Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία Ε΄.


«Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν, ὑπὸ τοῦ Κυρίου, διὰ τοῦ προφήτου, λέγοντος· Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ».

Ἀκούω πολλοὺς νὰ λέγουν ὅτι, ὅταν εἴμεθα παρόντες καὶ ἀπολαμβάνωμεν τὴν ὁμιλίαν, γινόμεθα ταπεινοί. Μόλις ἀναχωρήσωμεν, ὅμως, γινόμεθα πάλιν διαφορετικοὶ καὶ σβήνομεν τὴν φλόγα τῆς ἡθικῆς βελτιώσεως.

Τὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, λοιπόν, διὰ νὰ μὴ συμβαίνῃ αὐτό; Ἀς ἐρευνήσωμεν ποῦ ὀφείλεται. Ποῦ ὀφείλεται, λοιπόν, αὐτὴ ἡ μεγάλη μεταβολὴ τῶν διαθέσεών μας; Εἰς τὰς ἀκαταλλήλους ἐνασχολήσεις μας καὶ εἰς τὴν συναναστροφήν μας μὲ κακοήθεις ἀνθρώπους.

Δὲν ἔπρεπε, λοιπόν, ὅταν ἀναχωροῦμεν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, νὰ ἀσχολούμεθα μὲ ὑποθέσεις ἀσχέτους πρὸς τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ νὰ μεταβαίνωμεν ἀμέσως εἰς τὸ σπίτι μας καὶ νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὸ βιβλίον καὶ νὰ καλοῦμεν τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά μας νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν ἀναπόλησιν τῆς ὁμιλίας καὶ κατόπιν νὰ ἐνδιαφερώμεθα διὰ τὰς βιωτικὰς ὑποθέσεις μας. Διότι, ἀφοῦ δὲν ἀποφασίζῃς νὰ μεταβῇς ἀπὸ τὸ λουτρὸν εἰς τὴν ἀγοράν, διὰ νὰ μὴ ἐξουδετερώσῃ ἡ ἐπαφή σου μὲ τὰ πράγματα τῆς ἀγορᾶς τὴν ἀνακούφισίν σου ἀπὸ τὸ λουτρόν, ἔπρεπε νὰ ἀκολουθῇς πολὺ περισσότερον αὐτὴν τὴν τακτικήν, ὅταν ἀναχωρῇς ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν. Τώρα ὅμως κάμνομεν τὸ ἀντίθετον. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς χάνομεν τὰ πάντα. Διότι, πρὶν ἀκόμη ριζώσῃ καλὰ ἡ ὠφέλεια τῶν λόγων, παρασύρει ἀμέσως ἡ μεγάλη ὁρμὴ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιδράσεων.

Διὰ νὰ μὴν γίνεται λοιπόν αὐτό, μὴ θεωρῇς, ὅταν ἀναχωρῇς ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, τίποτε σπουδαιότερον ἀπὸ τὴν ἀνακεφαλαίωσιν καὶ ἐπεξεργασίαν τῆς ὁμιλίας. Διότι θὰ ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἀγνωμοσύνη, ἐνῶ διαθέτωμεν πέντε ἤ ἕξι ἡμέρας διὰ τὰς βιωτικάς μας ἀνάγκας, νὰ μὴ διαθέτωμεν οὔτε μίαν, μᾶλλον δὲ οὔτε μικρὸν μέρος τῆς ἡμέρας, διὰ τὰς πνευματικάς.

Δὲν βλέπετε τὰ παιδιά μας ὅτι μελετοῦν ὅλην τὴν ἡμέραν τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα διδάσκονται; Αὐτὸ ἄς κάμωμεν καὶ ἐμεῖς. Διότι δὲν θὰ κερδίσωμεν τίποτε ἀπὸ τὴν συγκέντρωσίν μας αὐτήν, ἄν χύνωμεν καθημερινῶς νερὸ εἰς τρυπημένον πίθον καὶ δὲν φροντίζωμεν διὰ τὴν φύλαξιν τῶν λόγων, οὔτε ὅσον φροντίζωμεν διὰ τὴν φύλαξιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου. Ὅταν π.χ. ἀποκτήσῃ κανεὶς ὀλίγα χρήματα, καὶ εἰς τὸ βαλάντιόν του τὰ τοποθετεῖ καὶ τὰ σφραγίζει ἐπὶ πλέον.

Ἐμεῖς, ἀντιθέτως, ποὺ ἀκούομεν λόγια πολυτιμότερα ἀπὸ τὸν χρυσὸν καὶ ἀπὸ τοὺς πολυτίμους λίθους καὶ μᾶς προσφέρονται πνευματικοὶ θησαυροί, δὲν τοὺς τοποθετοῦμεν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τῆς ψυχῆς μας, ἀλλὰ τοὺς ἀφήνομεν ἀπερισκέπτως καὶ ἐπιπολαίως νὰ χύνωνται ἔξω ἀπὸ τὴν ψυχήν μας.

Ποιὸς θὰ μᾶς λυπηθῇ, λοιπόν, ἀφοῦ εἴμεθα ἐχθροὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τὸν ὁδηγοῦμεν εἰς τόσον μεγάλην στέρησιν; Διὰ νὰ μὴν γίνεται αὐτό, ἄς θεσπίσωμεν διὰ τοὺς ἑαυτούς μας, τὰς γυναίκας μας καὶ τὰ παιδιά μας νόμον ἀπαράβατον, νὰ διαθέτωμεν μίαν ὁλόκληρον ἡμέραν κάθε ἑβδομάδα διὰ τὴν παρακολούθησιν ὁμιλιῶν καὶ τὴν ἐμβάθυνσιν εἰς αὐτάς. Διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅταν δηλ. ἔχετε εἰς τὴν μνήμην σας τὰς προηγουμένας ὁμιλίας καὶ μὲ αὐτὰς ὡς ἐφόδιον ἀκούετε τὰς ἑπομένας, θὰ εἶναι οἱ λόγοι περισσότερον εὐκολονόητοι καὶ ὁ κόπος μου ὀλιγώτερος καὶ τὸ κέρδος σας μεγαλύτερον. Διότι εἰς τὴν κατανόησιν τῶν λεγομένων ὄχι ὀλίγον συντελεῖ καὶ ἡ ἀκριβὴς γνώσις τῆς ἀλληλουχίας τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας σᾶς ἀναπτύσσω. Ἐπειδή, λοιπόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθοῦν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας τὰ πάντα, τοποθετήσετε μὲ ὡρισμένην τάξιν εἰς τὴν μνήμην σας ὅσα θὰ διδαχθῆτε κατὰ τὴν διάρκειαν πολλῶν ἡμερῶν καὶ τακτοποιήσετέ τα ἔτσι μέσα εἰς τὴν ψυχήν σας, ὥστε νὰ φαίνεται ἡ Ἁγία Γραφή ἕνα ἑνιαῖον σύνολον. Ἀφοῦ ἐνθυμηθῆτε, λοιπόν, ὅσα εἴπαμεν τώρα τελευταῖα, ἄς προχωρήσωμεν καὶ σήμερα εἰς τὴν συνέχειαν.

Ποιὰ θὰ εἶναι ἡ συνέχεια σήμερα; «Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου, διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος». Ὅταν λέγῃ : «τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν», ὁμιλεῖ, ὅσον τοῦ εἶναι δυνατόν, ὅπως ἀξίζει εἰς τὸ θαῦμα. Ἐπειδὴ δηλαδὴ εἶδεν ὅλον τὸ πλάτος, καὶ τὸ βάθος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ἔγινε πραγματικότης ὅ,τι δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ φαντασθοῦμεν καὶ ὅτι κατελύθησαν οἱ φυσικοὶ νόμοι καὶ ἐπῆλθε συμφιλίωσις καὶ κατέβη ὁ ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους πρὸς τὸν κατώτερον ἀπὸ ὅλους καὶ ἐξηφανίσθη τὸ χάσμα καὶ ἐξουδετερώθησαν τὰ ἐμπόδια καὶ συνέβησαν καὶ ἄλλα πολὺ περισσότερα, μᾶς παρουσίασε μὲ μίαν μικρὰν φράσιν τὸ θαῦμα. Εἶπε : «τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου». Δὲν πρέπει, λέγει, νὰ νομίσῃς ὅτι τοῦτο ἀπεφασίσθη τώρα. Ἐσχεδιάσθη ἀπὸ πολὺ παλαιά. Αὐτὸ ἐφρόντισε νὰ τὸ δείξῃ παντοῦ ὁ Παῦλος. Παραπέμπει δὲ ὁ ἄγγελος τὸν Ἰωσὴφ εἰς τὸν Ἠσαΐαν, ὥστε καὶ ἄν δυσπιστήσῃ ὅταν σηκωθῇ ἀπὸ τὸν ὕπνον, πρὸς τὰ λόγια του, ἐπειδὴ ἐλέχθησαν τώρα, νὰ ἐνθυμηθῇ τὰ λόγια τοῦ προφήτου, τὰ ὁποῖα ἤκουεν εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν καὶ νὰ τὰ κατανοήσῃ. Εἰς τὴν Παρθένον δὲν εἶπε τίποτε ἀπὸ αὐτὰ διότι ἦτο νεαρὰ καὶ δὲν εἶχε τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν. Ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἄνδρα μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπειδὴ ἦτο εὐσεβὴς καὶ ἐμελετοῦσε τοὺς προφήτας.

Πρὸ ὁλίγου εἶπε : «Μαριὰμ τὴν γυναῖκα σου». Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἀφοῦ ἀνέφερε τὸν προφήτην τοῦ ἐμπιστεύεται τὴν λέξιν «παρθένος». Διότι ἄν δὲν ἤκουε πρῶτα τὰ λόγια τοῦ Ἠσαΐα δὲν θὰ παρέμενεν ἀτάραχος εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς λέξεως «παρθένος». Ἐνῷ τώρα θὰ ἤκουεν ὄχι κάτι τὸ παράξενον, ἀλλὰ κάτι μὲ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐξοικειωθῆ καὶ τὸ εἶχε μελετήσει πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ βιβλίον τοῦ προφήτου. Διὰ τοῦτο ἀναφέρει τὸν Ἠσαΐαν ὁ ἄγγελος, διὰ νὰ γίνῃ εὐπρόσδεκτος ὁ λόγος. Καὶ δὲν ἀρκεῖται εἰς αὐτό, ἀλλὰ ἀναφέρει ὡς πηγὴν τῆς προφητείας τὸν Θεόν. Διότι δὲν λέγει ὅτι τὰ λόγια εἶναι τοῦ Ἠσαΐα, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ παντός.

Διὰ τοῦτο δὲν εἶπε «διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Ἠσαΐου», ἀλλὰ «τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου». Διότι μόνον τὸ στόμα ἦτο τοῦ Ἠσαΐου. Πηγὴ τῆς προφητείας ἦτο ὁ οὐρανός.

Τὶ λέγει, λοιπόν, αὐτὴ ἡ προφητεία; «Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ».

Ἐρωτᾶται ὅμως : Διατί, λοιπόν, δὲν ὠνομάσθη Ἐμμανουήλ, ἀλλὰ Ιησοῦς Χριστός;
Διότι δὲν εἶπε «θὰ ὀνομάσης», ἀλλὰ «θὰ ὀνομάσουν», οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι, δηλαδὴ καὶ ἡ ἁπλὴ πραγματικότης. Ἐδῶ, δηλαδή, δίδει ὡς ὄνομα, τὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ἔχει αὐτὴν τὴν συνήθειαν, νὰ δίδῃ ὡς ὄνομα ἐκεῖνα ποὺ θὰ συμβοῦν εἰς τὴν πραγματικότητα. Τὸ «καλέσουσιν Ἐμμανουήλ» δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι θὰ ἰδοῦν τὸν Θεόν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Πάντοτε, βεβαίως, εὑρίσκετο μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, οὐδέποτε ὅμως τόσον φανερά

Ἄν αὐθαδειάζουν οἱ Ἰουδαῖοι, θὰ τοὺς ἐρωτήσωμεν : Πότε ὠνομάσθη τὸ παιδὶ «ταχέως σκύλευσον, ὀξέως προνόμευσον»; Καὶ ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ δώσουν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ τότε διατὶ ὁ προφήτης ἔλεγε «κάλεσον τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ταχέως σκύλευσον»; Διότι ἡ γέννησίς του ἐπροκάλεσεν ἀρπαγὴν καὶ διανομὴν λαφύρων. Διὰ τοῦτο τοῦ δίδει ὡς ὄνομα ἐκεῖνο, ποὺ συνέβη εἰς τὴν πραγματικότητα. «Καὶ ἡ πόλις δέ», λέγει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ προφήτου, «κληθήσεται πόλις δικαιοσύνης, μητρόπολις πιστὴ Σιών». Δὲν εὑρίσκομεν ὅμως πουθενὰ ὅτι ἡ πόλις ὠνομάσθη δικαιοσύνη, ἀλλὰ ἐξηκολούθησε νὰ λέγεται Ἰεροσόλυμα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦτο αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, διότι ἐβελτιώθη πράγματι ἠθικῶς ἡ πόλις αὐτή, διὰ τοῦτο εἶπεν ὅτι θὰ τῆς δοθῇ αὐτὸ τὸ ὄνομα.

Διότι, ὅταν συμβῇ πράγματι κάτι, τὸ ὁποῖον κάμνει σαφέστερα γνωστὸν ἐκεῖνον ποὺ τὸ ἔκαμεν ἤ ποὺ τὸ ἀπήλαυσεν, ἀπὸ ὅσον τὸν κάμνει τὸ σύνηθες ὄνομά του, τότε λέγει ὅτι αὐτὸς ἔχει ὡς ὄνομα ἐκεῖνο ποὺ συμβαίνει εἰς τὴν πραγματικότητα. Καὶ ἄν μετὰ τὴν ἀποστόμωσίν των εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἀναζητοῦν ἄλλο, αὐτὸ π.χ. ποὺ λέγεται περὶ τῆς παρθενίας, καὶ παρουσιάζουν πρὸς ὑποστήρηξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ των ἄλλους ἑρμηνευτάς, καὶ μᾶς λέγουν ὅτι αὐτοὶ δὲν ὁμιλοῦν διὰ παρθένον, ἀλλὰ διὰ νεαρὰν κόρην, θὰ ἀπαντήσωμεν πρῶτον ὅτι εἶναι ὀρθόν νὰ εἶναι περισσότερο ἀξιόπιστοι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους οἱ Ἑβδομήκοντα. Διότι οἱ ἰδικοί των ἑρμηνευταὶ ἡρμήνευσαν μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπὶ πλέον παρέμειναν πιστοὶ εἰς τὴν Ἰουδαϊκὴν θρησκείαν. Δικαίως, λοιπόν, πρέπει νὰ θεωροῦνται ἀναξιόπιστοι, ἐπειδὴ ὡμίλησαν μᾶλλον μὲ μῖσος καὶ ἐπειδὴ παραποιοῦν σκοπίμως τὰς προφητείας. Οἱ Ἑβδομήκοντα ἀντιθέτως ἐσυγκεντρώθησαν ἑκατὸν ἤ καὶ περισσότερα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ τόσοι πολλοὶ ἄνθρωποι, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ κάθε ὑποψίαν καὶ εἶναι δίκαιον νὰ τοὺς ἐμπιστευώμεθα περισσότερον καὶ ἕνεκα τοῦ χρόνου τῆς συγκεντρώσεως καὶ ἕνεκα τοῦ πλήθους καὶ τῆς ὁμοφωνίας τῶν συγκεντρωθέντων.

Ἀλλὰ ἡ νίκη εἶναι ὁπωσδήποτε ἰδική μας, ἔστω καὶ ἄν ἐπιμένουν νὰ παρουσιάζουν τὴν μαρτυρίαν τῶν ἰδικῶν των. Διότι καὶ ἡ λέξις νεᾶνις χρησιμοποιεῖται μὲ τὴν ἔννοια τῆς παρθένου. Ἡ Ἁγία Γραφὴ χρησιμοποιεῖ συχνὰ ὄχι μόνον διὰ τὰς γυναῖκας, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἄνδρας. Λέγει π.χ. «Νεανίσκοι καὶ παρθένοι, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων». Καὶ ὅταν ὁμιλῇ εἰς ἄλλο σημεῖον διὰ μίαν κοπέλλαν, ποὺ ἐζήτησε κάποιος νὰ τὴν βιάσῃ καὶ λέγει : «Ἐάν φωνήσῃ ἡ νεᾶνις», δηλ. ἡ παρθένος. 

Καὶ αἱ προφητεῖαι ἐπικυρώνουν τὴν λογικὴν αὐτὴν σκέψιν. Δὲν εἶπε δηλ. ὁ προφήτης ἁπλῶς : «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει», ἀλλὰ εἶπε πρῶτα : «Ἰδοὺ δώσει Κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον» καὶ συνεπλήρωσεν κατόπιν «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει». Ἄν, λοιπόν, δὲν ἦτο παρθένος ἐκείνη ποὺ ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ ἔγκυος, ἀλλὰ θὰ συνέβαινεν αὐτὸ μὲ τὴν μεσολάβησιν ἀνδρός, ποῖον θὰ ἦτο τότε τὸ «σημεῖον»;

«Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου». Βλέπεις τὴν ὑπακοήν του καὶ τὸν πειθαρχικὸν χαρακτῆρα του; Βλέπεις τὴν ἐκλεκτὴν καὶ πάντοτε ὀρθῶς σκεπτομένην ψυχήν του; Οὔτε ὅταν εἶχεν ὑποψίας διὰ κάτι τὸ δυσάρεστον καὶ τὸ ἀνήθικον ἐδέχθη νὰ κρατήσῃ τὴν Παρθένον, οὔτε ὑπέμεινε νὰ τὴν ἀποπέμψῃ, ὅταν ἔπαυσε νὰ τὸν βασανίζῃ ἡ ὑποψία αὐτή, ἀλλὰ τὴν ἐκράτησε καὶ ἔγινεν ὑπηρέτης τοῦ σχεδίου αὐτοῦ. «Καὶ παρέλαβε Μαρίαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ». Βλέπεις ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής, ἐπειδὴ δὲν θέλει νὰ ἀποκαλύψῃ ἀκόμη ἐκεῖνο τὸ μυστήριον καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλει νὰ ἐξαφανίσῃ τὴν καχυποψίαν ἐκείνην, χρησιμοποιεῖ συνεχῶς αὐτὴν τὴν λέξιν;

«Παραλαβὼν δὲ αὐτήν, οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν, ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱόν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον». Ἐχρησιμοποιήσεν ἐδῶ τὴν λέξιν «ἕως» ὄχι διὰ νὰ νομίσῃς ὅτι εἶχε συζυγικὰς σχέσεις μαζί της ἀργότερα, ἀλλὰ διὰ νὰ σὲ βεβαιώσῃ ὅτι ἡ Παρθένος ἐξάπαντος δὲν ἦλθεν εἰς ἐπαφὴν μαζί του πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησιν. Τίθεται ὅμως τὸ ἐρώτημα : διατὶ ἐχρησιμοποιήσε τὴν λέξιν «ἕως»; Διότι ἡ Ἁγία Γραφὴ τὴν χρησιμοποιεῖ συχνά, χωρὶς ὅμως νὰ τῆς δίδῃ τὴν ἔννοιαν ὡρισμένου χρονικοῦ ὁρίου. Διὰ τοῦτο λέγει καὶ εἰς τὴν διήγησιν περὶ τῆς κιβωτοῦ : «Οὐχ ὑπέστρεψεν ὁ κόραξ, ἕως οὗ ἐξηράνθη ἡ γῆ». Ὁ κόρακας ὅμως εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ἐπέστρεψεν οὔτε ἀργότερα. Καὶ περὶ τοῦ Θεοῦ λέγει : «Ἀπὸ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος σὺ εἷ». Ἀσφαλῶς δὲν θέτει χρονικὰ ὅρια εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Καὶ ὅταν πάλι προφητεύῃ καὶ λέγῃ : «Ἀνατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρήνης, ἕως οὗ ἀνταναιρεθῇ ἡ σελήνη», δὲν περιορίζει χρονικῶς τὴν ὕπαρξιν τοῦ ὡραίου τούτου οὐρανίου σώματος. Ἔτσι, λοιπόν, ἐχρησιμοποίησε καὶ ἐδῶ τὸ «ἕως», διὰ νὰ βεβαιώσῃ διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα μέχρι τῆς γεννήσεως, καὶ σὲ ἄφηνε νὰ συμπεράνῃς διὰ τὸ κατόπιν. Ὁ Εὐαγγελιστὴς εἶπεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μάθῃς ἀπαραιτήτως ἀπὸ αὐτόν, ὅτι δηλαδὴ ἡ Παρθένος δὲν εἶχε συζυγικὰς σχέσεις μέχρι τοῦ χρόνου τῆς γεννήσεως. Ἄφησε δὲ νὰ συμπεράνῃς ἐσὺ ἐκεῖνο, ποὺ ἦτο τὸ λογικὸ συμπέρασμα τῶν λόγων του καὶ ἀπολύτως εὐνόητον, ὅτι δηλαδὴ ὁ Ἰωσήφ, ποὺ ἦτο εὐσεβής, δὲν θὰ ἀπεφάσιζε νὰ συνάψῃ συζυγικὰς σχέσεις μὲ τὴν γυναῖκα ποὺ ἔγινε μητέρα κατὰ θαυμάσιον τρόπον καὶ ποὺ ἐκρίθη ἀξία διὰ πρωτοφανῆ τοκετὸν καὶ θαυμαστὴν ἐγκυμοσύνην. Ἐὰν εἶχε συζυγικὰς σχέσεις μὲ αὐτὴν καὶ ἄν τὴν θεωροῦσε νόμιμην σύζυγόν του, τίθεται τὸ ἐρώτημα : Πῶς τὴν παρέδωσε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν μαθητήν του, ὡς νὰ ἐστερεῖτο προστάτου καὶ νὰ μὴ εἶχε κανένα ἰδικόν της, καὶ πῶς τοῦ ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ τὴν πάρῃ εἰς τὸ κατάλυμά του;

Διατὶ ὅμως, λέγει, ὀνομάζονται ἀδελφοί του οἱ περὶ τὸν Ἰάκωβον; Ἀπαντῶ : Ὅπως ἀκριβῶς ἐθεωρεῖτο καὶ ὁ Ἰωσὴφ σύζυγος τῆς Μαρίας. Διότι ἐπὶ πλέον ἐχρησιμοποιήθησαν πολλοὶ τρόποι, διὰ νὰ καλυφθῇ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον τὸ μυστήριον τῆς γεννήσεως. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἰωάννης τοὺς εἶπεν ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου μὲ τὰ ἐξῆς λόγια : «Οὐδὲ γὰρ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἐπίστευον εἰς αὐτόν». Ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐπίστευαν προηγουμένως εἰς αὐτόν, ἔγιναν ἀργότερα ἀξιοθαύμαστοι καὶ λαμπροὶ διὰ τὴν πίστιν των. Διότι, ὅταν ἐπῆγεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Παῦλος καὶ ἡ συνοδεία του διὰ νὰ τακτοποιήσουν ζητήματα τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας, ἐπῆγαν ἀμέσως εἰς τὸ σπίτι του. Καὶ ἦτο τόσον ἐκλεκτός, ὥστε πρῶτος αὐτὸς ἔγινεν ἐπίσκοπος ἐκεῖ. Λέγουν μάλιστα ὅτι ἐσκληραγωγοῦσε τὸν ἑαυτόν του τόσον πολύ, ὥστε ἐνεκρώθησαν ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός του καὶ ὅτι τὸ μέτωπόν του ἔγινε τόσον σκληρὸν ἀπὸ τὴν συνεχῆ προσευχὴν καὶ τὴν ἀδιάκοπον ἐπαφήν του μὲ τὸ ἔδαφος, ὥστε ἔγινε δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐξ ἴσου σκληρὸν μὲ τὰ γόνατα καμήλου. Αὐτὸς ἐσυμβούλευσεν ἀκόμη καὶ τὸν Παῦλον, ὅταν ἀργότερα ἦλθε διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὰ Ἰεροσόλυμα, καὶ τοῦ εἶπε : «θεωρεῖς, ἀδελφέ, πόσαι μυριάδες εἰσὶ τῶν συνεληλυθότων». Τόση ἦτο ἡ σύνεσις καὶ ὁ ζῆλος του. Ἤ μᾶλλον, τόση ἦτο ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Ἀπόδειξιν ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο. Τόσος ἦτο μετὰ τὸν θάνατόν του καὶ ὁ θαυμασμὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὸν κατεδίωξαν, ὥστε νὰ θυσιάσουν ὑπὲρ αὐτοῦ μὲ πολλὴν προθυμίαν καὶ τὴν ζωήν των ἀκόμη. Πρᾶγμα ποὺ μαρτυρεῖ ἀναμφισβήτως τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως. Διὰ τοῦτο διετηρήθησαν μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὰ σημαντικώτερα, ὥστε νὰ ἀποτελέσουν ἀναμφίσβητον ἀπόδειξιν. Ἐνῷ δηλαδὴ λησμονοῦμεν, ὅταν ἀποθάνουν, ἀκόμη κι ἐκείνους ποὺ ἐθαυμάζαμεν ὅταν ἐζοῦσαν, πῶς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἄν ἦτο κάποιος συνηθισμένος ὁ Χριστός, θὰ τὸν ἐθεωροῦσαν μετὰ τὸν θάνατόν του ὅτι εἶναι Θεός; Πῶς θὰ ἐδέχοντο ἀκόμη καὶ νὰ θανατωθοῦν μὲ μαρτύρια δι’ αὐτόν, ἐὰν δὲν εἶχαν σαφῖς ἀποδείξεις διὰ τὴν ἀνάστασίν του;

Δὲν τὰ λέγομεν αὐτὰ διὰ νὰ τὰ ἀκούετε μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ μιμηθεῖτε ὅλην τὴν γενναιότητα, τὸ θάρρος καὶ τὴν εὐσέβειαν ἐκείνων. Διὰ νὰ μὴ ἀπελπίζεται κανείς, ἔστω καὶ ἄν ἔδειξεν ἀδιαφορίαν κατὰ τὸ παρελθόν. Διὰ νὰ μὴ στηρίζῃ κανεὶς τὰς ἐλπίδας του εἰς κανένα ἄλλον, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐσπλαχνίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσωπικήν του ἀρετήν. Διότι, ἄν αὐτοί, ποὺ ἦσαν ἀπὸ τὴν ἰδίαν οἰκογένειαν καὶ τὸ ἴδιον γένος μὲ τὸν Χριστόν, δὲν ὠφελήθησαν καθόλου ἀπὸ τὴν συγγένειαν αὐτὴν ἕως ὅτου ἔδειξαν ὅτι εἶναι ἐνάρετοι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἐμεῖς, ἄν δὲν εἴμεθα πολὺ ἐνάρετοι καὶ εὐσεβεῖς νὰ κριθοῦμεν ἐπιεικῶς μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἔχομεν εὐσεβεῖς συγγενεῖς καὶ ἀδελφούς; Ὁ προφήτης ἤθελε νὰ δείξῃ αὐτὸ ἀκριβῶς ὅταν ἔλεγε : «Ἀδελφὸς οὐ λυτροῦται, λυτρώσεται ἄνθρωπος»;Ὄχι ἀσφαλῶς, ἔστω καὶ ἄν εἶναι ὁ Μωϋσῆς ἤ ὁ Σαμουὴλ ἤ ὁ Ἰερεμίας. Ἄκουσε τὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἰερεμίαν ὁ Θεός : «Μὴ προσεύχου ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τούτου, ὅτι οὐκ εἰσακούσομαί σου». Διατὶ ἐκπλήσσεσαι ἐπειδὴ δὲν θὰ σοῦ ἀκούσω; Ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μωϋσὴς ἄν ἧτο, λέγει, καὶ ὁ Σαμουήλ, δὲν θὰ ἰκανοποιοῦσα τὴν παράκλησίν των δι’ αὐτούς. Καὶ ὁ Ἰεζεκιὴλ ἄν παρακαλέσῃ, θὰ τοῦ ἀπαντήσω ὅτι «Ἐὰν στῇ Νῶε καὶ Ἰὼβ καὶ Δανιήλ, υἱοὺς αὐτῶν καὶ θυγατέρας οὐ μὴ ἐξέλωνται». Ἀκόμη καὶ ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ ἄν παρακαλέσῃ νὰ συγχωρηθοῦν κάποιοι ποὺ εἶναι πολὺ καὶ ἀθεραπεύτως ἁμαρτωλοὶ καὶ δὲν μετανοοῦν, θὰ φύγῃ ὁ Θεὸς καὶ θὰ τὸν ἀφήσῃ, διὰ νὰ μὴ δεχθῇ τὴν παράκλησίν του δι’ αὐτούς. Ἄν εἶναι πάλι ὁ Σαμουήλ, θὰ τοῦ ἀπαντήσῃ : «Μὴ πένθει περὶ τοῦ Σαούλ». Καὶ ἄν παρακαλῇ κανεὶς ὑπὲρ τῆς ἀδελφῆς του χωρὶς νὰ πρέπει, θὰ ἀκούσῃ ἐπίσης ὅ,τι καὶ ὁ Μωϋσῆς : «Εἰ ἐμπτύων ἐνέπτυσεν ὁ πατὴρ εἰς τὸ πρόσωπον αὐτῆς». Ἄς μὴ στηριζόμεθα, λοιπόν, ἀνοήτως εἰς ἄλλους. Διότι ἔχουν ἀσφαλῶς πολὺ μεγάλην δύναμιν αἱ προσευχαὶ τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ὅταν μετανοῶμεν καὶ ἐμεῖς καὶ βελτιωνώμεθα. Ἀπόδειξιν ἀποτελεῖ ὁ Μωϋσής, ὁ ὁποῖος ἔσωσε τότε ἀπὸ τὴν θεόπεμπτον ὀργὴν τὸν ἀδελφόν του καὶ ἑξῆντα μυριάδας ἄλλους, ἀλλὰ δὲν κατόρθωσε νὰ σώσῃ καὶ τὴν ἀδελφήν του, ἄν καὶ τὸ ἁμάρτημά της δὲν ἦτο ἐξ ἴσου βαρύ. Διότι ἐκείνη ἐπρόσβαλε τὸν Μωϋσῆ, ἐνῷ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐτόλμησαν νὰ ἀσεβήσουν πρὸς τὸν Θεόν.

Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἀφήνω εἰς τὴν κρίσιν σας καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ διασαφήσω ἕνα ἄλλο, λεπτότερον ἀπὸ αὐτό.

Ποία ἡ ἀνάγκη νὰ ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀδελφῆς; Ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Μωϋσῆς, ποὺ ἔγινεν ἀρχηγὸς τόσου λαοῦ, δὲν κατόρθωσε νὰ προστατεύσῃ τὸν ἑαυτόν του,  ἀλλά, μετὰ ἀπὸ μύριους κόπους καὶ ταλαιπωρίας καὶ ἀγῶνας σαράντα ἐτῶν, ἠμποδίσθη νὰ πατήσῃ ἐπὶ τῆς χώρας, διὰ τὴν ὁποίαν τοῦ εἶχαν δοθῇ πάρα πολλαὶ διαβεβαιώσεις καὶ ὑποσχέσεις. Ποία ἦτο λοιπὸν ἡ αἰτία; Δὲν θὰ ἦτο ὠφέλιμον νὰ φθάσῃ ὁ Μωϋσῆς εἰς τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, ἀλλὰ θὰ ἦτο πολὺ ἐπιζήμιον καὶ θὰ ὡδηγοῦσεν εἰς τὴν καταστροφὴν πολλοὺς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Ἀφοῦ δηλαδὴ ἐλησμόνησαν τὸν Θεὸν καὶ ἐστηρίχθησαν ἀπολύτως εἰς τὸν Μωϋσῆ καὶ ἐνόμιζαν ὅτι αὐτὸς ἀποτελεῖ τὸ πᾶν δι’ αὐτούς, ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπειδὴ ἔφυγαν μακριὰ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, πόση θὰ ἐγίνετο ἡ ἀσέβειά των πρὸς τὸν Θεόν, ἄν ἔβλεπαν τὸν Μωϋσῆ νὰ τοὺς ἐγκαθιστᾷ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας; Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς δὲν εὑρέθη πουθενὰ ὁ τάφος του. Καὶ ὁ Σαμουὴλ ἐπίσης δὲν κατώρθωσε νὰ σώσῃ τὸν Σαοὺλ ἀπὸ τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, ἔσωσεν ὅμως πολλὲς φορὲς τοὺς Ἰσραηλίτας. Καὶ ὁ Ἰερεμίας δὲν ἠμπόρεσε νὰ σώσῃ τοὺς Ἰουδαίους, ἐπροφύλαξεν ὅμως μὲ τὴν προφητείαν του κάποιον ἄλλον. Καὶ ὁ Δανιὴλ ἠμπόρεσε νὰ σώσῃ ἀπὸ τὴν σφαγὴν τοὺς βαρβάρους, δὲν ἠμπόρεσεν ὅμως νὰ σώσῃ καὶ τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν. Καὶ εἰς τὰ Εὐαγγέλια συναντοῦμεν περιπτώσεις ποὺ συμβαίνουν καὶ τὰ δύο αὐτά ὄχι εἰς διάφορα πρόσωπα, ἀλλὰ εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Συναντοῦμεν τὸ ἴδιον πρόσωπον ἄλλοτε μὲν νὰ σώζῃ τὸν ἑαυτόν του, ἄλλοτε δὲ νὰ καταστρέφῃ. Ὁ χρεώστης π.χ. τῶν χιλίων ταλάντων κατώρθωσε νὰ σώσῃ τὸν ἑαυτόν του μὲ τὰς παρακλήσεις του, ἀλλὰ εἰς τὸ τέλος κατεστράφη. Κάποιος ἄλλος ἀντιθέτως κατέστρεψεν εἰς τὴν ἀρχὴν τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ ἀργότερα κατώρθωσε νὰ τοῦ προσφέρῃ πολὺ μεγάλην βοήθειαν. Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτός; Ἐκεῖνος ποὺ ἔφαγε τὴν πατρικήν του περιουσίαν.

Ὥστε, ἄν εἴμεθα ἀμελεῖς καὶ ἀδιάφοροι, δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ μᾶς σώσουν οἱ ἄλλοι. Ἀντιθέτως, ἄν εἴμεθα εὐσεβεῖς, θὰ σωθῶμεν μὲ τὰς ἰδικάς μας δυνάμεις καὶ μάλιστα ἀσφαλέστερα παρὰ μὲ τὶς δυνάμεις τῶν ἄλλων. Διότι ὁ Θεὸς προτιμᾷ νὰ μᾶς προσφέρῃ τὴν βοήθειάν Του ἀμέσως καὶ ὄχι διὰ μέσου ἄλλων, διὰ νὰ ἐλευθερωθῶμεν ἀπὸ τὴν κακίαν καὶ νὰ γίνωμεν καλύτεροι μὲ τὴν προσπάθειάν μας νὰ παύσωμεν τὴν ὀργήν του. Ἔτσι ἐβοήθησε τὴν Χαναναίαν· ἔτσι ἔσωσε τὴν πόρνην, ἔτσι τὸν ληστήν, χωρὶς νὰ μεσολαβήσῃ καὶ χωρὶς νὰ τοὺς ὑπερασπίσῃ κανείς.

Αὐτὰ τὰ λέγω ὄχι διὰ νὰ μὴ παρακαλοῦμεν τοὺς ἁγίους, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ εἴμεθα ἀδιάφοροι, νὰ μὴ μένωμεν ἀδρανεῖς καὶ ἥσυχοι καὶ νὰ μὴ στηρίζωμεν τὰς ἐλπίδας μας μόνον εἰς τοὺς ἄλλους. Διότι, ὅταν εἶπε : «Ποιήσατε ὑμῖν φίλους» δὲν ἠρκέσθη εἰς αὐτὸ μόνον, ἀλλὰ ἐπρόσθεσε : «ἐκ τοῦ ἀδίκου μαμωνᾶ», διὰ νὰ εἶναι τὸ κατόρθωμα ἰδικόν σου. Καὶ δὲν ἐννοεῖ τίποτε ἄλλο ἐδῶ, παρὰ μόνον τὴν ἐλεημοσύνην. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι δὲν μᾶς ὁμιλεῖ μὲ πληρότητα διὰ τὴν περίπτωσιν ποὺ δὲν θὰ διαπράξωμεν ἀδικίας. Διότι λέγει περίπου τὰ ἐξῆς : Ἀπέκτησες ἄδικα κέρδη: Ἐξόδευσέ τα καλά. Ἐσυγκέντρωσες ἀδίξως χρήματα; Σκόρπισέ τα δικαίως. Τὶ ἀρετὴ ὅμως εἶναι αὐτή, νὰ δίδῃς ἀπὸ τὰ ἄδικα κέρδη σου; Ὁ Θεός, ποὺ εἶναι φιλάνθρωπος, φθάνει ἀκόμη καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἐπιεικείας. Καὶ μᾶς ὑπόσχεται πολλὰ ἀγαθά, ἄν ἐνεργήσωμεν ἔτσι. Ἀλλὰ ἐμεῖς ἔχομεν τόσην πώρωσιν, ὥστε νὰ μὴν ἐλεοῦμεν οὔτε ἀπὸ τὰ ἄδικα κέρδη μας, ἀλλά, ἐνῷ ἁρπάζωμεν ἄπειρα, νομίζομεν ὅτι ἐξωφλήσαμεν τὰ πάντα, ἄν δώσωμεν ἕνα πολὺ μικρὸν μέρος των. Δὲν ἤκουσες τὸν Παῦλον, ποὺ λέγει : «Ὁ σπείρων φειδομένως, φειδομένως καὶ θερίσει»; Διατί, λοιπόν, λυπᾶσαι νὰ δώσῃς; Μήπως εἶναι ἔξοδον; Μήπως εἶναι δαπάνη; Εἰσόδημα εἶναι καὶ ἐπικερδὴς ἐνέργεια. Καὶ ὅπου ἔχομεν σποράν, ἐκεῖ ἔχομεν καὶ συγκομιδήν. Ἐσύ, ἄν ἐπρόκειτο νὰ σπείρῃς γόνιμον καὶ παχὺ χωράφι, ποὺ ἠπορεῖ νὰ φιλοξενήσῃ πολὺν σπόρον, θὰ διέθετες ὅσα εἶχες καὶ θὰ ἐδανειζόσουν ἀπὸ ἄλλους διότι θὰ ἐθεωροῦσες στὴν περίπτωσιν αὐτὴν ζημίαν τὴν οἰκονομίαν. Ὅταν πρόκειται ὅμως νὰ σπείρῃς τὸν οὐρανόν, ποὺ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ ἀνωμάλους καιρικὰς συνθήκας καὶ ποὺ εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ σοῦ ἐπιστρέψῃ ἀσυγκρίτως περισσότερα ἀπὸ ὅσα θὰ δαπανήσῃς, διστάζεις καὶ ὀπισθοχωρεῖς καὶ δὲν ἐννοεῖς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζημιωθῇς μὲ τὴν οἰκονομίαν καὶ νὰ κερδίσῃς μὲ τὴν σπατάλην. Σκόρπισε, λοιπόν, διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇς. Μὴ κάμῃς οἰκονομίαν, διὰ νὰ κάμῃς οἰκονομίαν. Δῶσε, διὰ νὰ κρατήσῃς. Ἐξόδευσε, διὰ νὰ κερδίσῃς. Καὶ ἄν χρειασθῇ νὰ τὰ φυλάξῃς, μὴ τὰ φυλάξῃς ἐσύ. Διότι θὰ τὰ χάσῃς ὁπωσδήποτε. Νὰ τὰ ἐμπιστευθῇς εἰς τὸν Θεόν. Διότι ἀπὸ ἐκεῖνον δὲν θὰ τὰ κλέψῃ κανείς. Μὴ τὰ διαχειρίζεσαι ἐσύ. Διότι δὲν γνωρίζεις νὰ κερδίζῃς. Δάνεισέ τα εἰς ἐκεῖνον ποὺ δίδει τόκον μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ κεφάλαιον. Δάνεισέ τα ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει φθόνος, οὔτε κατηγορία, οὔτε σκευωρία, οὔτε φόβος. Δάνεισέ τα εἰς ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὰ χρειάζεται καὶ θὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ διὰ σέ. Εἰς ἐκεῖνον ποὺ τρέφει τοὺς πάντας καὶ πεινᾷ διὰ νὰ μὴ πεινάσῃς ἐσύ. Εἰς ἐκεῖνον ποὺ ζητιανεύει, διὰ νὰ πλουτήσῃς ἐσύ. Δάνεισέ τα εἰς ἐκεῖνον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγηθῇς εἰς τὸν θάνατον, ἀλλὰ νὰ κερδίσῃς τὴν ζωὴν ἀντὶ τοῦ θανάτου. Διότι οἱ τόκοι αὐτῶν τῶν χρημάτων θὰ σοῦ δώσουν τὴν βασιλείαν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι θὰ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αἰώνιαν κόλασιν. Οἱ δεύτεροι εἶναι ἀποτέλεσμα φυλαργυρίας, οἱ πρῶτοι ὀρθοφροσύνης. Οἱ δεύτεροι ἀπανθρωπίας, οἱ πρώτοι φιλανθρωπίας. Τὶ δικαιολογίαν θὰ ἔχωμεν, λοιπόν, ἄν ἐπιδιώκωμεν ἐκεῖνα τὰ ἀνήθικα καὶ μηδαμινὰ καὶ ἀπατηλὰ καὶ πρόσκαιρα καὶ αἴτια μεγάλης πυρκαϊᾶς διὰ τὸν ἑαυτόν μας, ἐνῶ εἶναι δυνατὸν νὰ κερδίσωμεν περισσότερα καὶ χωρὶς κινδύνους καὶ εἰς τὸν κατάλληλον καιρὸν καὶ μὲ πολλὴν ἐλευθερίαν καὶ χωρὶς ἐπικρίσεις καὶ φόβους καὶ κινδύνους;

Τίποτε, λοιπόν, τίποτε δὲν εἶναι χειρότερον οὔτε ἀπανθρωπότερον ἀπὸ τὴν ἐδῶ εἴσπραξιν τόκων. Ὅσοι ἐνεργοῦν ἔτσι, ἐμπορεύονται τὰς συμφορὰς τῶν ἄλλων καὶ θεωροῦν ὡς πηγὴν κέρδους τὴν δυστυχίαν τοῦ συνανθρώπου των καὶ ζητοῦν ἀμοιβὴν διὰ τὴν δῆθεν φιλανθρωπίαν των, ὡσὰν νὰ φοβοῦνται μήπως θεωρηθοῦν εὐσπλαγχνικοί, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τῆς φιλανθρωπίας ἀνοίγουν βαθύτερον λάκκον, διότι συντρίβουν τοὺς πτωχοὺς μὲ τὴν δῆθεν ἐνίσχυσίν των, τοὺς ἀναγκάζουν νὰ ἁπλώνουν τὸ χέρι καὶ νὰ ἐπαιτοῦν καὶ τοὺς φιλοξενοῦν εἰς τὸ λιμάνι των, εἰς τὴν πραγματικότητα ὅμως τοὺς ὁδηγοῦν εἰς τὸ ναυάγιον, ὅπως ὁ σκόπελος καὶ ἡ ὕφαλος καὶ τὰ ἀπόκρημνα ἀκρογιάλια.

Τὶ μὲ συμβουλεύεις, λέγει; Νὰ δώσω εἰς ἄλλον νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ χρήματα ποὺ ἐσυγκέντρωσα καὶ ποὺ μοῦ εἶναι χρήσιμα καὶ νὰ μὴν τοῦ ζητήσω καμμίαν ἀμοιβήν;

Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἐγὼ δὲν σοῦ προτείνω αὐτό, ἀλλὰ ἐπιθυμῶ πολὺ νὰ λάβῃς ἀμοιβήν, ὄχι ὅμως ἀσήμαντην καὶ μικράν, ἀλλὰ πολὺ μεγαλυτέραν. Θέλω δηλαδὴ νὰ εἰσπράξῃς ὡς τόκον ὄχι χρήματα, ἀλλὰ τὸν οὐρανόν. Διατί, λοιπόν, σύρεσαι ἐπάνω εἰς τὴν γῆν καὶ ἀπαιτεῖς μικρὰ ἀντὶ μεγάλων καὶ ἔτσι ἐξαναγκάζεις τὸν ἑαυτόν σου νὰ εἶναι πτωχός; Αὐτὸ εἶναι ἀσφαλῶς ἐνέργεια ἀνθρώπου, ποὺ δὲν γνωρίζει νὰ εἶναι πλούσιος. Διότι, ὅταν ὁ Θεὸς σοῦ ὑπόσχεται τὰ οὐράνια ἀγαθὰ τοῦ οὐρανοῦ μὲ ἀντάλλαγμα ὁλίγα χρήματά σου καὶ σὺ ἀπαντᾷς "μὴ μοῦ δώσῃς τὰ οὐράνια ἀγαθά, ἀλλὰ ἀντὶ αὐτῶν, δῶσε μου χρυσάφι", ποὺ χάνεται καὶ ἐξαφανίζεται, ἀποδεικνύεις ὅτι ἐπιθυμεῖς νὰ μείνῃς πάντοτε πτωχός. Διότι, ὅποιος ἐπιθυμεῖ νὰ εἶναι πλούσιος καὶ εὔπορος, αὐτὸς ἑξυψώνει τὰ προσωρινὰ εἰς τὴν θέσιν τῶν σταθερῶν καὶ μονίμων, τὰ δαπανώμενα εἰς τὴν θέσιν τῶν ἀδαπάνητων, τὰ ὀλίγα εἰς τὴν θέσιν τῶν πολλῶν, τὰ φθαρτὰ εἰς τὴν θέσιν τῶν αἰωνίων. Διότι ἡ προτίμησίς του αὐτὴ εἰς τὰ πρῶτα, ἔχει ὡς φυσικὴ συνέπεια τὰ δεύτερα. Ἐκεῖνος ποὺ προτιμᾶ τὴν γῆν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ὁπωσδήποτε θὰ χάσῃ καὶ τὴν γῆν. Ἐνῷ, ὅποιος προτιμᾷ τὰ οὐράνια ἀντὶ τῶν ἐπιγείων, θὰ ἀπολαύσῃ πάρα πολὺ καὶ τὰ δύο.

Διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν, λοιπόν, αὐτό, ἄς περιφρωνήσωμεν ὅλα τὰ ἐπίγεια καὶ ἄς προτιμήσωμεν τὰ οὐράνια ἀγαθά. Διότι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δέ, μὲ τὴν Χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου εἶναι αἰώνια ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις. Ἀμήν.        

Πηγή : Ἄπαντα Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τομ. 9ος, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον (Ὁμιλίαι Α΄-Κ΄), Πατερικαὶ ἐκδόσεις "Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς", Θεσσαλονίκη 1978.

                         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου