲν ἐπαρουσιάσθη τὸ παιδὶ ὁλόκληρον, ἀλλὰ τὸ χέρι του τεντωμένον, καὶ τὸ ἀπέσυρε μετὰ ἀπὸ ὀλίγον, διὰ νὰ μάθης ὅτι ἀκτινοβολοῦσε πρῶτα ὁ δεύτερος λαὸς μὲ τὸν τρόπον ζωῆς του καὶ ἠκολούθησεν ὁ πρῶτος λαός. Ἐγεννήθη λοιπὸν ὁ πρῶτος ἀδελφὸς μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ δευτέρου. Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τοὺς δυὸ λαούς. Κατὰ τοὺς χρόνους δηλαδὴ τοῦ Ἀβραάμ ἐμφανίζεται ἡ ἐκκλησιαστικὴ πολιτεία, ἡ ὁποία ὅμως παρήκμασεν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ παρουσιάσθη ὁ Ἰουδαϊκὸς λαὸς καὶ ὁ Μωσαϊκὸς νόμος καὶ τότε ἔχομεν τὴν ἐμφάνισιν ὁλοκλήρου τοῦ νέου λαοῦ καὶ τῶν νόμων του. Δία τοῦτο εἶπεν ἡ μαῖα : «Τί διεκόπη διὰ σὲ ὁ φραγμός;». Διότι ἦλθεν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Μωσαϊκὸς νόμος καὶ ἔθεσε φραγμὸν εἰς τὸν ἀσύδοτον τρόπον ζωῆς τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ὀνομάζει πράγματι πολὺ συχνὰ φραγμὸν τὸν νόμον. Καὶ ὁ προφήτης ὁμιλεῖ ὡς ἑξῆς : «Καθεῖλες τὸν φραγμὸν αὐτῆς καὶ τρυγώσιν αὐτὴν πάντες οἱ παραπορευόμενοι τὴν ὁδόν». Καί «φραγμὸν αὐτὴ περιέθηκα». Καὶ ὁ Παῦλος : «Καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας».
             Ἄλλοι πάλιν λέγουν ὅτι, μὲ τὴν φράσιν : «Τί διεκόπη διὰ σὲ φραγμός;», γίνεται ὑπαινιγμὸς διὰ τὸν νέον λαόν. Διότι αὐτὸς εἶναι ποὺ ᾖλθε καὶ κατήργησε τὸν νόμον.
           Βλέπεις ὅτι δὲν εἶναι ὀλίγοι καὶ ἀσήμαντοι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναφέρει ὁλόκληρη τὴν σχετικὴν μὲ τὸν Ἰούδαν ἱστορίαν; Δία τοῦτο ἀναφέρει τὴν Ροὺθ καὶ τὴν Ραάβ, ἀπὸ τᾶς ὁποίας ἡ πρώτη ἦτο ἀπὸ ἄλλην φυλὴν καὶ ἡ δευτέρα πόρνη, διὰ νὰ βεβαιωθῆς ὅτι ᾖλθε διὰ νὰ ἐξαλείψη ὄλας τᾶς κακίας μας. Διότι ᾖλθε διὰ νὰ διαδραματίση ρόλον ἰατροῦ καὶ ὄχι δικαστού. Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνοι ἐπῆραν πόρνας διὰ γυναίκας των, ἔτσι ἐπῆρε καὶ ὁ Θεὸς καὶ ἐπροστάτευσε τὴν ἀνθρωπότητα, ποὺ εἶχε γίνει πόρνη καὶ ἀνήθικη. Μερικοὶ προφῆται μάλιστα λέγουν ὅτι αὐτὸ ἔγινε παλαιότερα εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν, τὴν συναγωγήν. Ἀλλὰ ἐκείνη ἀπεδείχθη ἀχάριστη πρὸς τὸν προστάτην της. Ἡ Ἐκκλησία μας ἀντιθέτως ἀπηλλάγη ὁριστικῶς ἀπὸ τὰς προγονικὰς ἁμαρτίας καὶ παραμένει ἀκλονήτως πιστὴ εἰς τὸν Νυμφίον Της. Πρόσεξε λοιπὸν ὅτι, ὅσα συνέβησαν μὲ τὴν Ρούθ, εἶναι ὅμοια μὲ τὰ ἰδικά μας. Ἐκείνη δηλαδὴ ἦτο ἀλλόφυλη καὶ εἶχε καταντήσει πολὺ πτωχή. Ὅταν τὴν εἶδεν ὅμως ὁ Βοόζ, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνέχειάν της οὔτε ἐθεώρησεν ἀποκρουστικὴν τὴν καταγωγήν της. Ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ὁ Χριστός, ἂν καὶ εὐρῆκε τὴν Ἐκκλησίαν ἀλλόφυλον, εἰδωλολατρικὴν δηλαδή, καὶ εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, τὴν ἔκαμε μέτοχον τῶν μεγάλων Του ἀγαθῶν. Ἀλλὰ ὅπως δὲν θὰ ἔκαμνεν αὐτὸν τὸν ἐπιτυχημένον γάμον ἡ Ρούθ, ἂν δὲν ἐγκατέλειπε προηγουμένως τὸν πατέρα της καὶ δὲν ἐντρόπιαζε τὴν πατρικήν της οἰκογένειαν καὶ τοὺς ὁμοφύλους καὶ τὴν πατρίδα  καὶ τοὺς συγγενεῖς της, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, ἠγαπήθη ἀπὸ τὸν Νυμφίον Της, ἐπειδὴ ἐγκατέλειψε τὴν νοοτροπίαν τῶν προγόνων μας. Αὐτὸ ἀκριβῶς τῆς λέγει καὶ ὁ  προφήτης Δαυὶδ ἀπευθυνόμενος πρὸς αὐτήν. «Ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ ἐπιθυμήσει ὁ βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου». Αὐτὸ ἔκαμε καὶ ἡ Ρούθ. Δία τοῦτο ἔγινε μητέρα βασιλέων, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ Ἐκκλησία μας. Διότι ἀπὸ τὴν Ροὺθ κατάγεται ὁ Δαυίδ. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἤθελεν ὁ Ματθαῖος νὰ τοὺς φιλοτιμήση καὶ νὰ τοὺς πείση νὰ μὴ εἶναι ἐγωισταί, περιέλαβεν εἰς τὴν γενεαλογίαν ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα καὶ ἀνέφερε τᾶς γυναίκας αὐτᾶς. Ἡ Ροὺθ λοιπὸν ἐγέννησεν ἐμμέσως τὸν μέγαν βασιλέα Δαυίδ, ὁ ὁποῖος δὲν αἰσθάνεται καμμίαν ἐντροπὴν δι’ αὐτό.
            Εἶναι λοιπὸν σφάλμα, εἶναι μεγάλον σφάλμα νὰ θεωρῆται κανεὶς ἠθικὸς ἢ ἀνήθικος, ἀσήμαντος ἢ σημαντικὸς ἐξ αἰτίας τῆς ἀρετῆς ἢ τῶν ἐλαττωμάτων τῶν προγόνων του, ἀλλὰ – ἃς εἰπῶ κάτι ποὺ θὰ θεωρηθῆ πολὺ παράξενον – ἀκτινοβολεῖ περισσότερον ὅποιος δὲν κατάγεται ἀπὸ λαμπροὺς προγόνους, ἀλλὰ εἶναι ἐνάρετος ὁ ἴδιος. Δία τοῦτο δὲν πρέπει ἀσφαλῶς νὰ καμαρώνῃ κανεὶς διὰ τὴν καταγωγήν του, ἀλλά, ἀφοῦ λάβη ὑπ’ ὄψιν του τοὺς προγόνους τοῦ Κυρίου, ἃς ἀποβάλῃ κάθε ἐγωισμὸν καὶ ἂς ὑπερηφανεύεται διὰ τὰ ἰδικὰ του κατορθώματα. Μᾶλλον ὅμως ἂς μὴ ὑπερηφανεύεται οὔτε δί΄ αὐτά. Διότι αὐτὴ ἡ νοοτροπία ἔφερε τὸν Φαρισαῖον εἰς κατωτέραν θέσιν ἀπὸ τὸν τελώνην. Ἂν θέλῃς λοιπὸν νὰ θεωρηθῆ μεγάλον τὸ κατόρθωμά σου, μὴ ὑπερηφανεύεσαι δι’ αὐτό. Ἔτσι θὰ ἀποδείξης ὅτι εἶναι μεγαλύτερον. Μὴ νομίσης ὅτι ἔκαμες κάτι καὶ ἐξήντλησες ὄλας σου τὰς δυνατότητας. Διότι, ἄν, ὅταν εἴμεθα ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴ  ἐσυνειδητοποιήσαμεν τὴν πραγματικὴν κατάστασίν μας, γινώμεθα ἐνάρετοι, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ἐσυνειδητοποίησε καὶ ὁ τελώνης, πόσον μᾶλλον θὰ συμβῇ αὐτό, ἂν εἴμεθα ἐνάρετοι καὶ θεωροῦμεν τοὺς ἑαυτούς μας ἁμαρτωλούς; Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ταπεινοφροσύνη μας μεταβάλλει ἀπὸ ἁμαρτωλοὺς εἰς ἐναρέτους – ἂν καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀσφαλῶς ταπεινοφροσύνη, ἀλλὰ εὐγνωμοσύνη… Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ εὐγνωμοσύνη ἔχει τόσην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν ἁμαρτωλῶν, σκέψου πόσον ἠμπορεῖ νὰ ἐπιδράση ἡ ταπεινοφροσύνη ἐπὶ τῶν ἐναρέτων. Μὴ καταστρέψης λοιπὸν τοὺς κόπους σου, μὴ ἀχρηστεύσης τοὺς ἱδρῶτας σου, μὴ τρέχῃς ἄδικα, ἀφοῦ μετὰ ἀπὸ πάρα πολλὰ τρεχάματα σπαταλᾷς ἄδικα τοὺς κόπους σου. Διότι ὁ Κύριος γνωρίζει καλύτερα καὶ ἀπὸ ἐσὲ τὰ κατορθώματά σου. Καὶ δὲν παραλείπει νὰ ἀμείψῃ οὔτε καὶ ἕνα ποτῆρι κρύο νερὸ ποὺ προσφέρεις. Ἂν δώσης ἔστω καὶ μίαν δραχμήν, ἂν ἀναστενάζῃς ἁπλῶς, θὰ τὸ δεχθῆ μὲ πολλὴ εὐχαρίστησιν καὶ θὰ τὸ λάβη ὑπ’ ὄψιν του καὶ θὰ σὲ ἀμείψῃ γενναία δι’ αὐτό. Διατὶ διηγεῖσαι τὰ κατορθώματά σου καὶ μᾶς τὰ προβάλλεις κάθε στιγμήν; Δὲν γνωρίζεις ὅτι δὲν θὰ σὲ ἐπαινέση ὁ Θεὸς ἂν ἐπαινῇς συνεχῶς τὸν ἐαυτόν σου; Ὅπως δὲν θὰ παύση ἀσφαλῶς νὰ σὲ ἐπαινῇ ἐνώπιον ὅλων, ἂν ἐλεεινολογῇς τὸν ἐαυτόν σου; Διότι δὲν θέλει βεβαίως νὰ μειώση τὴν ἀξίαν τῶν ἀγώνων σου. Τί λέγω ὅτι δὲν θέλει νὰ μειώση τὴν ἀξίαν των;  Εἶναι βέβαιον ὅτι κάμνει τὸ πᾶν καὶ φροντίζει νὰ σὲ ἀμείψῃ γενναίως καὶ διὰ τὸ παραμικρὸν καὶ ἐπιζητεῖ νὰ εὕρη κάποιαν ἀφορμήν, διὰ νὰ ἠμπορέσης νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν αἰωνίαν κόλασιν.
           Δία τοῦτο σου καταβάλλει ὄλον τὸ ἡμερομίσθιον, ἔστω καὶ ἂν ἀρχίσης τὴν ἐργασίαν σου εἰς τὰς πέντε τὸ ἀπόγευμα : «Κὰν μηδεμίαν ἔχῃς ἀφορμὴν σωτηρίας», λέγει, «δι’ ἐμὲ ποιῶ, ὅπως μὴ τὸ ὄνομά μου βεβηλωθῆ». Ἔστω καὶ ἂν ἀναστενάζῃς ἁπλῶς, ἔστω καὶ ἂν δακρύσης, ἐκεῖνος ἁρπάζει ἀμέσως τὴν εὐκαιρίαν νὰ σὲ σώση. Ἃς μὴ ὑπερηφανευώμεθα λοιπόν, ἀλλὰ ἂς θεωροῦμεν ἀχρήστους τοὺς ἑαυτούς μας, διὰ νὰ γίνωμεν χρήσιμοι. Διότι, ἂν χαρακτηρίσης τὸν ἐαυτόν σου ἄξιον τιμῆς, χάνεις ἀμέσως τὸν ἠθικὸν χαρακτῆρα σου, ἔστω καὶ ἂν εἶσαι πράγματι ἀξιότιμος. Δία τοῦτο ἐπιβάλλεται νὰ λησμονὴς τὰ κατορθώματά σου. Ἐρωτᾶται ὅμως : πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζωμεν ἐκεῖνα ποῦ γνωρίζομεν μετὰ βεβαιότητος; Τί εἶναι αὐτὸ ποῦ λέγεις; Ἔχεις τὴν ἱκανότητα νὰ παραβαίνῃς συνεχῶς τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ζῇς μὲ ἀπολαύσεις καὶ διασκεδάσεις καὶ οὔτε κὰν περνᾷ ἀπὸ τὴν σκέψιν σου ὅτι ἁμαρτάνεις, διότι θέλεις νὰ τὸ λησμονῆς, καὶ δὲν ἠμπορεῖς νὰ διώξης ἀπὸ τὴν  μνήμην σου τὰ κατορθώματά σου; Καὶ τοῦτο, ἂν καὶ ὁ φόβος ἔχει μεγαλυτέραν δύναμιν. Ἐμεῖς ὅμως κάμνομεν τὸ ἀντίθετον. Κάθε ἡμέραν παραβαίνομεν τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ τὸ σκεπτώμεθα καθόλου. Ἂν δώσωμεν ὅμως ἔστω καὶ μίαν δεκάραν εἰς πτωχόν, τὸ διακηρύσσομεν παντοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνόητον καὶ μεγάλη ζημία δι’ ἐκεῖνον ποὺ κάμνει τέτοιαν ἀποταμίευσιν. Διότι ἀσφαλὲς θησαυροφυλάκιον τῶν κατορθωμάτων μας εἶναι ἡ λήθη τῶν κατορθωμάτων μας. Καὶ ὅ,τι συμβαίνει μὲ τὰ ἐνδύματα καὶ τὰ χρυσαφικά, πού, ὅταν τὰ ἐκθέτωμεν εἰς τὴν ἀγορά, προσελκύομεν τὴν προσοχὴν πολλῶν ὑποψηφίων κλεπτών, ἐνῷ, ἂν τὰ τακτοποιήσωμεν καὶ τὰ κρύψωμεν καλὰ εἰς τὸ σπίτι, εἶναι βέβαιον ὅτι τὰ τοποθετοῦμεν εἰς μέρος ἀσφαλές, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὰς καλὰς πράξεις μας· ἂν τᾶς ἀναφέρωμεν συνεχῶς, παροργίζομεν τὸν Κύριον, δίδομεν ὄπλα εἰς τὸν ἐχθρόν, τὸν σατανᾶν, τὸν προσκαλοῦμεν νὰ μᾶς κλέψη. Ἂν ἀντιθέτως δὲν τὰ γνωρίζῃ κανείς, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ὁ μόνος ποὺ πρέπει νὰ τὰ γνωρίζῃ, εἶναι ἐξησφαλισμένα.
            Μὴ τὰ συζητῇς λοιπὸν συνεχῶς, διὰ νὰ μή σου τὰ κλέψη κανείς. Διότι αὐτὸ ἔπαθε καὶ ὁ Φαρισαῖος, ἐπειδὴ τὰ εἶχε συνεχῶς μέσα εἰς τὸ στόμα του, ἀπὸ ὅπου καὶ τὰ ἐπῆρεν ὁ διάβολος, ἂν καὶ τὰ ἀνέφερεν ὡς εὐχαριστήριον προσευχήν του καὶ τὰ ἀπέδειδεν εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀρκετὸν αὐτὸ διὰ νὰ τὸν σώση. Διότι δὲν εἶναι εὐχαριστήριος προσευχὴ νὰ κατηγορῇς τοὺς ἄλλους, νὰ ὑπερηφανεύεσαι διὰ τὰ πολλὰ κατορθώματά σου, νὰ ἐκδηλώνῃς ἀγανάκτησιν ἐναντίον ἐκείνων ποὺ ἠμάρτησαν. Διότι, ἂν θέλῃς νὰ προσευχηθῆς καὶ νὰ εὐχαριστήσης τὸν Θεόν, περιορίσου μόνον εἰς αὐτὸ καὶ μὴ τὸ ἀνακοινώνῃς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οὔτε νὰ κατακρίνῃς τὸν πλησίον σου. Διότι αὐτὸ δὲν εἶναι προσευχὴ εὐχαριστήριος. Θέλεις νὰ μάθης πῶς εἶναι ἡ εὐχαριστήριος προσευχή; Ἄκουσε τί εἶπαν οἱ τρεῖς παῖδες : «Ἠμάρτομεν, ἠνομήσαμεν· δίκαιος εἰ, Κύριε, ἐπὶ πάσιν, οἲς ἐποίησας ἠμίν, ὅτι ἐν ἀληθινῇ κρίσει πάντα ἐπήγαγες». Διότι εὐχαριστήριος προσευχὴ πρὸς τὸν Θεὸν εἶναι νὰ ὁμολογῇς πρὸς αὐτὸν τὰς ἁμαρτίας σου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι ἔκαμες χιλιάδες ἁμαρτήματα καὶ ζητεῖς νὰ σοῦ τὰ συγχωρήση ὁ Θεός. Τότε μόνον προσφέρεις εὐχαριστήριον προσευχήν.
             Ἃς ἀποφύγωμεν λοιπὸν νὰ περιαυτολογοῦμεν. Διότι ἡ περιαυτολογία θὰ μᾶς κάμῃ μισητοὺς εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀξίους νὰ μᾶς ἀποστρέφεται ὁ Θεός. Δία τοῦτο, ὅσον μεγάλα εἶναι τὰ κατορθώματά μας, τόσον ὀλίγα πρέπει νὰ λέγωμεν περὶ αὐτῶν. Διότι ἔτσι θὰ ἀποκτήσωμεν μεγάλην δόξαν καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἢ μᾶλλον ὄχι μόνον δόξαν ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλὰ καὶ μεγάλην ἀμοιβὴν καὶ ἀνταπόδοσιν. Μὴ ζητῇς λοιπὸν ἀμοιβήν, διὰ νὰ λάβης ἀμοιβήν. Νὰ παραδέχεσαι ὅτι θὰ σωθῆς μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ δεχθῆ καὶ ἐκεῖνος ὅτι εἶναι ὀφειλέτης σου ὄχι μόνον ἕνεκα τῶν καλῶν σου πράξεων, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα αὐτῆς τῆς εὐγνωμοσύνης σου. Διότι, ὅταν κάμνωμεν καλὰς πράξεις, ὁ Θεός μας ἀμείβει μόνον διὰ τὰς καλὰς  πράξεις μας. Ὅταν πιστεύωμεν ὅμως ὅτι δὲν ἐκάμαμεν τίποτε τὸ σπουδαῖον, μᾶς ἀμείβει καὶ δι’ αὐτὴν τὴν διαγωγήν μας καὶ μάλιστα περισσότερον δι’ αὐτὴν παρὰ διὰ τὰ κατορθώματά μας. Ὥστε ἡ διαγωγή μας αὐτὴ εἶναι ἴσης ἀξίας μὲ τὰ κατορθώματα. Διότι, ἂν δὲν ὑπάρχη αὐτή, καὶ τὰ κατορθώματά μας δὲν φαίνονται ἀξιόλογα. Διότι καὶ ἐμεῖς, ἂν ἔχωμεν ὑπηρέτας, τοὺς ἀγαποῦμεν περισσότερον, ὅταν ἐκτελοῦν τὴν ὑπηρεσίαν των μὲ κάθε προθυμίαν καὶ δὲν ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι ἔκαμαν κάτι τὸ σπουδαῖον.
           Ἂν θέλῃς ἑπομένως νὰ κάμῃς μεγάλα τὰ κατορθώματά σου, μὴ νομίζῃς ὅτι εἶναι μεγάλα καὶ τότε θὰ γίνουν μεγάλα. Ὁ ἑκατόνταρχος εἶπεν εἰς τὸν Κύριον : «Οὐκ εἰμὶ ἱκανός, ἶνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθης». Δία τοῦτο ἔγινεν ἄξιος της ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἐθαύμαζαν περισσότερον ἀπὸ ὅλους τους Ἰουδαίους. Καὶ ὁ Παῦλος λέγει παρόμοια : «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλείσθαι ἀπόστολος». Δία τοῦτο ἔγινεν ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους. Καὶ ὁ Ἰωάννης εἶπεν ἐπίσης : «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λύσαι αὐτοῦ τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος». Δία τοῦτο τὸν ἀγαποῦσεν ὁ Χριστὸς καὶ ἐπῆρε καὶ ἔθεσεν ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλὴν του τὸ χέρι, ποὺ ὁ Ἰωάννης ἔλεγεν ὅτι δὲν ἀξίζει νὰ τοῦ δέση οὔτε τὰ ὑποδήματα. Καὶ ὁ Πέτρος ἔλεγε τὰ ἴδια : «Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς εἰμί». Δία τοῦτο ἔγινε τὸ θεμέλιον τῆς ἐκκλησίας. Διότι τίποτε ἄλλο δὲν ἀρέσει τόσον εἰς τὸν Θεόν, ὅσον νὰ συγκαταλέγῃ κανεὶς τὸν ἐαυτόν του μεταξὺ τῶν τελευταίων ἀνθρώπων. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν κάθε ὀρθῆς σκέψεως. Διότι ὁ ταπεινωμένος καὶ ἐξουθενωμένος ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ματαιόδοξος, νὰ κυριεύεται ἀπὸ ὀργήν, νὰ φθονῇ τὸν συνάνθρωπό του, νὰ ἔχῃ πολλὰ πάθη. Οὔτε εἶναι βεβαίως δυνατόν, ὅσον καὶ ἂν φιλονεικήσωμεν, νὰ σηκώσωμεν τὸ ἐξουθενωμένο χέρι μας. Ἂν ἐξουθενώσωμεν λοιπὸν καὶ τὴν ψυχήν μας ὅπως τὸ χέρι μας, δὲν θὰ τῆς εἶναι δυνατὸν νὰ δείξη ἔπαρσιν καὶ ἐγωισμόν, ἔστω καὶ ἂν τὴν ὠθοῦν πρὸς τὴν ἔπαρσιν χιλιάδες ἐγωιστικὰ πάθη. Διότι, ἀφοῦ ἐξορίζει ἀπὸ τὴν ψυχήν του ὅλα τὰ πάθη της ὅποιος εὑρίσκεται εἰς μεγάλην θλῖψιν διὰ βιοτικὰ ζητήματα, εἶναι βέβαιον ὅτι, ὅποιος λυπᾶται βαθύτατα διὰ τᾶς ἁμαρτίας του, θὰ αἰσθανθῆ πολλὴν ψυχικὴν γαλήνην. 
Θὰ ἐρωτοῦσε κανείς· καὶ ποὶος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ καλλιεργήση τόσην ταπείνωσιν εἰς τὴν ψυχήν του; Ἄκουσε τί εἶπεν ὁ Δαυίδ, ποὺ ἡ ἀκτινοβολία του ὀφείλεται κυρίως εἰς αὐτό, καὶ πρόσεξε τὴν ταπείνωσιν τῆς ψυχῆς του. Ὅταν, ἔπειτα ἀπὸ ἄπειρα κατορθώματα, ἐπρόκειτο νὰ χάση καὶ τὴν πατρίδα καὶ τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὴν ἰδὶαν τὴν ζωήν του, εἶδεν, ἐνῷ εὐρίσκετο εἰς τὸ ἀποκορύφωμα τῶν συμφορῶν του, νὰ ἐκμεταλλεύεται τὴν δυστυχίαν του καὶ νὰ τὸν ὑβρίζῃ κάποιος ἀξιοκαταφρόνητος καὶ ἐλεεινὸς στρατιώτης, καὶ ὄχι μόνον δὲν τοῦ ἀνταπέδωσε τὰς ὕβρεις, ἀλλὰ ἠμπόδισε καὶ ἕνα στρατηγόν, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν σκοτώση, καὶ τοῦ εἶπεν : «Ἄφετε αὐτόν, ὅτι Κύριος ἐνετείλατο αὐτῶ». Ὅταν ἐπίσης τοῦ ἐπρότειναν οἱ ἱερεῖς νὰ περιφέρουν μαζὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης, δὲν ἐδέχθη, ἀλλὰ ἀπήντησεν : «Ἐπὶ τοῦ ναοῦ καθίσω, κὰν ἀπαλλάξη με τῶν ἐν χερσὶ δεινῶν ὁ Θεός, ὄψομαι τὴν εὐπρέπειαν αὐτῆς· ἂν δὲ εἴπῃ μοί, Οὐ τεθέληκα σέ, ἰδοὺ ἐγώ, ποιείτω μοὶ τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιον αὐτοῦ». Ἀλλὰ μήπως δὲν ἀποδεικνύῃ ἀπέραντην ὀρθοφροσύνην ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοῦ συνέβη ὄχι μίαν καὶ δυό, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς ἐπὶ Σαούλ; Εἶναι γνωστὸν ὅτι συμπεριφέρθη ἠθικώτερα ἀπὸ ὅσον ἀπαιτοῦσεν ὁ Μωσαϊκὸς νόμος καὶ σχεδὸν ὅπως ὁρίζει ἡ Καινὴ Διαθήκη. Δία τοῦτο ὑπέμεινε καρτερικὰ ὅσα τοῦ ἔστειλεν ὁ  Κύριος καὶ δὲν διεμαρτύρετο δι’ ὅσα τοῦ συνέβαιναν, ἀλλὰ εἶχεν ὡς μοναδικὴν φροντίδα νὰ ὑπακούῃ καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰς Ἐντολάς Του. Καὶ δὲν ἐσκέφθη νὰ ἐκδηλώση οὔτε τὴν παραμικρὰν ἀντίδρασιν ἀκόμη καὶ ὅταν, μετὰ ἀπὸ τόσα κατορθώματά του, ἔβλεπε νὰ κατέχῃ τὴν βασιλείαν, ἀντ’ αὐτοῦ, ὁ τύραννος, ὁ πατροκτόνος, ὁ ἀδελφοκτόνος, ὁ ἀναιδής, ὁ παράφρων, ἀλλὰ ἔλεγεν : «Ἂν εἶναι αὐτὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, νὰ καταδιώκωμαι, νὰ περιφέρωμαι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, νὰ ἐξορίζωμαι ἐγὼ καὶ ἐκεῖνος νὰ κάθεται εἰς τὸν θρόνον, τὸ ὑπομένω χωρὶς καμμίαν ἀντίρρησιν καὶ τὸν εὐγνωμονῶ διὰ τοὺς κατατρεγμούς του». Δὲν ἐφέρθη ὅπως πολλοὶ θρασεῖς καὶ ἀναιδεῖς, ποὺ δὲν ἐπρόσφεραν οὔτε μικρὸν τμῆμα τῶν ὑπηρεσιῶν ποὺ ἐπρόσφερεν ἐκεῖνος, οἱ ὁποῖοι καταστρέφουν τὰς ψυχάς των μὲ τὰς ἀπείρους βλασφημίας των, ἂν ἰδοῦν ὅτι κάποιοι ἄλλοι κατέχουν τιμητικᾶς θέσεις, ἐνῷ οἱ ἴδιοι ἀντιμετωπίζουν κάποια δυσαρέσκειαν. Ὁ Δαυὶδ δὲν ἐφέρθη ὅπως ἐκεῖνοι, ἀλλὰ ἀντιμετώπιζε μὲ καλωσύνην τὰ πάντα. Δία τοῦτο εἶπεν ὁ Θεός : «Εὗρον Δαυὶδ τὸν τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν καρδίαν μου».
            Ἃς ἀποκτήσωμεν καὶ ἐμεῖς τέτοιαν ψυχὴν καὶ τότε θὰ ὑποφέρωμεν μὲ ἄνεσιν ὅ,τι καὶ ἂν πάθωμεν καὶ θὰ ἀπολαύσωμεν εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, ἕνεκα τῆς διαγωγῆς μας αὐτῆς, τὴν ἀμοιβήν μας διὰ τὴν ταπεινοφροσύνην μας. Διότι λέγει ὁ Κύριος : «Μάθετε ἐπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὐρήσετε ἀνάπαυσιν ταὶς ψυχαὶς ὑμῶν».

           Ἃς καλλιεργήσωμεν λοιπὸν μέσα εἰς τὴν ψυχήν μας μὲ πολλὴν ἐπιμέλειαν τὴν μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν, τὴν ταπεινοφροσύνην ἐννοῶ, διὰ νὰ ζήσωμεν εὐτυχεῖς καὶ ἐδῶ καὶ εἰς τὸν ἄλλον κόσμον. Διότι ἔτσι θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ περάσωμεν χωρὶς τρικυμίαν τὸ πέλαγος τῆς ζωῆς καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἥσυχον ἐκεῖνο λιμάνι μὲ τὴν χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις εἶναι αἰωνία. 
Ἀμήν. 

Πηγή : Ἄπαντα Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τομ. 9ος, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον (Ὁμιλίαι Α΄-Κ΄), Πατερικαὶ ἐκδόσεις "Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς", Θεσσαλονίκη 1978.