«Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυίδ, υἱοῦ Ἀβραάμ».
Εὐρισκόμεθα
εἰς τὴν τρίτην ὁμιλίαν τῆς σειρᾶς αὐτῆς καὶ δὲν κατωρθώσαμε ἀκόμη νὰ ὁλοκληρώσωμεν
τὴν ἐξέτασιν τοῦ προοιμίου. Δὲν ἔκαμνα ἑπομένως σφάλμα, ὅταν ἔλεγα ὅτι τὸ
περιεχόμενόν του εἶναι ἀπὸ τὴν φύσιν του πολὺ βαθύ. Ἐμπρὸς λοιπόν, ἃς ἀσχοληθῶμεν
σήμερα μὲ τὰ ἀμέσως ἑπόμενα.
Τί
εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνο, ποῦ θὰ ἐξετάσωμεν τώρα; Διατὶ περιλαμβάνεται εἰς τὸ
γενεαλογικὸν δένδρον τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἰωσήφ, ἀφοῦ δὲν συνέβαλε καθόλου εἰς τὴν
γέννησιν. Εἰς προηγουμένην ὁμιλίαν ἀνεφέραμεν μίαν αἰτίαν. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ
εἰποῦμεν καὶ τὴν ἄλλην, ποὺ εἶναι περισσότερον μυστηριακὴ καὶ ἀπόρρητη. Ποὶα εἶναι
λοιπὸν αὐτή; Δὲν ἤθελε νὰ γνωρίζουν οἱ Ἰουδαῖοι κατὰ τὸν χρόνον τῆς γεννήσεως ὅτι
ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη ἀπὸ Παρθένον. Ἀλλὰ ἂς μή σᾶς ἐκπλήσσουν τὰ παράξενα αὐτὰ
λόγια. Διότι δὲν εἶναι ἰδικά μου, ἀλλὰ τῶν ἀποστολικῶν Πατέρων, τῶν θαυμαστῶν
καὶ σπουδαίων ἐκείνων ἀνδρῶν. Διότι, ἀφοῦ ἐκάλυψε μὲ πυκνὴν σκιὰν πολλὰ ἀπὸ τὴν
ἀρχὴν καὶ ὠνόμαζε τὸν ἐαυτὸν τοῦ Υἱὸν τοῦ Ἀνθρώπου, καὶ δὲν μᾶς ἀπεκάλυψε καθαρὰ
τὴν ἰσότητά του καθ’ ὅλα πρὸς τὸν Πατέρα, διατὶ ἐκπλήσσεσαι ἐπειδὴ ἐκάλυψε
μέχρις ὠρισμένου σημείου καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ρυθμίση κάτι τὸ σπουδαῖον
καὶ ἀξιοθαύμαστον;
Ἀλλὰ
ποῖον εἶναι, λέγει, αὐτὸ τὸ ἀξιοθαύμαστον;
Νὰ
διασωθῆ ἡ Παρθένος καὶ νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ κάθε ἀνήθικον ὑπόνοιαν. Διότι, ἐὰν ἦτο
γνωστὸν αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν εἰς τοὺς Ἰουδαίους, καὶ θὰ ἐθανάτωναν μὲ λιθοβολισμὸν
τὴν Παρθένον, διαπράττοντες τὸ κακούργημα μὲ πρόφασιν τὰ λεγόμενα, καὶ θὰ τὴν
κατεδίκαζαν διὰ μοιχείαν. Διότι, ἀφοῦ ἐνεργοῦσαν μὲ φανερᾶν ἀναισχυντίαν εἰς ἄλλας
περιπτώσεις, ἂν καὶ ὑπῆρχαν πολλὲς φορὲς τὰ πρότυπά των εἰς τὴν Παλαιὰν
Διαθήκην (ἔτσι π. χ. ἔλεγαν δαιμονισμένον τὸν Χριστὸν ἐπειδὴ ἔδιωχνε τὰ
δαιμόνια, καὶ τὸν ἐθεωροῦσαν ἐχθρόν του Θεοῦ, ἐπειδὴ ἐθεράπευσε τὴν ἡμέραν τοῦ
Σαββάτου, ἂν καὶ δὲν ἐτηρήθη πολλὲς φορὲς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ ἀργία τοῦ
Σαββάτου), τί δὲν θὰ ἔλεγαν ἂν διεδίδετο αὐτὴ ἡ πληροφορία; Διότι εἶχαν σύμμαχόν
των ὄλον τὸν περασμένον χρόνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπρόσφερε κανένα ὅμοιον
παράδειγμα. Ἀφοῦ, λοιπόν, καὶ μετὰ ἀπὸ τὰ τόσα θαύματα, τὸν ἐθεωροῦσαν ἀκόμη υἱὸν
τοῦ Ἰωσήφ, πῶς θὰ ἐπίστευαν πρὶν ἀπὸ αὐτὰ ὅτι ἐγεννήθη ἀπὸ Παρθένον; Δία τοῦτο
περιελήφθη εἰς τὸ γενεαλογικὸν δένδρον καὶ ἐμνηστεύθη τὴν Παρθένον ὁ Ἰωσήφ. Ἀφοῦ
ὁ ἴδιος ὁ Ἰωσήφ, ποὺ ἦτο καὶ εὐσεβῇς καὶ ἀξιοθαύμαστος ἄνθρωπος, ἐχρειάσθη πολλᾶς
ἀποδείξεις διὰ νὰ πιστεύση αὐτὸ ποὺ συνέβη, ὅπως π. χ. νὰ τοῦ τὸ εἰπῇ ἄγγελος
καὶ νὰ τὸ ἰδῆ εἰς τὸ ὄνειρόν του καὶ τᾶς μαρτυρίας τῶν προφητῶν, πὼς ἦτο δυνατὸν
νὰ παραδεχθοῦν αὐτὴν τὴν δυσκολοπίστευτον πληροφορίαν οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἤσαν
σκληροτράχηλοι καὶ κακῆς πίστεως ἄνθρωποι καὶ φανατικοὶ ἐχθροί του; Διότι θὰ τοὺς
συνετάρασσε πολὺ τὸ παράξενον καὶ πρωτοφανὲς γεγονός, ποὺ ὅμοιόν του οὔτε κὰν εἶχεν
ἀκουσθῇ ὅτι ἔγινε κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐκεῖνοι βεβαίως ποὺ ἐπίστευσαν ἀπολύτως ὅτι
εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἦτο ἑπόμενον νὰ μὴ τὸ ἀμφισβητοῦν. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ Τὸν ἐθεωροῦσαν
πλάνον καὶ ἀρνητὴν τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ἔνοιωθαν μεγαλυτέραν ταραχὴν ἕνεκα αὐτῆς τῆς
εἰδήσεως καὶ δὲν θὰ ὠδηγοῦντο εἰς αὐτὴν τὴν δυσπιστίαν; Δία τοῦτο, εἰς τὴν ἀρχὴν
δὲν τὸ λέγουν ἀπ’ εὐθείας οὔτε οἱ Ἀπόστολοι, ἀλλὰ διὰ μὲν τὴν Ἀνάστασιν λέγουν
πολλὲς φορὲς πολλά, ἐπειδὴ δι’ αὐτὴν ὑπῆρχαν πολλὰ παραδείγματα ἀπὸ τὸ
παρελθόν, ἂν καὶ ὄχι ὅμοια. Δὲν λέγουν ὅμως συχνὰ ὅτι ἐγεννήθη ἀπὸ Παρθένον· καὶ
δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸ εἰπῇ οὔτε ἡ ἴδια ἡ Μητέρα. Πρόσεξε π.χ. τί εἶπεν ἡ Παρθένος
πρὸς τὸν ἴδιον : «Ἰδοὺ ἐγὼ καὶ ὁ πατήρ σου ἐζητοῦμεν σέ». Καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο
πιστευτὸν αὐτό, δὲν θὰ ἐγίνετο βεβαίως πιστευτὸν καὶ ὅτι εἶναι ἀπόγονός του
Δαυίδ. Καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο πιστευτὸν καὶ αὐτό, θὰ ἐπακολουθοῦσαν καὶ πολλὰ ἄλλα
κακά. Δία τοῦτο καὶ οἱ Ἄγγελοι δὲν τὸ εἶπαν εἰς ὅλους, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν
Μαρίαν καὶ εἰς τὸν Ἰωσήφ. Καὶ ὅταν ἀνήγγειλαν εἰς τοὺς ποιμένας τὴν γέννησιν, δὲν
ἤθελαν ἀκόμη νὰ τοὺς πληροφορήσουν καὶ δι’ αὐτό.
Ἀλλὰ διατὶ ἐνῷ ὅταν ἀνέφερε τὸν Ἀβραὰμ
καὶ εἶπεν ὅτι ἐγέννησεν τὸν Ἰσαὰκ καὶ ὁ Ἰσαὰκ τὸν Ἰακώβ, δὲν ἀνέφερε καὶ τοὺς ἀδελφούς
του, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸν Ἰακώβ, ἀναφέρει τὸν Ἰούδα καὶ τοὺς ἀδελφούς του;
Μερικοί, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἀπαντοῦν ὅτι αἰτία εἶναι ὁ κακὸς χαρακτῆρας
τοῦ Ἠσαὺ καὶ τῶν ἄλλων, τῶν παλαιοτέρων του. Ἐγὼ ὅμως δὲν θὰ τὸ ἐδεχόμουν.
Διότι, ἂν συνέβαινεν αὐτό, πῶς ἀναφέρει ὀλίγον παρακάτω κακᾶς γυναίκας; Ἡ δόξα Του
φαίνεται ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἀντίθεσιν. Ὄχι ἀπὸ τοὺς σπουδαίους, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς μικροὺς
καὶ ἀσήμαντους προγόνους Του. Διότι εἶναι μεγάλη ἡ δόξα τοῦ σπουδαίου, ἂν ἠμπορέση
νὰ ταπεινωθῆ πολύ.
Διατὶ λοιπὸν δὲν τοὺς ἀνέφερε; Διότι δὲν εἶχαν καμμίαν σχέσιν μὲ τοὺς Ἰσραηλίτας
οἱ Σαρακηνοὶ καὶ οἱ Ἰσμαηλίται καὶ οἱ Ἄραβες καὶ ὅσοι κατάγονται ἀπὸ αὐτούς.
Δία τοῦτο δὲν ἀναφέρει ἐκείνους, ἀλλὰ σπεύδει νὰ ἀναφέρῃ τοὺς προγόνους τοῦ
Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ. Δία τοῦτο λέγει : «Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν
καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ». Ἐδῶ ἑπομένως γίνεται πλέον ἡ διάκρισις τῆς Ἰουδαϊκῆς
φυλῆς. «Ἰούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρά, ἐκ τῆς Θάμαρ».
Τί
εἶναι αὐτὸ ποῦ κάμνεις, ἄνθρωπε; Μᾶς ὑπενθυμίζεις μίαν ἱστορίαν ποῦ ἀναφέρεται
εἰς παράνομον σαρκικὴν σχέσιν; Καὶ τί πειράζει, λέγει, αὐτό;
Ἂν ἐκατηγορούσαμεν ἄνθρωπον ταπεινῆς καταγωγῆς,
θὰ ἔπρεπε πράγματι νὰ μὴ ἀναφέρωμεν αὐτά. Ἀφοῦ ὅμως ὁμιλοῦμεν διὰ τὸν Θεὸν ποὺ ἔλαβεν
ἀνθρωπίνην μορφὴν ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ τὰ ἀποσιωποῦμεν, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται νὰ
τὰ γνωστοποιοῦμεν εἰς τοὺς πάντας καὶ νὰ δείχνωμεν τὸ ἐνδιαφέρον Του διὰ ἐμᾶς
καὶ τὴν δύναμίν του. Διότι ᾖλθε μὲ τὸν σκοπόν, ὄχι νὰ ἀποφύγη τὰς κατηγορίας
μας, ἀλλὰ νὰ τὰς ἐξαφανίση. Ὅπως λοιπὸν Τὸν θαυμάζομεν περισσότερον ἐπειδὴ δὲν ἀπέθανεν
ἁπλῶς, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐσταυρώθη (ἂν καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι ἀτιμωτικόν, ἀλλὰ ὅσον
εἶναι ἀτιμωτικόν, τόσον ἀποδεικνύει τὴν φιλανθρωπίαν Του), τὸ ἴδιο εἶναι δυνατὸν
νὰ εἰποῦμεν καὶ διὰ τὴν Γέννησιν. Εἶναι δίκαιον νὰ Τὸν θαυμάζωμεν, ὄχι μόνον
διότι ἐσαρκώθη καὶ ἔλαβεν ἀνθρωπίνην μορφήν, ἀλλὰ καὶ διότι κατεδέχθη νὰ κάμῃ
συγγενεῖς ὅπως ἐμεῖς, χωρὶς νὰ ἐντρέπεται διὰ τᾶς κακίας μας. Αὐτό, τὸ ὅτι δὲν ἐντρέπεται
διὰ τᾶς κακίας μας, τὸ διεκήρυξε ἀμέσως μὲ τὴν γέννησιν καὶ μᾶς ἐδίδαξε μὲ αὐτὸ
νὰ μὴ σκεπάζωμεν τὸ πρόσωπόν μας ἀπὸ ἐντροπὴν διὰ τᾶς κακίας τῶν προγόνων μας, ἀλλὰ
νὰ ἔχωμεν ὡς μόνην ἐπιδίωξιν τὴν ἀρετήν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζημιωθῆ ὁ ἐνάρετος
ἔστω καὶ ἂν ἡ μητέρα τοῦ εἶναι ἀλλόφυλη, ἔστω καὶ ἂν εἶναι πόρνη, ἔστω καὶ ἂν εἶναι
ὀ,τιδήποτε ἄλλο. Διότι, ἀφοῦ δὲν εἶναι καθόλου προσβλητικὴ διὰ τὸν ἴδιον, τὸν
πόρνον, ποὺ μετενόησεν, ἡ προηγουμένη ζωή του, πολὺ περισσότερον δὲν εἶναι
δυνατὸν νὰ εἶναι προσβλητικὴ διὰ τὸν ἐνάρετον ἡ ἀνηθικότης τῶν προγόνων του, ἐπειδὴ
ἡ μητέρα του ἦτο πόρνη καὶ μοιχή. Καὶ τὰ ἔκαμεν αὐτὰ ὄχι μόνον διὰ νὰ διδάξῃ ἐμᾶς,
ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ δαμάσῃ τὸν ἐγωισμὸν τῶν Ἰουδαίων. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ἀδιαφοροῦσαν διὰ
τὰς ψυχικάς των ἀρετᾶς καὶ ἐπρόβαλλαν παντοῦ τὴν ἀρετὴν τοῦ Ἀβραὰμ μὲ τὴν ἐσφαλμένην
σκέψιν ὅτι ἠμποροῦσαν νὰ στηρίζωνται εἰς τὴν ἀρετὴν τῶν προγόνων των, τοὺς
διδάσκει ἐξ ἀρχῆς ὅτι πρέπει νὰ καυχώμεθᾳ ὄχι διὰ τοὺς προγόνους μας, ἀλλὰ διὰ
τὰ ἰδικά μας κατορθώματα. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ ἐπιδιώκει καὶ κάτι ἄλλο, νὰ δείξη ὅτι ὅλοι
εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀκόμη καὶ οἱ πρόγονοί των. Ὁ πατριάρχης των, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπῆραν
καὶ τὸ ἐθνικόν των ὄνομα, εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπέπεσεν εἰς μεγάλην ἁμαρτίαν.
Διότι παρουσιάζεται ἡ Θάμαρ καὶ τὸν κατηγορεῖ διὰ τὴν πορνείαν του. Καὶ ὁ Δαυὶδ
ἐπίσης ἀπέκτησε τὸν Σολομώντα ἀπὸ γυναῖκα πόρνην. Καὶ ἀφοῦ δὲν κατώρθωσαν οἱ
σπουδαῖοι νὰ μὴ παραβοῦν τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, πολὺ περισσότερον δὲν τὸ
κατώρθωσαν οἱ ἀσήμαντοι. Καὶ ἀφοῦ τὸν παρέβαιναν, ἤσαν ἁμαρτωλοὶ ὅλοι καὶ ἦτο ἀναγκαία
ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Χριστοῦ. Δία τοῦτο ἀνέφερε καὶ τοὺς δώδεκα πατριάρχας, διὰ νὰ
ἀμβλύνῃ πάλιν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν ἐγωισμόν των διὰ τὴν καταγωγήν των ἀπὸ
σπουδαίους προγόνους. Διότι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν γεννηθῆ ἀπὸ μητέρα δούλας. Ἀλλὰ
ἡ κοινωνικὴ διαφορὰ τῶν γονέων δὲν ἔγινεν αἰτία διαφορᾶς καὶ τῶν παιδιῶν. Διότι
ἤσαν ὅλοι ἐξ ἴσου καὶ πατριάρχαι καὶ
φύλαρχοι. Διότι ἡ Ἐκκλησία μας ὑπερέχει εἰς αὐτό. Αὐτὴ ἔχει τὴν πρωτοκαθεδρίαν
διὰ τὴν ἀξιολόγησιν τῆς ἀρετῆς μας, ἐπειδὴ ἔχει ὡς πρότυπον ὅσα συμβαίνουν εἰς
τοὺς οὐρανούς. Ἑπομένως, ἂν εἶσαι δοῦλος ἢ ἐλεύθερος, δὲν ἔχεις οὔτε κέρδος οὔτε
ζημίαν ἀπὸ αὐτό, ἀλλὰ ὑπάρχει ἕνας ὅρος ἀπαράβατος, ἡ ψυχικὴ διάθεσις καὶ ὁ
χαρακτῆρας σου.
Ἐκτὸς
ἀπὸ ὅσα εἴπαμεν, ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀναφέρει αὐτὴν τὴν ἱστορίαν.
Δὲν ἀνέφερε δηλαδὴ χωρὶς λόγον ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρά. Διότι, ἀφοῦ ἀναφέρει
τὸν Φαρές, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ἐγεανολογοῦσε τὸν Χριστόν, δὲν ἐχρειάζετο καὶ ἦτο
περιττὸν νὰ ἀναφέρῃ καὶ τὸν Ζαρά. Διατὶ λοιπὸν τὸν ἀνέφερε; Ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ
τοὺς γεννήση ἡ Θάμαρ καὶ ἤρχισεν ὁ τοκετός, ἔβγαλε πρῶτος τὸ χέρι ὁ Ζαρά. Μόλις
τὸ εἶδεν ἡ μαμή, τὸ ἔδεσε μὲ κάτι κόκκινον, διὰ νὰ γνωρίζουν τὸ πρώτον ἀπὸ τὰ
παιδιά. Ἀλλὰ μόλις τὸ ἔδεσεν ἐτράβηξε τὸ παιδὶ τὸ χέρι του καί, μόλις τὸ ἐτράβηξε,
προηγήθη ὁ Φαρὲς καὶ ἠκολούθησεν ὁ Ζαρά. Ὅταν τὰ εἶδεν αὐτὰ ἡ μαμή, εἶπε : «Τί
διεκόπη διὰ σὲ φραγμός;». Βλέπεις πόσον παράξενος εἶναι αὐτὸς ὁ ὑπαινιγμός; Καὶ
ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τυχαία ἡ ἀναγραφή του. Δὲν ἔχει δηλαδὴ σκοπὸν ἡ διήγησις νὰ μᾶς
κάμῃ γνωστὸν τί εἶπεν ἡ μαμή. Οὔτε ἔχει σκοπὸν νὰ μᾶς μάθη ὅτι ἔβγαλε πρῶτος τὸ
χέρι του ὁ δεύτερος.
Ποὶον
εἶναι λοιπὸν τὸ βαθύτερον νόημα; Τὴν πρώτην ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν μας τὴν
δίδει τὸ ὄνομα τοῦ παιδιοῦ. Διότι Φαρὲς σημαίνει διαίρεσιν καὶ διακοπήν. Τὴν
δευτέραν μᾶς τὴν δίδει τὸ ἴδιο τὸ περιστατικόν. Διότι δὲν ἦτο φυσικὸν νὰ βγάλη
τὸ χέρι του καὶ νὰ τὸ ἀποσύρῃ πάλιν μόλις τὸ ἔδεσαν. Ἡ κίνησις λοιπὸν αὐτὴ δὲν ὠφείλετο
οὔτε εἰς λογικὴν σκέψιν οὔτε εἰς φυσικὴν νομοτέλειαν. Ἴσως βεβαίως νὰ εἶναι
φυσικὸν νὰ προπορευθῆ τὸ χέρι τοῦ ἑνὸς καὶ νὰ γεννηθῆ πρῶτος ὁ ἄλλος. Δὲν εἶναι
ὅμως σύμφωνον πρὸς ὅσα συμβαίνουν κατὰ τὴν γέννησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ χέρι του καὶ
νὰ ἀφήση τὸν ἄλλον νὰ περάση. Ἀλλὰ εὐρίσκετο ἐκεῖ, κοντὰ εἰς τὰ παιδιά, ἡ χάρις
τοῦ Θεοῦ, ἐρρύθμιζεν ὅσα ἐγίνοντο καὶ σχεδόν μας ἐζωγράφιζε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον
τὴν εἰκόνα τῶν μελλόντων νὰ συμβοῦν. Τί σημαίνουν λοιπὸν αὐτά; Μερικοὶ ἀπὸ ἐκείνους
ποὺ ἐξήτασαν μὲ προσοχὴν αὐτὰ τὰ πράγματα, λέγουν ὅτι αὐτὰ τὰ παιδιὰ συμβολίζουν τοὺς δυὸ λαούς. Ἔπειτα
λέγουν ὅτι, δὲν ἐπαρουσιάσθη τὸ παιδὶ ὁλόκληρον, ἀλλὰ τὸ χέρι του τεντωμένον,
καὶ τὸ ἀπέσυρε μετὰ ἀπὸ ὀλίγον, διὰ νὰ μάθης ὅτι ἀκτινοβολοῦσε πρῶτα ὁ δεύτερος
λαὸς μὲ τὸν τρόπον ζωῆς του καὶ ἠκολούθησεν ὁ πρῶτος λαός. Ἐγεννήθη λοιπὸν ὁ πρῶτος
ἀδελφὸς μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ δευτέρου. Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τοὺς δυὸ λαούς. Κατὰ
τοὺς χρόνους δηλαδὴ τοῦ Ἀβραάμ ἐμφανίζεται ἡ ἐκκλησιαστικὴ πολιτεία, ἡ ὁποία ὅμως
παρήκμασεν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ παρουσιάσθη ὁ Ἰουδαϊκὸς λαὸς καὶ ὁ Μωσαϊκὸς νόμος
καὶ τότε ἔχομεν τὴν ἐμφάνισιν ὁλοκλήρου τοῦ νέου λαοῦ καὶ τῶν νόμων του. Δία τοῦτο
εἶπεν ἡ μαῖα : «Τί διεκόπη διὰ σὲ ὁ φραγμός;». Διότι ἦλθεν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ
Μωσαϊκὸς νόμος καὶ ἔθεσε φραγμὸν εἰς τὸν ἀσύδοτον τρόπον ζωῆς τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ἡ
Ἁγία Γραφὴ ὀνομάζει πράγματι πολὺ συχνὰ φραγμὸν τὸν νόμον. Καὶ ὁ προφήτης ὁμιλεῖ
ὡς ἑξῆς : «Καθεῖλες τὸν φραγμὸν αὐτῆς καὶ τρυγώσιν αὐτὴν πάντες οἱ
παραπορευόμενοι τὴν ὁδόν». Καί «φραγμὸν αὐτὴ περιέθηκα». Καὶ ὁ Παῦλος : «Καὶ τὸ
μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας».
Ἄλλοι
πάλιν λέγουν ὅτι, μὲ τὴν φράσιν : «Τί διεκόπη διὰ σὲ φραγμός;», γίνεται ὑπαινιγμὸς
διὰ τὸν νέον λαόν. Διότι αὐτὸς εἶναι ποὺ ᾖλθε καὶ κατήργησε τὸν νόμον.
Βλέπεις ὅτι δὲν εἶναι ὀλίγοι καὶ ἀσήμαντοι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναφέρει
ὁλόκληρη τὴν σχετικὴν μὲ τὸν Ἰούδαν ἱστορίαν; Δία τοῦτο ἀναφέρει τὴν Ροὺθ καὶ τὴν
Ραάβ, ἀπὸ τᾶς ὁποίας ἡ πρώτη ἦτο ἀπὸ ἄλλην φυλὴν καὶ ἡ δευτέρα πόρνη, διὰ νὰ
βεβαιωθῆς ὅτι ᾖλθε διὰ νὰ ἐξαλείψη ὄλας τᾶς κακίας μας. Διότι ᾖλθε διὰ νὰ
διαδραματίση ρόλον ἰατροῦ καὶ ὄχι δικαστού. Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνοι ἐπῆραν πόρνας
διὰ γυναίκας των, ἔτσι ἐπῆρε καὶ ὁ Θεὸς καὶ ἐπροστάτευσε τὴν ἀνθρωπότητα, ποὺ εἶχε
γίνει πόρνη καὶ ἀνήθικη. Μερικοὶ προφῆται μάλιστα λέγουν ὅτι αὐτὸ ἔγινε
παλαιότερα εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν, τὴν συναγωγήν. Ἀλλὰ ἐκείνη ἀπεδείχθη
ἀχάριστη πρὸς τὸν προστάτην της. Ἡ Ἐκκλησία μας ἀντιθέτως ἀπηλλάγη ὁριστικῶς ἀπὸ
τὰς προγονικὰς ἁμαρτίας καὶ παραμένει ἀκλονήτως πιστὴ εἰς τὸν Νυμφίον Της.
Πρόσεξε λοιπὸν ὅτι, ὅσα συνέβησαν μὲ τὴν Ρούθ, εἶναι ὅμοια μὲ τὰ ἰδικά μας. Ἐκείνη
δηλαδὴ ἦτο ἀλλόφυλη καὶ εἶχε καταντήσει πολὺ πτωχή. Ὅταν τὴν εἶδεν ὅμως ὁ Βοόζ,
δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνέχειάν της οὔτε ἐθεώρησεν ἀποκρουστικὴν τὴν καταγωγήν
της. Ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ὁ Χριστός, ἂν καὶ εὐρῆκε τὴν Ἐκκλησίαν ἀλλόφυλον, εἰδωλολατρικὴν
δηλαδή, καὶ εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, τὴν ἔκαμε μέτοχον τῶν μεγάλων Του ἀγαθῶν. Ἀλλὰ
ὅπως δὲν θὰ ἔκαμνεν αὐτὸν τὸν ἐπιτυχημένον γάμον ἡ Ρούθ, ἂν δὲν ἐγκατέλειπε
προηγουμένως τὸν πατέρα της καὶ δὲν ἐντρόπιαζε τὴν πατρικήν της οἰκογένειαν καὶ
τοὺς ὁμοφύλους καὶ τὴν πατρίδα καὶ τοὺς
συγγενεῖς της, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, ἠγαπήθη ἀπὸ τὸν Νυμφίον Της, ἐπειδὴ ἐγκατέλειψε
τὴν νοοτροπίαν τῶν προγόνων μας. Αὐτὸ ἀκριβῶς τῆς λέγει καὶ ὁ προφήτης Δαυὶδ ἀπευθυνόμενος πρὸς αὐτήν. «Ἐπιλάθου
τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ ἐπιθυμήσει ὁ βασιλεὺς τοῦ κάλλους
σου». Αὐτὸ ἔκαμε καὶ ἡ Ρούθ. Δία τοῦτο ἔγινε μητέρα βασιλέων, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ
Ἐκκλησία μας. Διότι ἀπὸ τὴν Ροὺθ κατάγεται ὁ Δαυίδ. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἤθελεν ὁ
Ματθαῖος νὰ τοὺς φιλοτιμήση καὶ νὰ τοὺς πείση νὰ μὴ εἶναι ἐγωισταί, περιέλαβεν
εἰς τὴν γενεαλογίαν ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα καὶ ἀνέφερε τᾶς γυναίκας αὐτᾶς. Ἡ Ροὺθ
λοιπὸν ἐγέννησεν ἐμμέσως τὸν μέγαν βασιλέα Δαυίδ, ὁ ὁποῖος δὲν αἰσθάνεται καμμίαν
ἐντροπὴν δι’ αὐτό.
Εἶναι
λοιπὸν σφάλμα, εἶναι μεγάλον σφάλμα νὰ θεωρῆται κανεὶς ἠθικὸς ἢ ἀνήθικος, ἀσήμαντος
ἢ σημαντικὸς ἐξ αἰτίας τῆς ἀρετῆς ἢ τῶν ἐλαττωμάτων τῶν προγόνων του, ἀλλὰ – ἃς
εἰπῶ κάτι ποὺ θὰ θεωρηθῆ πολὺ παράξενον – ἀκτινοβολεῖ περισσότερον ὅποιος δὲν
κατάγεται ἀπὸ λαμπροὺς προγόνους, ἀλλὰ εἶναι ἐνάρετος ὁ ἴδιος. Δία τοῦτο δὲν
πρέπει ἀσφαλῶς νὰ καμαρώνῃ κανεὶς διὰ τὴν καταγωγήν του, ἀλλά, ἀφοῦ λάβη ὑπ’ ὄψιν
του τοὺς προγόνους τοῦ Κυρίου, ἃς ἀποβάλῃ κάθε ἐγωισμὸν καὶ ἂς ὑπερηφανεύεται
διὰ τὰ ἰδικὰ του κατορθώματα. Μᾶλλον ὅμως ἂς μὴ ὑπερηφανεύεται οὔτε δί΄ αὐτά.
Διότι αὐτὴ ἡ νοοτροπία ἔφερε τὸν Φαρισαῖον εἰς κατωτέραν θέσιν ἀπὸ τὸν τελώνην.
Ἂν θέλῃς λοιπὸν νὰ θεωρηθῆ μεγάλον τὸ κατόρθωμά σου, μὴ ὑπερηφανεύεσαι δι’ αὐτό.
Ἔτσι θὰ ἀποδείξης ὅτι εἶναι μεγαλύτερον. Μὴ νομίσης ὅτι ἔκαμες κάτι καὶ ἐξήντλησες
ὄλας σου τὰς δυνατότητας. Διότι, ἄν, ὅταν εἴμεθα ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴ ἐσυνειδητοποιήσαμεν τὴν πραγματικὴν
κατάστασίν μας, γινώμεθα ἐνάρετοι, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ἐσυνειδητοποίησε καὶ ὁ
τελώνης, πόσον μᾶλλον θὰ συμβῇ αὐτό, ἂν εἴμεθα ἐνάρετοι καὶ θεωροῦμεν τοὺς ἑαυτούς
μας ἁμαρτωλούς; Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ταπεινοφροσύνη μας μεταβάλλει ἀπὸ ἁμαρτωλοὺς εἰς ἐναρέτους
– ἂν καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀσφαλῶς ταπεινοφροσύνη, ἀλλὰ εὐγνωμοσύνη… Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ
εὐγνωμοσύνη ἔχει τόσην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν ἁμαρτωλῶν, σκέψου πόσον ἠμπορεῖ νὰ ἐπιδράση
ἡ ταπεινοφροσύνη ἐπὶ τῶν ἐναρέτων. Μὴ καταστρέψης λοιπὸν τοὺς κόπους σου, μὴ ἀχρηστεύσης
τοὺς ἱδρῶτας σου, μὴ τρέχῃς ἄδικα, ἀφοῦ μετὰ ἀπὸ πάρα πολλὰ τρεχάματα σπαταλᾷς ἄδικα
τοὺς κόπους σου. Διότι ὁ Κύριος γνωρίζει καλύτερα καὶ ἀπὸ ἐσὲ τὰ κατορθώματά
σου. Καὶ δὲν παραλείπει νὰ ἀμείψῃ οὔτε καὶ ἕνα ποτῆρι κρύο νερὸ ποὺ προσφέρεις.
Ἂν δώσης ἔστω καὶ μίαν δραχμήν, ἂν ἀναστενάζῃς ἁπλῶς, θὰ τὸ δεχθῆ μὲ πολλὴ εὐχαρίστησιν
καὶ θὰ τὸ λάβη ὑπ’ ὄψιν του καὶ θὰ σὲ ἀμείψῃ γενναία δι’ αὐτό. Διατὶ διηγεῖσαι
τὰ κατορθώματά σου καὶ μᾶς τὰ προβάλλεις κάθε στιγμήν; Δὲν γνωρίζεις ὅτι δὲν θὰ
σὲ ἐπαινέση ὁ Θεὸς ἂν ἐπαινῇς συνεχῶς τὸν ἐαυτόν σου; Ὅπως δὲν θὰ παύση ἀσφαλῶς
νὰ σὲ ἐπαινῇ ἐνώπιον ὅλων, ἂν ἐλεεινολογῇς τὸν ἐαυτόν σου; Διότι δὲν θέλει
βεβαίως νὰ μειώση τὴν ἀξίαν τῶν ἀγώνων σου. Τί λέγω ὅτι δὲν θέλει νὰ μειώση τὴν
ἀξίαν των; Εἶναι βέβαιον ὅτι κάμνει τὸ πᾶν
καὶ φροντίζει νὰ σὲ ἀμείψῃ γενναίως καὶ διὰ τὸ παραμικρὸν καὶ ἐπιζητεῖ νὰ εὕρη
κάποιαν ἀφορμήν, διὰ νὰ ἠμπορέσης νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν αἰωνίαν κόλασιν.
Δία
τοῦτο σου καταβάλλει ὄλον τὸ ἡμερομίσθιον, ἔστω καὶ ἂν ἀρχίσης τὴν ἐργασίαν σου
εἰς τὰς πέντε τὸ ἀπόγευμα : «Κὰν μηδεμίαν ἔχῃς ἀφορμὴν σωτηρίας», λέγει, «δι’ ἐμὲ
ποιῶ, ὅπως μὴ τὸ ὄνομά μου βεβηλωθῆ». Ἔστω καὶ ἂν ἀναστενάζῃς ἁπλῶς, ἔστω καὶ ἂν
δακρύσης, ἐκεῖνος ἁρπάζει ἀμέσως τὴν εὐκαιρίαν νὰ σὲ σώση. Ἃς μὴ ὑπερηφανευώμεθα
λοιπόν, ἀλλὰ ἂς θεωροῦμεν ἀχρήστους τοὺς ἑαυτούς μας, διὰ νὰ γίνωμεν χρήσιμοι.
Διότι, ἂν χαρακτηρίσης τὸν ἐαυτόν σου ἄξιον τιμῆς, χάνεις ἀμέσως τὸν ἠθικὸν
χαρακτῆρα σου, ἔστω καὶ ἂν εἶσαι πράγματι ἀξιότιμος. Δία τοῦτο ἐπιβάλλεται νὰ
λησμονὴς τὰ κατορθώματά σου. Ἐρωτᾶται ὅμως : πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζωμεν
ἐκεῖνα ποῦ γνωρίζομεν μετὰ βεβαιότητος; Τί εἶναι αὐτὸ ποῦ λέγεις; Ἔχεις τὴν ἱκανότητα
νὰ παραβαίνῃς συνεχῶς τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ζῇς μὲ ἀπολαύσεις καὶ
διασκεδάσεις καὶ οὔτε κὰν περνᾷ ἀπὸ τὴν σκέψιν σου ὅτι ἁμαρτάνεις, διότι θέλεις
νὰ τὸ λησμονῆς, καὶ δὲν ἠμπορεῖς νὰ διώξης ἀπὸ τὴν μνήμην σου τὰ κατορθώματά σου; Καὶ τοῦτο, ἂν
καὶ ὁ φόβος ἔχει μεγαλυτέραν δύναμιν. Ἐμεῖς ὅμως κάμνομεν τὸ ἀντίθετον. Κάθε ἡμέραν
παραβαίνομεν τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ τὸ σκεπτώμεθα καθόλου. Ἂν δώσωμεν ὅμως
ἔστω καὶ μίαν δεκάραν εἰς πτωχόν, τὸ διακηρύσσομεν παντοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι
ἀνόητον καὶ μεγάλη ζημία δι’ ἐκεῖνον ποὺ κάμνει τέτοιαν ἀποταμίευσιν. Διότι ἀσφαλὲς
θησαυροφυλάκιον τῶν κατορθωμάτων μας εἶναι ἡ λήθη τῶν κατορθωμάτων μας. Καὶ ὅ,τι
συμβαίνει μὲ τὰ ἐνδύματα καὶ τὰ χρυσαφικά, πού, ὅταν τὰ ἐκθέτωμεν εἰς τὴν ἀγορά,
προσελκύομεν τὴν προσοχὴν πολλῶν ὑποψηφίων κλεπτών, ἐνῷ, ἂν τὰ τακτοποιήσωμεν
καὶ τὰ κρύψωμεν καλὰ εἰς τὸ σπίτι, εἶναι βέβαιον ὅτι τὰ τοποθετοῦμεν εἰς μέρος ἀσφαλές,
τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὰς καλὰς πράξεις μας· ἂν τᾶς ἀναφέρωμεν συνεχῶς, παροργίζομεν
τὸν Κύριον, δίδομεν ὄπλα εἰς τὸν ἐχθρόν, τὸν σατανᾶν, τὸν προσκαλοῦμεν νὰ μᾶς
κλέψη. Ἂν ἀντιθέτως δὲν τὰ γνωρίζῃ κανείς, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ὁ μόνος
ποὺ πρέπει νὰ τὰ γνωρίζῃ, εἶναι ἐξησφαλισμένα.
Μὴ
τὰ συζητῇς λοιπὸν συνεχῶς, διὰ νὰ μή σου τὰ κλέψη κανείς. Διότι αὐτὸ ἔπαθε καὶ ὁ
Φαρισαῖος, ἐπειδὴ τὰ εἶχε συνεχῶς μέσα εἰς τὸ στόμα του, ἀπὸ ὅπου καὶ τὰ ἐπῆρεν
ὁ διάβολος, ἂν καὶ τὰ ἀνέφερεν ὡς εὐχαριστήριον προσευχήν του καὶ τὰ ἀπέδειδεν
εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀρκετὸν αὐτὸ διὰ νὰ τὸν σώση. Διότι δὲν εἶναι
εὐχαριστήριος προσευχὴ νὰ κατηγορῇς τοὺς ἄλλους, νὰ ὑπερηφανεύεσαι διὰ τὰ πολλὰ
κατορθώματά σου, νὰ ἐκδηλώνῃς ἀγανάκτησιν ἐναντίον ἐκείνων ποὺ ἠμάρτησαν.
Διότι, ἂν θέλῃς νὰ προσευχηθῆς καὶ νὰ εὐχαριστήσης τὸν Θεόν, περιορίσου μόνον εἰς
αὐτὸ καὶ μὴ τὸ ἀνακοινώνῃς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οὔτε νὰ κατακρίνῃς τὸν πλησίον
σου. Διότι αὐτὸ δὲν εἶναι προσευχὴ εὐχαριστήριος. Θέλεις νὰ μάθης πῶς εἶναι ἡ εὐχαριστήριος
προσευχή; Ἄκουσε τί εἶπαν οἱ τρεῖς παῖδες : «Ἠμάρτομεν, ἠνομήσαμεν· δίκαιος εἰ,
Κύριε, ἐπὶ πάσιν, οἲς ἐποίησας ἠμίν, ὅτι ἐν ἀληθινῇ κρίσει πάντα ἐπήγαγες».
Διότι εὐχαριστήριος προσευχὴ πρὸς τὸν Θεὸν εἶναι νὰ ὁμολογῇς πρὸς αὐτὸν τὰς ἁμαρτίας
σου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι ἔκαμες χιλιάδες ἁμαρτήματα καὶ ζητεῖς νὰ
σοῦ τὰ συγχωρήση ὁ Θεός. Τότε μόνον προσφέρεις εὐχαριστήριον προσευχήν.
Ἃς
ἀποφύγωμεν λοιπὸν νὰ περιαυτολογοῦμεν. Διότι ἡ περιαυτολογία θὰ μᾶς κάμῃ μισητοὺς
εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀξίους νὰ μᾶς ἀποστρέφεται ὁ Θεός. Δία τοῦτο, ὅσον
μεγάλα εἶναι τὰ κατορθώματά μας, τόσον ὀλίγα πρέπει νὰ λέγωμεν περὶ αὐτῶν.
Διότι ἔτσι θὰ ἀποκτήσωμεν μεγάλην δόξαν καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τὸν
Θεόν. Ἢ μᾶλλον ὄχι μόνον δόξαν ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλὰ καὶ μεγάλην ἀμοιβὴν καὶ ἀνταπόδοσιν.
Μὴ ζητῇς λοιπὸν ἀμοιβήν, διὰ νὰ λάβης ἀμοιβήν. Νὰ παραδέχεσαι ὅτι θὰ σωθῆς μὲ τὴν
χάριν τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ δεχθῆ καὶ ἐκεῖνος ὅτι εἶναι ὀφειλέτης σου ὄχι μόνον ἕνεκα
τῶν καλῶν σου πράξεων, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα αὐτῆς τῆς εὐγνωμοσύνης σου. Διότι, ὅταν
κάμνωμεν καλὰς πράξεις, ὁ Θεός μας ἀμείβει μόνον διὰ τὰς καλὰς πράξεις μας. Ὅταν πιστεύωμεν ὅμως ὅτι δὲν ἐκάμαμεν
τίποτε τὸ σπουδαῖον, μᾶς ἀμείβει καὶ δι’ αὐτὴν τὴν διαγωγήν μας καὶ μάλιστα
περισσότερον δι’ αὐτὴν παρὰ διὰ τὰ κατορθώματά μας. Ὥστε ἡ διαγωγή μας αὐτὴ εἶναι
ἴσης ἀξίας μὲ τὰ κατορθώματα. Διότι, ἂν δὲν ὑπάρχη αὐτή, καὶ τὰ κατορθώματά μας
δὲν φαίνονται ἀξιόλογα. Διότι καὶ ἐμεῖς, ἂν ἔχωμεν ὑπηρέτας, τοὺς ἀγαποῦμεν
περισσότερον, ὅταν ἐκτελοῦν τὴν ὑπηρεσίαν των μὲ κάθε προθυμίαν καὶ δὲν ἔχουν τὴν
γνώμην ὅτι ἔκαμαν κάτι τὸ σπουδαῖον.
Ἂν θέλῃς ἑπομένως νὰ κάμῃς μεγάλα τὰ
κατορθώματά σου, μὴ νομίζῃς ὅτι εἶναι μεγάλα καὶ τότε θὰ γίνουν μεγάλα. Ὁ ἑκατόνταρχος
εἶπεν εἰς τὸν Κύριον : «Οὐκ εἰμὶ ἱκανός, ἶνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθης». Δία
τοῦτο ἔγινεν ἄξιος της ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἐθαύμαζαν περισσότερον ἀπὸ ὅλους
τους Ἰουδαίους. Καὶ ὁ Παῦλος λέγει παρόμοια : «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλείσθαι ἀπόστολος».
Δία τοῦτο ἔγινεν ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους. Καὶ ὁ Ἰωάννης εἶπεν ἐπίσης : «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς
λύσαι αὐτοῦ τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος». Δία τοῦτο τὸν ἀγαποῦσεν ὁ Χριστὸς καὶ ἐπῆρε
καὶ ἔθεσεν ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλὴν του τὸ χέρι, ποὺ ὁ Ἰωάννης ἔλεγεν ὅτι δὲν ἀξίζει
νὰ τοῦ δέση οὔτε τὰ ὑποδήματα. Καὶ ὁ Πέτρος ἔλεγε τὰ ἴδια : «Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι
ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς εἰμί». Δία τοῦτο ἔγινε τὸ θεμέλιον τῆς ἐκκλησίας. Διότι τίποτε ἄλλο
δὲν ἀρέσει τόσον εἰς τὸν Θεόν, ὅσον νὰ συγκαταλέγῃ κανεὶς τὸν ἐαυτόν του μεταξὺ
τῶν τελευταίων ἀνθρώπων. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν κάθε ὀρθῆς σκέψεως. Διότι ὁ
ταπεινωμένος καὶ ἐξουθενωμένος ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ματαιόδοξος,
νὰ κυριεύεται ἀπὸ ὀργήν, νὰ φθονῇ τὸν συνάνθρωπό του, νὰ ἔχῃ πολλὰ πάθη. Οὔτε εἶναι
βεβαίως δυνατόν, ὅσον καὶ ἂν φιλονεικήσωμεν, νὰ σηκώσωμεν τὸ ἐξουθενωμένο χέρι
μας. Ἂν ἐξουθενώσωμεν λοιπὸν καὶ τὴν ψυχήν μας ὅπως τὸ χέρι μας, δὲν θὰ τῆς εἶναι
δυνατὸν νὰ δείξη ἔπαρσιν καὶ ἐγωισμόν, ἔστω καὶ ἂν τὴν ὠθοῦν πρὸς τὴν ἔπαρσιν
χιλιάδες ἐγωιστικὰ πάθη. Διότι, ἀφοῦ ἐξορίζει ἀπὸ τὴν ψυχήν του ὅλα τὰ πάθη της
ὅποιος εὑρίσκεται εἰς μεγάλην θλῖψιν διὰ βιοτικὰ ζητήματα, εἶναι βέβαιον ὅτι, ὅποιος
λυπᾶται βαθύτατα διὰ τᾶς ἁμαρτίας του, θὰ αἰσθανθῆ πολλὴν ψυχικὴν γαλήνην.
Θὰ ἐρωτοῦσε κανείς· καὶ ποὶος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ καλλιεργήση τόσην ταπείνωσιν εἰς τὴν ψυχήν του; Ἄκουσε τί εἶπεν ὁ Δαυίδ, ποὺ ἡ ἀκτινοβολία του ὀφείλεται κυρίως εἰς αὐτό, καὶ πρόσεξε τὴν ταπείνωσιν τῆς ψυχῆς του. Ὅταν, ἔπειτα ἀπὸ ἄπειρα κατορθώματα, ἐπρόκειτο νὰ χάση καὶ τὴν πατρίδα καὶ τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὴν ἰδὶαν τὴν ζωήν του, εἶδεν, ἐνῷ εὐρίσκετο εἰς τὸ ἀποκορύφωμα τῶν συμφορῶν του, νὰ ἐκμεταλλεύεται τὴν δυστυχίαν του καὶ νὰ τὸν ὑβρίζῃ κάποιος ἀξιοκαταφρόνητος καὶ ἐλεεινὸς στρατιώτης, καὶ ὄχι μόνον δὲν τοῦ ἀνταπέδωσε τὰς ὕβρεις, ἀλλὰ ἠμπόδισε καὶ ἕνα στρατηγόν, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν σκοτώση, καὶ τοῦ εἶπεν : «Ἄφετε αὐτόν, ὅτι Κύριος ἐνετείλατο αὐτῶ». Ὅταν ἐπίσης τοῦ ἐπρότειναν οἱ ἱερεῖς νὰ περιφέρουν μαζὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης, δὲν ἐδέχθη, ἀλλὰ ἀπήντησεν : «Ἐπὶ τοῦ ναοῦ καθίσω, κὰν ἀπαλλάξη με τῶν ἐν χερσὶ δεινῶν ὁ Θεός, ὄψομαι τὴν εὐπρέπειαν αὐτῆς· ἂν δὲ εἴπῃ μοί, Οὐ τεθέληκα σέ, ἰδοὺ ἐγώ, ποιείτω μοὶ τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιον αὐτοῦ». Ἀλλὰ μήπως δὲν ἀποδεικνύῃ ἀπέραντην ὀρθοφροσύνην ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοῦ συνέβη ὄχι μίαν καὶ δυό, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς ἐπὶ Σαούλ; Εἶναι γνωστὸν ὅτι συμπεριφέρθη ἠθικώτερα ἀπὸ ὅσον ἀπαιτοῦσεν ὁ Μωσαϊκὸς νόμος καὶ σχεδὸν ὅπως ὁρίζει ἡ Καινὴ Διαθήκη. Δία τοῦτο ὑπέμεινε καρτερικὰ ὅσα τοῦ ἔστειλεν ὁ Κύριος καὶ δὲν διεμαρτύρετο δι’ ὅσα τοῦ συνέβαιναν, ἀλλὰ εἶχεν ὡς μοναδικὴν φροντίδα νὰ ὑπακούῃ καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰς Ἐντολάς Του. Καὶ δὲν ἐσκέφθη νὰ ἐκδηλώση οὔτε τὴν παραμικρὰν ἀντίδρασιν ἀκόμη καὶ ὅταν, μετὰ ἀπὸ τόσα κατορθώματά του, ἔβλεπε νὰ κατέχῃ τὴν βασιλείαν, ἀντ’ αὐτοῦ, ὁ τύραννος, ὁ πατροκτόνος, ὁ ἀδελφοκτόνος, ὁ ἀναιδής, ὁ παράφρων, ἀλλὰ ἔλεγεν : «Ἂν εἶναι αὐτὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, νὰ καταδιώκωμαι, νὰ περιφέρωμαι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, νὰ ἐξορίζωμαι ἐγὼ καὶ ἐκεῖνος νὰ κάθεται εἰς τὸν θρόνον, τὸ ὑπομένω χωρὶς καμμίαν ἀντίρρησιν καὶ τὸν εὐγνωμονῶ διὰ τοὺς κατατρεγμούς του». Δὲν ἐφέρθη ὅπως πολλοὶ θρασεῖς καὶ ἀναιδεῖς, ποὺ δὲν ἐπρόσφεραν οὔτε μικρὸν τμῆμα τῶν ὑπηρεσιῶν ποὺ ἐπρόσφερεν ἐκεῖνος, οἱ ὁποῖοι καταστρέφουν τὰς ψυχάς των μὲ τὰς ἀπείρους βλασφημίας των, ἂν ἰδοῦν ὅτι κάποιοι ἄλλοι κατέχουν τιμητικᾶς θέσεις, ἐνῷ οἱ ἴδιοι ἀντιμετωπίζουν κάποια δυσαρέσκειαν. Ὁ Δαυὶδ δὲν ἐφέρθη ὅπως ἐκεῖνοι, ἀλλὰ ἀντιμετώπιζε μὲ καλωσύνην τὰ πάντα. Δία τοῦτο εἶπεν ὁ Θεός : «Εὗρον Δαυὶδ τὸν τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν καρδίαν μου».
Θὰ ἐρωτοῦσε κανείς· καὶ ποὶος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ καλλιεργήση τόσην ταπείνωσιν εἰς τὴν ψυχήν του; Ἄκουσε τί εἶπεν ὁ Δαυίδ, ποὺ ἡ ἀκτινοβολία του ὀφείλεται κυρίως εἰς αὐτό, καὶ πρόσεξε τὴν ταπείνωσιν τῆς ψυχῆς του. Ὅταν, ἔπειτα ἀπὸ ἄπειρα κατορθώματα, ἐπρόκειτο νὰ χάση καὶ τὴν πατρίδα καὶ τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὴν ἰδὶαν τὴν ζωήν του, εἶδεν, ἐνῷ εὐρίσκετο εἰς τὸ ἀποκορύφωμα τῶν συμφορῶν του, νὰ ἐκμεταλλεύεται τὴν δυστυχίαν του καὶ νὰ τὸν ὑβρίζῃ κάποιος ἀξιοκαταφρόνητος καὶ ἐλεεινὸς στρατιώτης, καὶ ὄχι μόνον δὲν τοῦ ἀνταπέδωσε τὰς ὕβρεις, ἀλλὰ ἠμπόδισε καὶ ἕνα στρατηγόν, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν σκοτώση, καὶ τοῦ εἶπεν : «Ἄφετε αὐτόν, ὅτι Κύριος ἐνετείλατο αὐτῶ». Ὅταν ἐπίσης τοῦ ἐπρότειναν οἱ ἱερεῖς νὰ περιφέρουν μαζὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης, δὲν ἐδέχθη, ἀλλὰ ἀπήντησεν : «Ἐπὶ τοῦ ναοῦ καθίσω, κὰν ἀπαλλάξη με τῶν ἐν χερσὶ δεινῶν ὁ Θεός, ὄψομαι τὴν εὐπρέπειαν αὐτῆς· ἂν δὲ εἴπῃ μοί, Οὐ τεθέληκα σέ, ἰδοὺ ἐγώ, ποιείτω μοὶ τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιον αὐτοῦ». Ἀλλὰ μήπως δὲν ἀποδεικνύῃ ἀπέραντην ὀρθοφροσύνην ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοῦ συνέβη ὄχι μίαν καὶ δυό, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς ἐπὶ Σαούλ; Εἶναι γνωστὸν ὅτι συμπεριφέρθη ἠθικώτερα ἀπὸ ὅσον ἀπαιτοῦσεν ὁ Μωσαϊκὸς νόμος καὶ σχεδὸν ὅπως ὁρίζει ἡ Καινὴ Διαθήκη. Δία τοῦτο ὑπέμεινε καρτερικὰ ὅσα τοῦ ἔστειλεν ὁ Κύριος καὶ δὲν διεμαρτύρετο δι’ ὅσα τοῦ συνέβαιναν, ἀλλὰ εἶχεν ὡς μοναδικὴν φροντίδα νὰ ὑπακούῃ καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰς Ἐντολάς Του. Καὶ δὲν ἐσκέφθη νὰ ἐκδηλώση οὔτε τὴν παραμικρὰν ἀντίδρασιν ἀκόμη καὶ ὅταν, μετὰ ἀπὸ τόσα κατορθώματά του, ἔβλεπε νὰ κατέχῃ τὴν βασιλείαν, ἀντ’ αὐτοῦ, ὁ τύραννος, ὁ πατροκτόνος, ὁ ἀδελφοκτόνος, ὁ ἀναιδής, ὁ παράφρων, ἀλλὰ ἔλεγεν : «Ἂν εἶναι αὐτὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, νὰ καταδιώκωμαι, νὰ περιφέρωμαι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, νὰ ἐξορίζωμαι ἐγὼ καὶ ἐκεῖνος νὰ κάθεται εἰς τὸν θρόνον, τὸ ὑπομένω χωρὶς καμμίαν ἀντίρρησιν καὶ τὸν εὐγνωμονῶ διὰ τοὺς κατατρεγμούς του». Δὲν ἐφέρθη ὅπως πολλοὶ θρασεῖς καὶ ἀναιδεῖς, ποὺ δὲν ἐπρόσφεραν οὔτε μικρὸν τμῆμα τῶν ὑπηρεσιῶν ποὺ ἐπρόσφερεν ἐκεῖνος, οἱ ὁποῖοι καταστρέφουν τὰς ψυχάς των μὲ τὰς ἀπείρους βλασφημίας των, ἂν ἰδοῦν ὅτι κάποιοι ἄλλοι κατέχουν τιμητικᾶς θέσεις, ἐνῷ οἱ ἴδιοι ἀντιμετωπίζουν κάποια δυσαρέσκειαν. Ὁ Δαυὶδ δὲν ἐφέρθη ὅπως ἐκεῖνοι, ἀλλὰ ἀντιμετώπιζε μὲ καλωσύνην τὰ πάντα. Δία τοῦτο εἶπεν ὁ Θεός : «Εὗρον Δαυὶδ τὸν τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν καρδίαν μου».
Ἃς
ἀποκτήσωμεν καὶ ἐμεῖς τέτοιαν ψυχὴν καὶ τότε θὰ ὑποφέρωμεν μὲ ἄνεσιν ὅ,τι καὶ ἂν
πάθωμεν καὶ θὰ ἀπολαύσωμεν εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, ἕνεκα τῆς διαγωγῆς μας αὐτῆς, τὴν ἀμοιβήν μας διὰ τὴν ταπεινοφροσύνην μας. Διότι λέγει ὁ Κύριος : «Μάθετε ἐπ’
ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὐρήσετε ἀνάπαυσιν ταὶς ψυχαὶς ὑμῶν».
Ἃς
καλλιεργήσωμεν λοιπὸν μέσα εἰς τὴν ψυχήν μας μὲ πολλὴν ἐπιμέλειαν τὴν μητέρα ὅλων
τῶν ἀγαθῶν, τὴν ταπεινοφροσύνην ἐννοῶ, διὰ νὰ ζήσωμεν εὐτυχεῖς καὶ ἐδῶ καὶ εἰς
τὸν ἄλλον κόσμον. Διότι ἔτσι θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ περάσωμεν χωρὶς τρικυμίαν τὸ
πέλαγος τῆς ζωῆς καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἥσυχον ἐκεῖνο λιμάνι μὲ τὴν χάριν καὶ τὴν
φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις εἶναι
αἰωνία.
Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου