«Πᾶσαι οὒν αἳ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυίδ, γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυὶδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες καὶ ἀπὸ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες».
Εἰς τρεῖς ὁμάδας διέκρινεν ὁ Εὐαγγελιστὴς ὄλας τὰς γενεάς, διότι ἤθελε νὰ δείξη ὅτι δὲν ἐβελτιώθησαν οὔτε μὲ τὰς ἀλλαγὰς τῆς πολιτειακῆς των καταστάσεως, ἀλλὰ διετήρησαν τὰ ἴδια ἐλαττώματα καὶ μὲ τὸ ἀριστοκρατικὸν πολίτευμα καὶ μὲ τὴν βασιλείαν καὶ μὲ τὸ ὀλιγαρχικόν. Καὶ ὅτι δὲν ἔγιναν περισσότερον ἐνάρετοι οὔτε ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν μεγάλων ἀρχηγῶν οὔτε ἱερέων οὔτε βασιλέων.
Τὸ πρώτον ζήτημα ἀφήνω νὰ τὸ ἐρευνήσετε ἐσεῖς. Διότι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ σᾶς ἐρμηνεύωνται τὰ πάντα διὰ νὰ μὴ γίνετε ἀδιάφοροι περὶ τὴν ἔρευναν. Θὰ σᾶς ὁμιλήσω λοιπὸν διὰ τὸ δεύτερον. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὑπολογίζει ὡς μίαν γενεὰν τὸν χρόνον τῆς αἰχμαλωσίας καὶ ὡς ἄλλην τὸν ἴδιον τὸν Χριστὸν καὶ ἔτσι τὸν συνδέει στενότατα μὲ ἠμᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Ὀρθῶς δὲ ὑπενθυμίζει καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν ἐκείνην καὶ ὑποδηλώνει ὅτι δὲν ἐσυνετίσθησαν ἀκόμη καὶ τότε ποὺ ἐξέπεσαν εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην. Ἑπομένως ὅλα ἀποδεικνύουν ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθη εἰς τὸν κόσμον ὁ Χριστός.
Ἐρωτᾶται : Διατὶ λοιπὸν δὲν κάμνει τὸ ἴδιο καὶ ὁ Μᾶρκος καὶ δὲν ἀναφέρει τὴν γενεαλογίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἐκθέτει μὲ συντομίαν τὰ πάντα;
Νομίζω ὅτι ὁ Ματθαῖος ἤρχισε τὸ ἔργον του πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Δία τοῦτο καὶ τὴν γενεαλογίαν ἀναφέρει μὲ ἀκρίβειαν καὶ τὰ σημαντικώτερα ἐκθέτει λεπτομερέστερον. Ὁ Μᾶρκος ἔγραψε μετὰ ἀπὸ ἐκεῖνον, διὰ τοῦτο ἠκολούθησε συντομωτέραν ὁδόν, διότι ἤσαν πολλὰ ὅσα εἶχαν γραφὴ καὶ εἶχαν γίνει μέχρι τότε. Εἰς αὐτὰ ἐπὶ πλέον ἔδιδε μεγαλυτέραν σημασίαν ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός. Δία τοῦτο ἦτο ἑπόμενον νὰ ἔχωμεν διαφορετικὸν προοίμιον εἰς τὸν καθένα. Καὶ ἂν ἔγιναν θαύματα εἰς διαφόρους ἐποχάς, ἔγιναν διὰ τοὺς βαρβάρους, διὰ νὰ πιστεύσουν πολλοὶ καὶ διὰ νὰ φανερωθῆ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ, διότι, ὅποτε τοὺς ὑπέταξαν οἱ ἐχθροί, ἐνόμισαν ὅτι αὐτὸ συνέβη, διότι οἱ θεοὶ ἐκείνων ἤσαν ἰσχυροί. Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ δι’ αὐτὸ ἐδημιουργήθη ἐκεῖ μεγάλη σύγχυσις. Καὶ ἀργότερα εἰς τὴν Βαβυλῶνα, ὅπου τὰ σχετικὰ μὲ τὴν κάμινον καὶ τὰ ὄνειρα. Ἔγιναν ἀκόμη θαύματα καὶ ὅταν ἤσαν μόνοι των εἰς τὴν ἔρημον, ὅπως ἔγιναν καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου. Διότι καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔγιναν πολλὰ θαύματα, ὅταν ἀπεμακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρίαν. Ἔπειτα ἐσταμάτησαν, ἐπειδὴ ἔπεσε παντοῦ ὁ σπόρος τῆς εὐσεβείας. Καὶ ἂν ἔγιναν, ἔγιναν ὀλίγα καὶ σποραδικῶς, ὅπως π.χ. ὅταν ἐσταμάτησεν ὁ ἥλιος νὰ φωτίζῃ ἕνεκα τρομερῶν γεγονότων.
Διατὶ ὅμως καὶ τὴν γενεαλογίαν ἀναφέρει καὶ διεξοδικώτερον λέγει περὶ αὐτῆς ὁ Λουκᾶς; Ἐπειδὴ ἤνοιξε τὸν δρόμον ὁ Ματθαῖος, ἔθεσεν ὡς σκοπόν του ὁ Λουκᾶς νὰ μᾶς διδάξῃ κάπως περισσότερα. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ καθένας ἐμιμήθη τὸν διδάσκαλόν του. Ὁ πρῶτος τὸν Παῦλον, τοῦ ὁποίου ὁ λόγος ρέει πλουσιώτερος ἀπὸ τοὺς ποταμούς. Ὁ δεύτερος τὸν Πέτρον, ὁ ὁποῖος ἐπεδίωκεν ἐπιμελῶς βραχυλογίαν.
Ἀλλὰ διατὶ δὲν εἶπεν ὁ Ματθαῖος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ Εὐαγγελίου του ὅ,τι καὶ ὁ προφήτης; «Ὅρασις ἣν εἶδον», ἢ «ὁ λόγος ὁ γενόμενος πρὸς μέ»; Διότι ἀπευθύνετο πρὸς εὐεργετημένους καὶ πολὺ ἀφωσιωμένους εἰς αὐτόν. Διότι καὶ τὰ θαύματα, ποὺ εἶχαν γίνει, ἐβοοῦσαν, καὶ οἱ μελετῶντες τὸ Εὐαγγέλιόν του εἶχαν βαθεῖαν πίστιν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν προφητῶν ἀντιθέτως δὲν ἐγίνοντο τόσον σπουδαία θαύματα, ὥστε νὰ συμβάλλουν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν αὐτῶν, καὶ οἱ ψευδοπροφῆται ἀνέπτυσσαν μεγάλην δρᾶσιν καὶ ἐπανέφεραν τὸν λαὸν εἰς τὴν παλαιοτέραν κατάστασιν.
Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ διαπιστώση κανεὶς ὅτι ἔγιναν θαύματα καὶ εἰς τὴν ἐποχήν μας. Καὶ εἰς τὰς ἡμέρες μας πράγματι, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ περισσότερον ἀπὸ ὅλους ἀσεβοῦς Ἰουλιανοῦ, συνέβησαν πολλὰ καὶ παράξενα. Ἐνῷ π.χ. ἐπιχειροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ ἀνοικοδομήσουν τὸν ναὸν τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐξεπήδησε φωτιὰ ἀπὸ τὰ θεμέλια καὶ ἀπέτρεψε τοὺς πάντας ἀπὸ τὴν συνέχειαν τοῦ ἔργου. Καὶ ὅταν ὁ ταμίας καὶ θεῖος καὶ συνονόματος τοῦ Ἰουλιανοῦ ἔδειξεν πρωτοφανῆ ἀσέβειαν πρὸς τὰ ἱερὰ σκεύη, αὐτὸς μὲν ἐγέμισε σκουλήκια καὶ ἔπεσε νεκρός, ὁ δὲ Ἰουλιανὸς ἔφυγεν ἔντρομος, καὶ χωρὶς νὰ τελειώση τὸ ἔργον του. Πολὺ μεγάλον θαῦμα ἦτο ἐπίσης καὶ τὸ ὅτι ἐστείρευσαν αἳ πηγαί, ὅταν ἔγιναν κοντὰ εἰς αὐτὰς θυσίαι, καὶ τὸ ὅτι ἐνέσκηπτε λιμὸς εἰς ὄσας πόλεις ἐπήγαινεν ὁ βασιλεύς.
Ὁ Θεὸς λοιπὸν ἐνεργεῖ συνήθως κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Φανερώνει εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν δύναμίν του, ὅταν περισσεύσουν κάπου τὰ κακὰ καὶ ἰδῆ ὅτι εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον οἱ ἄρχοντες κακουργοῦν καὶ οἱ ἀρχόμενοι παραλογίζονται φοβερὰ ἕνεκα τῆς καταπιέσεως των. Ἔτσι ἐνήργησε διὰ τοὺς Ἰουδαίους μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Βαβυλῶνος ὑπὸ τῶν Περσῶν.
Ἔγινε λοιπὸν φανερὸν ἀπὸ τὰ παραπάνω ὅτι δὲν ἐνήργησεν ἀσκόπως καὶ τυχαίως ὁ Ματθαῖος, ὅταν διέκρινεν εἰς τρεῖς ὁμάδας τοὺς προγόνους τοῦ Χριστοῦ. Καὶ πρόσεξε ἀπὸ ποῦ ἀρχίζει καὶ ποῦ τελειώνει. Ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ εἰς τὸν Δαυίδ. Ἀπὸ τὸν Δαυὶδ εἰς τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος. Ἀπὸ τὴν μετοικεσίαν εἰς τὸν ἴδιον τὸν Χριστόν. Καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ Εὐαγγελίου ἀναφέρει καὶ τοὺς δυὸ μαζί, τὸν Δαυὶδ καὶ τὸν Ἀβραάμ, καὶ εἰς τὴν ἀνακεφαλαίωσιν ἐπίσης τοὺς ἀναφέρει καὶ τοὺς δυό. Διότι, ὅπως εἶπα ἄλλοτε, εἰς αὐτοὺς εἶχαν δοθῆ αἳ ὑποσχέσεις. Διατὶ ὅμως δὲν ἀνέφερε τὴν κάθοδον τῶν Ἰουδαίων εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅπως ἀναφέρει τὴν μετοικεσίαν των εἰς τὴν Βαβυλῶνα; Διότι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἐφοβοῦντο πλέον τοὺς Αἰγυπτίους, ἔτρεμαν ὅμως ἀκόμη τοὺς Βαβυλωνίους. Καὶ διότι ἡ κάθοδος εἰς τὴν Αἴγυπτον ἦτο γεγονὸς παλαιόν, ἐνῷ ἡ μετοικεσία ἦτο νέον καὶ εἶχε γίνει προσφάτως. Καὶ διότι εἰς τὴν Αἴγυπτον δὲν τοὺς ὠδήγησαν αἳ ἁμαρτίαι των, ἐνῷ εἰς τὴν Βαβυλῶνα τοὺς ἔσυρεν ἡ ἀσέβειά των. Ἂν ἐπιχειρούσαμεν νὰ διερευνήσωμεν καὶ τὰ ὀνόματα, ὅπως π.χ. ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, ἀπὸ τὸν Σολομώντα, ἀπὸ τὸν Ζοροβάβελ, θὰ ὠδηγούμεθᾳ εἰς πολλὰ συμπεράσματα μὲ μεγάλην σημασίαν διὰ τὴν Καινὴν Διαθήκην. Διότι δὲν τοὺς ἐδόθησαν τυχαίως αὐτὰ τὰ ὀνόματα. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ γίνω ἐνοχλητικὸς ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐκτάσεως τῆς ὁμιλίας του, θὰ ἀφήσω αὐτὰ καὶ θὰ προχωρήσω εἰς τὰ σημαντικώτατα.
Ἀφοῦ ἀνέφερε, λοιπόν, ὅλους τους προγόνους καὶ ἐτελείωσεν εἰς τὸν Ἰωσήφ, δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ ὄνομά του, ἀλλὰ προσέθεσεν : «Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας», διότι ἤθελε νὰ δείξη ὅτι τὸν περιέλαβεν εἰς τὴν γενεαλογίαν ἕνεκα τῆς Μαρίας. Ἔπειτα, διὰ νὰ μὴ νομίσης, ὅταν ἀκούσης τὸν «Ἄνδρα Μαρίας», ὅτι ἡ γέννησις τοῦ Χριστοῦ ἠκολούθησε τὸν φυσικὸν δρόμον, πρόσεξε πῶς συμπληρώνει ἀμέσως κατόπιν. Σοῦ ὡμίλησα, λέγει, διὰ ἄνδρα, σοῦ ὡμίλησα διὰ μητέρα, σοῦ ὡμίλησα διὰ τὸ ὄνομα ποὺ ἐδόθη στὸ παιδί. Ἄκουσε λοιπὸν καὶ τὸν τρόπον τῆς γεννήσεως : «Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἥν». Περὶ ποῖας γεννήσεως μοῦ ὁμιλεῖς; Εἰπέ μου. Ἀνέφερες βεβαίως τοὺς προγόνους. Θέλω ὅμως νὰ μοῦ εἰπῇς καὶ τὸν τρόπον τῆς γεννήσεως.
Εἶδες πὼς ἐκέντρισε τὴν σκέψιν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀκροατοῦ; Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ εἰπῇ κάτι τὸ πρωτοφανές, ὑπόσχεται νὰ ἐκθέση καὶ τὸν τρόπον. Καὶ πρόσεξε τὴν ἀρίστην σύνθεσιν τοῦ λόγου. Δὲν ὠμίλησεν ἀμέσως περὶ τῆς γεννήσεως, ἀλλά μας πληροφορεῖ πρῶτα πόσας γενεὰς ἀπέχει ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, πόσας ἀπὸ τὸν Δαυίδ, πόσας ἀπὸ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος, ὠθεῖ τὸν λεπτολόγον ἀκροατὴν νὰ ἐξετάση τὰ χρονικὰ διαστήματα καὶ δείχνει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ Χριστός, τὸν ὁποῖον προανήγγειλαν οἱ Προφῆται. Διότι, ὅταν μετρήσης τὰς γενεὰς καὶ διαπιστώσης μὲ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, τότε θὰ δεχθῆς εὐκόλως καὶ τὸ θαῦμα τῆς γεννήσεως. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ εἰπῇ κάτι τὸ θαυμαστόν, ὅτι ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη ἀπὸ Παρθένον, εἶπε, πρὶν ἀναφέρῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν γενεῶν, τὸν Ἄνδρα Μαρίας, διὰ νὰ ἁπαλύνῃ τὸν λόγον, ἢ μᾶλλον διηγεῖται περιληπτικῶς τὴν γέννησιν. Ἀμέσως κατόπιν ἐμέτρησε τᾶς γενεᾶς, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀκροατοῦ ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ εἶπεν ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ ὅτι θὰ παρουσιαθῇ, ὅταν δὲν θὰ ὑπάρχουν πλέον ἄρχοντες ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα. Ἐκεῖνος ποὺ προανήγγειλεν ὁ προφήτης Δανιὴλ ὅτι θὰ ἔλθη μετὰ ἀπὸ ἐκείνας τὰς πολλὰς ἑπταετίας. Καὶ ἂν θελήση κανεὶς νὰ λογαριάσῃ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς πόλεως τὰς ἑπταετίας, διὰ τὰς ὁποίας ὠμίλησεν ὁ ἄγγελος πρὸς τὸν Δανιήλ, καὶ νὰ φθάση εἰς τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἰδῆ ὅτι τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα συμφωνεῖ μὲ τὸν χρόνον τῆς γεννήσεως. Λέγει λοιπόν, πῶς ἐγεννήθη; «Μνηστευθείσης τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας». Δὲν εἶπε τῆς Παρθένου, ἀλλὰ ἁπλῶς τῆς Μητρός, διὰ νὰ γίνῃ δεκτὸς ὁ λόγος. Δία τοῦτο, ἀφοῦ προητοίμασε προηγουμένως τὸν ἀκροατήν, ὥστε νὰ ἀναμένῃ νὰ ἀκούση κάτι τὸ συνηθισμένον, καὶ ἐκέρδισε μὲ αὐτὸ τὴν ἐμπιστοσύνην του, τὸν ἐξέπληξε κατόπιν μὲ τὴν προσθήκην ἐνὸς παραδόξου πράγματος, δηλαδὴ μὲ τὴν φράσιν : «Πρὶν ἢ συνελθεὶν αὐτούς, εὑρέθη ἐν γαστρι ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». Δὲν εἶπε : «Πρὶν νὰ ὁδηγηθῆ αὐτὴ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ γαμβροῦ». Διότι ἔμενεν ἐκεῖ. Διότι οἱ παλαιοὶ εἶχαν, σχεδὸν χωρὶς ἐξαίρεσιν, τὴν συνήθειαν νὰ μένουν αἳ μνηστευμέναι εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ γαμβροῦ. Τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ἰδῆ κανεὶς ὅτι γίνεται καὶ σήμερα κάπου – κάπου. Καὶ οἱ γαμβροὶ τοῦ Λὼτ ἔμεναν εἰς τὸ σπίτι του μαζί του. Καὶ ἡ Μαρία λοιπὸν ἐζοῦσε μὲ τὸν Ἰωσὴφ εἰς τὸ σπίτι του.
Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἔμεινεν ἔγκυος πρὶν ἀπὸ τὴν μνηστείαν; Τὸ εἶπα καὶ προηγουμένως: Δία νὰ καλυφθῆ ἐκεῖνο ποὺ ἔγινε καὶ διὰ νὰ ἀπαλλαγῆ ἡ Παρθένος ἀπὸ κάθε πονηρᾶν ὑποψίαν. Διότι, ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι ὄχι μόνον δὲν τὴν ἐκακολόγησεν, οὔτε τὴν ἐθεώρησεν ἄτιμην, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνεγνώριζεν ὡς μνηστήν του καὶ τὴν ἐπεριποιεῖτο μετὰ τὸν τοκετὸν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐνδιαφέρεται περισσότερον ἀπὸ ὅλους τους ἄλλους διὰ τὴν συζυγικήν της πίστιν, εἶναι εὐνόητο ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχεν ἀπόλυτο πεποίθησιν ὅτι τὸ νεογέννητον προήρχετο ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν θὰ τὴν ἠνείχετο καὶ δὲν θὰ τῆς προσέφερεν ὄλας τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἰδιαιτέρως ἔθεσε μὲ ἔμφασιν τὴν φράσιν : «Εὑρέθη ἐν γαστρι ἔχουσα». Τὸ εὑρέθη, τὸ ἔτυχε, λέγεται συνήθως διὰ τὰ παράδοξα καὶ τὰ ἀνελπίστως συμβαίνοντα καὶ τὰ ἀπροσδόκητα.
Μὴ προχωρῇς λοιπὸν περισσότερον, μὴ ζητῇς περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἔμαθες καὶ μὴ λέγῃς : Πῶς ἔκαμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα νὰ γεννήση παρθένος; Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσωμεν ἔτσι διὰ τὸ θαυματουργὸν Ἅγιον Πνεῦμα, ὅταν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐρμηνεύσωμεν τὸν τρόπον τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ἐμβρύου μὲ τὴν ἐνέργειαν τῆς φύσεως; Ὁ Ματθαῖος λοιπὸν εἶπε ποὶος ἔκαμε τὸ θαῦμα καὶ ἐπροχώρησεν εἰς ἄλλο θέμα, διὰ νὰ μὴ κουράζῃς τὸν κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὸν ἐνοχλῇς μὲ τὰς ἐρωτήσεις σου. Δὲν γνωρίζω, λέγει, τίποτε περισσότερον παρὰ μόνον ὅτι ὅ,τι ἔγινεν, ἔγινε μὲ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πρέπει νὰ ἐντρέπωνται ὅσοι παραεξετάζουν τὴν γέννησιν αὐτήν. Διότι, ἐὰν δὲν ἔχῃ κανεὶς τὴν δύναμιν νὰ ἑρμηνεύση αὐτὴν τὴν γέννησιν, ποὺ ἔχει ἀπείρους μάρτυρας καὶ τὴν προανήγγειλαν πρὶν ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνας καὶ ἔγινεν ἀντιληπτὴ διὰ τῆς ὁράσεως καὶ μάλιστα καὶ διὰ τῆς ἁφῆς, πόσον ὑπερβολικὴν παραφροσύνην ἐκδηλώνουν ὅσοι παραεξετάζουν καὶ ἀσχολοῦνται ἐπιμόνως μὲ τὴν μυστηριακὴν ἐκείνην σύλληψιν; Ἀφοῦ μάλιστα οὔτε ὁ Γαβριὴλ οὔτε ὁ Ματθαῖος ἠμπόρεσαν νὰ εἰποῦν κάτι περισσότερον, παρὰ μόνον ὅτι ὀφείλεται εἰς ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἑρμήνευσε πῶς, δηλαδὴ μὲ ποῖον τρόπον, ἐνήργησε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Διότι δὲν ἦτο δυνατόν. Καὶ μὴ νομίσης ὅτι ἐγνώρισες τὰ πάντα, ὅταν μάθης ὅτι ὠφείλετο εἰς ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι ἁγνοοῦμεν πολλὰ ἀκόμη, καὶ ὅταν μάθωμεν αὐτό. Ἁγνοοῦμεν π.χ. πῶς ἐχώρεσε μέσα εἰς τὴν μήτραν ὁ ἄπειρος; πὼς ἔμεινεν ὡς ἔμβρυον μέσα εἰς τὴν κοιλίαν γυναικὸς ὁ κυβερνήτης τοῦ κόσμου; πὼς ἐγέννησεν ἡ Παρθένος καὶ παρέμεινεν παρθένος; Εἰπέ μου, πῶς ἔπλασεν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκεῖνον τὸν ναόν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ περιεβλήθη ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ὄχι ἐν μέρει τὸ ἀνθρώπινον σῶμα Του μέσα εἰς τὴν μήτραν καὶ νὰ μὴ ἐμεγάλωσε καὶ νὰ μὴ ἔλαβε τὴν ἀνθρωπίνην μορφὴν ἐκεῖ; Τὸ ὅτι ἐγεννήθη ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Παρθένου, τὸ ἔκαμε βεβαίως γνωστὸν μὲ τὰ ἑξῆς λόγια : «Τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν». Καὶ ὁ Παῦλος εἶπε : «Γενόμενος ἐκ γυναικός». Ἔτσι ἀπεστόμωσεν ἐκείνους ποὺ ἔλεγαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἐπέρασε διὰ μέσου τῆς μήτρας, ὅπως διὰ μέσου σωλῆνος. Ἐὰν συνέβαινε πράγματι αὐτό, τί ἐχρειάζετο ἡ μήτρα; Ἐὰν συνέβαινε τοῦτο, ὁ Χριστὸς δὲν θὰ εἶχε τίποτε τὸ κοινὸν μὲ ἠμᾶς. Ἐκεῖνο τὸ σῶμα, λέγουν, εἶναι διαφορετικόν, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ ἴδιον φύραμα μὲ τὸ ἰδικόν μας. Ἀλλὰ τότε πῶς κατάγεται ἀπὸ τὴν φύτραν τοῦ Ἰεσσαί; Διατὶ ὠνομάσθη τρυφερὸς βλαστός; Διατὶ υἱὸς ἀνθρώπου; Διατὶ ἡ Μαρία λέγεται Μητέρα Του; Διατὶ λέγεται ἀπόγονος τοῦ Δαυίδ; Πῶς ἔλαβε μορφὴν ἀνθρώπου; Πῶς «ὁ Λόγος ἐγένετο σάρξ»; Διατὶ λέγει ὁ Παῦλος πρὸς τοὺς Ρωμαίους : «Ἐξ ὢν ὁ Χριστὸς τὸ κατὰ σάρκα, ὁ ὧν ἐπὶ πάντων Θεός»; Εἶναι λοιπὸν φανερὸν ἀπὸ τὰ παραπάνω καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπὸ τὸ ἰδικόν μας φύραμα καὶ ἀπὸ τὴν μήτραν τῆς Παρθένου. Δὲν εἶναι ὅμως καθόλου φανερὸν τὸ πῶς.
Δία τοῦτο καὶ σὺ μὴ ἐρευνᾷς, ἀλλὰ νὰ δέχεσαι ὅ,τι ἀπεκαλύφθη καὶ νὰ μὴ πολυασχολῆσαι μὲ ὅ,τι παρέμεινε μυστικόν. «Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὤν, καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἠβουλήθη λάθρα ἀπολύσαι αὐτήν», λέγει ὁ Ματθαῖος. Καὶ κατωχύρωσε τὸν λόγον του μὲ τὰς φράσεις «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου» καὶ χωρὶς συνουσίαν καὶ μὲ πολλούς τρόπους. Δία νὰ μὴ ἐρωτᾷ ὅμως κανείς : πῶς ἀποδεικνύεται αὐτό; Ποὶος εἶδεν ἢ ποὶος ἤκουσε ποτὲ ὅτι συνέβη παρόμοιον γεγονός; Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποψιασθῆς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐπενόησεν αὐτὰ πρὸς χάριν τοῦ διδασκάλου του, παρουσιάζει τὸν Ἰωσὴφ νὰ συμβάλλῃ μὲ τὰς διαλυθείσας ὑποψίας του εἰς τὸ νὰ πιστεύσωμεν ὅσα ἐλέχθησαν καὶ σχεδόν μᾶς λέγει μὲ ὅσα διηγεῖται : ἐὰν δὲν πιστεύῃς εἰς ἐμὲ καὶ ἀντικρύζης μὲ ὑποψίαν τὰς πληροφορίας μου, πίστευσε εἰς τὸν ἄνδρα τῆς Μαρίας. Διότι λέγει : «Ἰωσὴφ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὤν». Δίκαιον ἐννοεῖ ἐδῶ τὸν εἰς ὅλα ἐνάρετον. Δικαιοσύνη εἶναι βεβαίως ἡ ἀπόλυτος ἔλλειψις ἰδιοτελείας. Εἶναι ὅμως καὶ ἡ ἀρετὴ γενικῶς. Ἡ Ἁγία Γραφὴ χρησιμοποιεῖ πάρα πολὺ τὴν λέξιν δικαιοσύνη μὲ τὴν σημασίαν αὐτήν, ὅπως π.χ. ὅταν λέγῃ : «Ἄνθρωπος δίκαιος, ἀληθινός». Καὶ ἀλλοῦ. «Ἤσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι».
Ἐπειδὴ λοιπὸν ἦτο δίκαιος, ἠθικὸς δηλαδὴ καὶ ἀξιοπρεπής, «ἠβουλήθη λάθρα ἀπολύσαι αὐτήν». Ἀφηγεῖται τί συνέβη πρὶν γνωρίση ὁ Ἰωσὴφ τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ μὴ δυσπιστήσης εἰς ὅσα ἔγιναν κατόπιν. Τὰς γυναίκας αὐτοῦ τοῦ εἴδους, τὰς τιμωροῦσαν ὄχι μόνον μὲ δημόσιον ἐξευτελισμὸν πρὸς παραδειγματισμόν, ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ νόμος, ὁ ὁποῖος ὤριζε ποινὴν δι’ αὐτάς. Ἀλλὰ ὁ Ἰωσὴφ παρητήθη ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν βαρυτέραν, τὴν νομικὴν ποινήν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἐλαφροτέραν, τὸν δημόσιον ἐξευτελισμόν. Ἑπομένως ὄχι μόνον νομικῶς δὲν ἠθέλησε νὰ τὴν τιμωρήση, ἀλλὰ οὔτε νὰ τὴν ἐξευτελίση δημοσίως. Εἶδες πόσον συνετὸς ἦτο καὶ πόσον ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὸ καταστρεπτικώτατον πάθος; Διότι γνωρίζετε πόσον δυνατὸν πάθος εἶναι ἡ ζήλεια. Δία τοῦτο καὶ ὁ βαθὺς γνώστης τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου ἔλεγε : «Μεστὸς γὰρ ζήλου θυμὸς ἀνδρός· οὐ φείσεται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως». «Σκληρὸς ως ᾅδης ζῆλος». Καὶ ἐμεῖς γνωρίζομεν πολλούς, οἱ ὁποῖοι ἐπροτίμησαν νὰ ἀποθάνουν μᾶλλον, παρὰ νὰ κυριευθοῦν ἀπὸ ζηλότυπον καχυποψίαν. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὅμως δὲν ἐπρόκειτο περὶ καχυποψίας, ἀφοῦ ἡ διόγκωσις τῆς κοιλίας ἀποτελοῦσεν ἀκαταμάχητον τεκμήριον. Ἀλλὰ ἦτο τόσον ἀπηλλαγμένος ἀπὸ πάθη, ὥστε δὲν ἠθέλησε νὰ προξενήση εἰς τὴν Παρθένον οὔτε τὴν παραμικρᾶν ἐνόχλησιν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπίστευσεν ὅτι ἦτο ἀνήθικον νὰ τὴν ἔχῃ εἰς τὸ σπίτι του, ἐνῷ ἡ διαπόμπευσίς της καὶ ἡ καταγγελία της εἰς τὸ δικαστήριον θὰ εἶχεν ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα νὰ θανατωθῆ, δὲν ἔκαμε κανένα ἀπὸ αὐτά, ἀλλὰ ἔδειξεν ἀνωτέραν συμπεριφοράν. Διότι ἔπρεπε νὰ ἐκδηλωθοῦν πολλὰ σημεῖα ὑψηλῆς συμπεριφορᾶς ἐκεῖ ὅπου παρουσιάσθη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὅπως δηλαδὴ ὁ ἥλιος φωτίζει ἀπὸ μακριὰ μὲ τὸ φῶς του μέγα μέρος τῆς οἰκουμένης προτοῦ ἀκόμη νὰ ρίψη εἰς αὐτὸ τὰς ἀκτῖνας του, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός, ἐνῷ εὐρίσκετο ἀκόμη μέσα εἰς τὴν μήτραν καὶ δὲν εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ αὐτήν, ἔκαμε νὰ λάμψη ὅλη ἡ οἰκουμένη. Δία τοῦτο ἐσκιρτοῦσαν οἱ προφῆται πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησιν, γυναῖκες ἐπροφήτευαν τὰ μέλλοντα καὶ ὁ Ἰωάννης, ποὺ εὐρίσκετο ἀκόμη μέσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός του, ἀνεπήδησε μέσα εἰς τὴν μήτραν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἔδειξε πολλὴν σύνεσιν. Διότι οὔτε εἰς τὸ δικαστήριον τὴν κατήγγειλεν, οὔτε τὴν ἐξηυτέλισεν, ἀλλὰ ἠθέλησε μόνον νὰ τὴν ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὸ σπίτι του.
Ἐνῷ λοιπὸν ἦτο τέτοια ἡ κατάστασις καὶ τὰ πάντα εὐρίσκοντο εἰς ἀδιέξοδον, παρουσιάζεται ὁ ἄγγελος, καὶ δίδει λύσιν εἰς ὅλα τὰ προβλήματα. Ἀξίζει νὰ ἐξετάσωμεν διατὶ δὲν ἐπληροφόρησεν ἐνωρίτερα τὸν Ἰωσὴφ ὁ ἄγγελος, προτοῦ νὰ τὸ ὑποψιασθῆ ὁ ἴδιος, ἀλλὰ ἐπῆγε πρὸς αὐτόν, ἀφ’ ὅτου ἐσυλλογίσθη καὶ ἀπεφάσισε. «Ταῦτα γὰρ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος, ὁ ἄγγελος ἔρχεται», λέγει τὸ Εὐαγγέλιον, ἂν καὶ τὸ εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Μαρίαν πρὶν ἀπὸ τὴν ἐγκυμοσύνην, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ πάλιν ἄλλην ἀπορίαν. Ἂν καὶ δηλαδὴ δὲν τὸ εἶπεν ὁ ἄγγελος, διατὶ τὸ ἀπεσιώπησεν ἡ Παρθένος, ὅταν τὸ ἐπληροφορήθη ἀπὸ τὸν ἄγγελον καὶ διατὶ δὲν κατετόπισε τὸν μνηστῆρα της, ὅταν τὸν εἶδε νὰ ἀνησυχῇ; Διατὶ τέλος πάντων δὲν τὸν ἐπληροφόρησεν ὁ ἄγγελος προτοῦ στενοχωρηθῆ; Ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω πρῶτα εἰς τὸ πρώτον ἐρώτημα. Διατί, λοιπόν, δὲν τὸν ἐπληροφόρησεν ὁ ἄγγελος; Διά νὰ μὴ δυσπιστήση καὶ πάθη ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Ζαχαρίας. Διότι ἦταν εὔκολον νὰ πιστεύση ἀφ’ ὅτου ἔγινε τὸ πρᾶγμα φανερόν. Δὲν ἦτο ὅμως ἐξ ἴσου εὔκολον νὰ παραδεχθῆ τὴν πληροφορίαν, πρὶν οὔτε κὰν νὰ ἀρχίση. Δία τοῦτο δὲν τὸ εἶπεν ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ὁ ἄγγελος. Καὶ ἡ Παρθένος διὰ τὸν ἴδιον λόγον τὸ ἀπεσιώπησε. Διότι ἐνόμιζεν ὅτι δὲν θὰ γίνῃ πιστευτὴ ἀπὸ τὸν μνηστῆρα της, ἂν τοῦ ἀνακοίνωνε τόσον παράξενον πρᾶγμα. Ἀντιθέτως θὰ τὸν ἐξηγρίωνε μᾶλλον, διότι θὰ ἐνόμιζεν ὅτι προσπαθεῖ νὰ συγκαλύψη ἁμαρτίαν της. Ἀφοῦ βεβαίως αὐτὴ ἡ ἴδια, ἡ ὁποία προωρίζετο νὰ ἀναλάβη αὐτὴν τὴν θείαν ἀποστολήν, ἐταράχθη καὶ εἶπε : «Πῶς ἔσται τοῦτο, ἐπεῖ ἄνδρα οὐ γιγνώσκω;» Πολὺ περισσότερον θὰ ἐδυσπιστοῦσεν ἐκεῖνος, ἀφοῦ μάλιστα θὰ τὸ ἐπληροφορεῖτο ἀπὸ γυναῖκα ὕποπτον.
Δία τοῦτο δὲν τοῦ εἶπε τίποτε ἡ Παρθένος καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάσθη ὁ ἄγγελος εἰς τὴν κατάλληλον στιγμήν. Ἐρωτᾶται ὅμως : Διατὶ δὲν ἔκαμε τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν Παρθένον καὶ δὲν τὴν εἰδοποίησε μετὰ τὴν σύλληψιν; Διὰ νὰ μὴ στενοχωρῆται καὶ ἀνησυχῇ ὑπερβολικά. Διότι ἦτο φυσικόν, ἐπειδὴ δὲν θὰ ἐγνώριζε τὴν ἀλήθειαν καὶ δὲν θὰ ὑπέφερε τὴν ἐντροπήν, νὰ ἀποφασίση κάτι κακὸν διὰ τὸν ἐαυτόν της καὶ νὰ ἀπαγχονισθῆ ἢ νὰ σφαγή. Διότι ἡ Παρθένος ἦτο ἀπολύτως ἐνάρετη. Τὴν ἀρετήν της δείχνει ὁ Λουκᾶς λέγων ὅτι δὲν ἐκυριεύθη ἀπὸ χαράν, ὅταν ἤκουσε τὸν χαιρετισμὸν τοῦ ἀγγέλου, οὔτε ἐδέχθη μὲ ἀγαλλίασιν τὴν εἴδησιν, ἀλλὰ ἀνησύχησε καὶ ἐζήτησε νὰ μάθη ποὶαν σημασίαν εἶχεν ὁ χαιρετισμός. Ἂν καὶ ἐξηκρίβωσεν ἀπολύτως τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἔπαυσεν νὰ στενοχωρῆται, διότι ἐσκέπτετο τὴν ἐντροπὴν καὶ δὲν ἐπερίμενε, μὲ ὅσα καὶ ἂν ἔλεγε, νὰ πείση κανένα ἀπὸ τοὺς συνομιλητάς της, ὅτι δὲν ὠφείλετο εἰς μοιχείαν αὐτὸ ποὺ συνέβη.
Παρουσιάσθη, λοιπόν, πρὶν ἀπὸ τὴν σύλληψιν ὁ ἄγγελος, διὰ νὰ μὴ συμβοῦν τὰ παραπάνω. Καὶ διότι ἔπρεπε νὰ μὴ ἀνησυχῇ ἐκείνη ἡ κοιλία, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν εἰσῆλθεν ὁ Δημιουργὸς τοῦ παντός. Καὶ διότι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ κάθε ταραχὴν ἡ ψυχή, ἡ ὁποία ἐκρίθη ἀξία νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας της εἰς αὐτὰ τὰ μυστήρια. Διὰ τοῦτο συνωμίλησεν ὁ ἄγγελος μὲ τὴν Παρθένον πρὶν ἀπὸ τὴν σύλληψιν, καὶ μὲ τὸν Ἰωσὴφ ὅταν ἐπλησίαζεν ὁ χρόνος τῆς γεννήσεως. Ἐπειδὴ πολλοὶ ἀφελεῖς δὲν κατενόησαν αὐτά, εἶπαν ὅτι ὑπάρχει διαφωνία, ἐπειδὴ ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει ὅτι ὁ ἄγγελος εἰδοποίησε τὴν Μαρίαν, ἐνῷ ὁ Ματθαῖος λέγει ὅτι εἰδοποίησε τὸν Ἰωσήφ. Ἀγνοοῦν ὅτι ἔγιναν καὶ τὰ δύο. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ τὰ προσέχωμεν αὐτὰ εἰς ὅλην τὴν ἀφήγησιν τῶν γεγονότων. Διότι ἔτσι θὰ ἐξηγήσωμεν πολλὰς φαινομενικὰς διαφωνίας.
Παρουσιάσθη λοιπὸν ὁ ἄγγελος, ὅταν ἦτο ἀνήσυχος ὁ Ἰωσήφ. Ἀνέβαλε τὴν παρουσίαν του καὶ διὰ τοὺς παραπάνω λόγους καὶ διὰ νὰ φανῆ πόσον συνετὸς ἦτο ὁ Ἰωσήφ. Καὶ παρουσιάσθη, ὅταν ἐπλησίαζε τὸ ὄλον ἔργον εἰς τὸ τέλος του.
«Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος, ἄγγελος κατ’ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσήφ». Βλέπεις πόσον συγκαταβατικὸς ἦτο αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Ὄχι μόνον δὲν τὴν ἐτιμώρησεν, ἀλλὰ καὶ δὲν τὸ ἀνεκοίνωσεν εἰς κανένα, οὔτε εἰς ἐκείνην ποὺ ἦτο ὕποπτη, ἀλλὰ τὸ ἐσκέπτετο μόνος του καὶ ἐφρόντιζε νὰ ἀποκρύψη τὴν κατηγορίαν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν Παρθένον. Δία τοῦτο δὲν εἶπεν : Ἤθελε νὰ τὴν διώξη, ἀλλὰ εἶπεν «Ἀπολύσαι». Ἤθελε νὰ τῆς δώση διαζύγιον. Τόσον εὐγενὴς καὶ συγκαταβατικὸς ἦτο. «Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμουμένου, κατ’ ὄναρ φαίνεται ὁ ἄγγελος». Ἀλλὰ διατὶ δὲν παρουσιάσθη φανερά, ὅπως εἰς τοὺς βοσκοὺς καὶ εἰς τὸν Ζαχαρίαν καὶ εἰς τὴν Παρθένον; Διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦτο πολὺ πιστὸς καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἀπὸ ἄμεσον ἐμφάνισιν. Ἡ Παρθένος βεβαίως, ἐπειδὴ εἰδοποιεῖτο διὰ κάτι τὸ πολὺ σημαντικόν, σημαντικώτερον καὶ ἀπὸ τοῦ Ζαχαρία, καὶ ἐπειδὴ εἰδοποιεῖτο πρὶν νὰ συμβῇ τίποτε, εἶχεν ἀνάγκην ἀπὸ τὴν θαυμαστὴν αὐτὴν ἐμφάνισιν. Ἐπίσης καὶ οἱ ποιμένες, διότι ἤσαν ὀλιγώτερον εὐαίσθητοι. Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως δέχεται εὐκόλως τὴν ἀποκάλυψιν, διότι τοῦ ἔγινε μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἐγκυμοσύνης, ὅταν εἶχε πλέον εἰσέλθει εἰς τὴν ψυχήν του ἡ καχυποψία καὶ ἦτο ὥριμος νὰ ἀνακτήση ἀγαθὰς ἐλπίδας, ἂν εὐρίσκετο κάποιος ποὺ νὰ τὸν βοηθήση εἰς αὐτό. Δία τοῦτο εἰδοποιεῖται ἀπὸ τὸν ἄγγελον μετὰ τὴν ὑποψίαν του, διὰ νὰ ἀποτελέση ἀκριβῶς ἡ ὑποψία του αὐτὴ ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῆς εἰδήσεως. Διότι τὸ νὰ ἀκούση τὸν ἄγγελον νὰ τοῦ λέγῃ ἐκεῖνα ποὺ ἐσυλλογίσθη μέσα εἰς τὸν νοῦν του καὶ δὲν τὰ ἀνεκοίνωσε σὲ κανένα, ἦτο δι’ αὐτὸν ἀναμφισβήτητος ἀπόδειξις ὅτι εἶχε σταλῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν αὐτὸς ποὺ τοῦ ὡμιλοῦσε. Διότι μόνον ὁ Θεὸς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ γνωρίζῃ τὰ ἀπόκρυφα της ψυχῆς. Σκέψου λοιπὸν πόσα ἐπιτυγχάνονται. Ἀποδεικνύεται ἡ σύνεσις τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἡ ἀνακοίνωσις, ποὺ ἔγινε τὴν κατάλληλον στιγμήν, τὸν βοηθεῖ νὰ πιστεύση καὶ δὲν γεννᾷ ὑποψίας ὁ λόγος, διότι ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰωσὴφ ἔπαθεν ὅ,τι ἦτο φυσικὸν νὰ πάθη κάθε ἄνθρωπος.
Πῶς τὸν ἔπεισε λοιπὸν ὁ ἄγγελος; Ἄκουσε καὶ θαύμασε τὸ σοφὰ λόγια. Ἐπῆγεν εἰς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπεν. «Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυίδ, μὴ φοβηθῆς παραλαβεὶν Μαριὰμ τὴν γυναῖκα σου». Τοῦ ἔφερεν ἀμέσως εἰς τὸν νοῦν τὸν Δαυίδ, ἀπὸ τὴν γενεὰν τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, τοῦ ὑπενθυμίζει μὲ τὴν προγονικὴν προσφώνησιν τὴν ὑπόσχεσιν ποὺ ἐδόθη εἰς ὄλον τὸ ἀνθρώπινον γένος καὶ ἔτσι δὲν τὸν ἀφήνει νὰ αἰσθανθῆ ἀνησυχίαν. Δία τοῦτο τὸν προσεφώνησεν υἱὸν Δαυίδ.
«Μὴ φοβηθῆς». Εἰς ἄλλην περίπτωσιν δὲν ἐνήργησεν ἔτσι ὁ Θεός, ἀλλά, ὅταν ἐσκέπτετο, κάποιος κάτι πονηρὸν διὰ κάποιαν γυναῖκα, τοῦ ὡμίλησε πολὺ ἐπιτιμητικὰ καὶ αὐστηρά, ἂν καὶ ἦτο καὶ τότε αἰτία ἡ ἄγνοια. Διότι καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ ἄγνοιαν συνευρέθη μὲ τὴν Σάρραν. Παρὰ ταῦτα τὸν ἐπέπληξεν. Ἐδῶ ὅμως ἐνεργεῖ μὲ ἤπιον τρόπον. Διότι ἡ θεία οἰκονομία ἀπέβλεπεν εἰς πολὺ εὐρυτέρους σκοποὺς καὶ ἦτο μεγάλη ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δυὸ ἀνδρῶν. Δία τοῦτο δὲν ἐχρειάζετο οὔτε ἐπίπληξις.
Ἡ φράσις, «Μὴ φοβηθῆς», ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰωσὴφ ἐφοβεῖτο μήπως δυσαρεστήση τὸν Θεόν, ἂν συγκατοικῇ μὲ μοιχαλίδα. Διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ φόβος, οὔτε θὰ διενοεῖτο νὰ τὴν ἀποπέμψη. Κάμνει λοιπὸν φανερὸν μὲ ὄλας αὐτὰς τὰς ἐνεργείας του ὁ ἄγγελος, μὲ τὸ ὅτι δηλ. παρουσίασε καὶ ἐφανέρωσεν ὅλα ὅσα ἐσκέφθη καὶ ὅσα ἐσυλλογίσθη ὁ Ἰωσήφ, ὅτι εἶναι ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀφοῦ εἶπε τὸ ὄνομα τῆς Παρθένου, δὲν ἐσταμάτησεν εἰς αὐτό, ἀλλὰ ἐπρόσθεσε : «Τὴν γυναῖκα σου». Δὲν θὰ τὴν ἐχαρακτήριζεν ἔτσι, ἂν εἶχε γίνει ἀνήθικη. Γυναῖκα ὀνομάζει ἐδῶ τὴν μνηστήν. Συνηθίζει ἐπίσης ἡ Ἁγία Γραφὴ νὰ ἀποκαλῇ γαμβροὺς καὶ τοὺς μνηστευομένους, προτοῦ νὰ γίνῃ ὁ γάμος των.
Ἀλλὰ τί σημαίνει «Παραλαβείν»; Νὰ τὴν κρατήση εἰς τὸ σπίτι του. Διότι τὴν εἶχε ἤδη ἀπομακρύνει μὲ τὴν σκέψιν του. Αὐτήν, λέγει, τὴν ὁποίαν ἔχεις ἀπομακρύνει, τὴν ὁποίαν σοῦ παραδίδει ὁ Θεὸς καὶ ὄχι οἱ γονεῖς της, νὰ τὴν κρατήσης. Καὶ σοῦ τὴν παραδίδει ὄχι διὰ γάμον, ἀλλὰ διὰ νὰ συγκατοικῇς. Καὶ σοῦ τὴν παραδίδει μὲ τὴν ἰδικήν μου φωνήν. Ὅπως τὴν παρέδωσε ὁ Χριστὸς ἀργότερα εἰς τὸν μαθητήν του, ἔτσι τὴν παραδίδει καὶ ὁ ἄγγελος τώρα εἰς τὸν Ἰωσήφ. Ἔπειτα ὠμίλησεν ἐμμέσως διὰ τὸ ζήτημα καὶ δὲν ἔκαμε λόγον διὰ τὴν καχυποψίαν, ἀλλὰ ἀπήλλαξε τὴν Παρθένον μὲ τρόπον εὐγενῆ καὶ διακριτικὸν ἀπὸ τὴν κατηγορίαν διὰ τὴν ἐγκυμοσύνην της καὶ ἔδειξεν ὅτι, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐφοβεῖτο καὶ ἤθελε νὰ τὴν ἀποπέμψη, δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ τὴν παραλάβη καὶ νὰ τὴν κρατήση εἰς τὸ σπίτι του. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον διέλυσε πλήρως τὴν ἀγωνίαν τοῦ Ἰωσήφ. Διότι, λέγει, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἔνοχος διὰ παράνομον συνεύρεσιν, ἀλλὰ ἔμεινεν ἔγκυος μὲ ὑπερφυσικὸν τρόπον. Δία τοῦτο πρέπει ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀποβάλῃς τὸν φόβο, ἀλλὰ καὶ νὰ αἰσθάνεσαι μεγάλην χαράν : «Τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματος ἐστὶν Ἁγίου».
Τὰ λόγια αὐτὰ εἶναι παράδοξα, εὑρίσκονται πέραν ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην λογικὴν καὶ ἐπάνω ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Πῶς θὰ τὰ πιστεύση ὅμως ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τὰ ἀκούει διὰ πρώτην φοράν; Ἀπὸ τὰ περασμένα, λέγει, ἀπὸ ὅσα τοῦ ἀπεκάλυψεν ὁ ἄγγελος. Διότι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τοῦ ἀπεκάλυψεν ὅσα ἐσυλλογίσθη, ὅσα ὑπέφερεν, ὅσα ἐφοβήθη, ὅσα ἐσκέφθη νὰ κάμῃ, διὰ νὰ βεβαιωθῆ ἀπὸ αὐτὰ διὰ τὸ παρὸν ζήτημα. Καὶ δὲν τὸν πείθει μόνον ἀπὸ τὰ περασμένα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ μέλλοντα. «Τέξεται δέ», λέγει, «υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν».
Μὴ νομίσης λοιπὸν ὅτι, ἐπειδὴ ἐγεννήθη ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν ἔχεις καθῆκον νὰ τοῦ προσφέρῃς τὰς ὑπηρεσίας σου ὡς οἰκογενειάρχης. Διότι, ἂν καὶ δὲν συνέβαλες καθόλου εἰς τὴν γέννησιν, ἂν καὶ ἡ Παρθένος παρέμεινε παρθένος, σοῦ δίδω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν πατέρα καὶ δὲν θίγει τὴν ἰδιότητα τῆς παρθένου, νὰ δώσης τὸ ὄνομα εἰς τὸ νεογέννητον. Ἐσὺ λοιπὸν θὰ τοῦ δώσης τὸ ὄνομα. Διότι, ἂν καὶ δὲν εἶναι παιδί σου, θὰ ἐνεργῇς ὡς πατέρας του. Δία τοῦτο σου ἀναθέτω νὰ τοῦ δώσης τὸ ὄνομα, διὰ νὰ σὲ συνδέσω ἀμέσως μὲ τὸ νεογέννητον. Ἄκουσε τώρα μὲ πόσην ἀκρίβειαν ἐτακτοποίησε τὰ ὑπόλοιπα, διὰ νὰ μὴ νομίση κανεὶς ὅτι ὁ Ἰωσὴφ εἶναι πατέρας. «Τέξεται», λέγει, «υἱόν». Θὰ γεννήση υἱόν. Δὲν εἶπε, θὰ σοῦ γεννήση, ἀλλὰ ἁπλῶς, «Τέξεται», καὶ τὸ ἄφησεν ἀόριστον. Διότι δὲν θὰ ἐγεννοῦσε δι’ αὐτόν, ἀλλὰ διὰ ὁλόκληρον τὴν οἰκουμένην.
Δία τοῦτο ἔφερε καὶ τὸ ὄνομα ὁ ἄγγελος, ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔδειξε καὶ μὲ τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, μὲ τὸ νὰ ἀποστείλη ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς διὰ τοῦ ἀγγέλου εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸ ὄνομα, ὅτι ἡ ἐγκυμοσύνη ὀφείλεται εἰς θαῦμα. Διότι καὶ τὸ ὄνομα ἀκόμη δὲν ἦτο κάτι τὸ ἀσήμαντον, ἀλλὰ εἶναι θυσαυροφυλάκιον ἀπείρων ἀγαθῶν. Δία τοῦτο τὸ ἑρμηνεύει ὁ ἄγγελος καὶ δημιουργεῖ ἀγαθὰς ἐλπίδας καὶ βοηθεῖ αὐτὸν καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ σκεφθῆ. Διότι ἐπηρεαζόμεθα συνήθως ἀπὸ αὐτά. Δία τοῦτο συνήθως πιστεύομεν περισσότερον μὲ τὴν βοήθειαν καὶ αὐτῶν. Ἀφοῦ ἐνίσχυσε τὴν πίστιν του μὲ ὅλα αὐτά, μὰ τὰ παρελθόντα, μὲ τὰ μέλλοντα, μὲ τὰ παρόντα, μὲ τὴν τιμὴν ποὺ τοῦ ἔκαμε, παρουσιάζει καὶ τὸν προφήτην εἰς τὴν κατάλληλον στιγμὴν νὰ ἐπικυρώνῃ ὅλα αὐτά. Προτοῦ νὰ τὸν παρουσιάση ὅμως, προλέγει τὰ ἀγαθὰ ποὺ θὰ κερδίση ἡ οἰκουμένη διὰ τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ποὶα εἶναι αὐτά; Ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας καὶ κατάργησις αὐτῶν. «Αὐτὸς γάρ», λέγει, «σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν».
Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὑποδηλώνεται τὸ θαῦμα. Διότι δὲν ὑπόσχεται ἀπαλλαγὴν ἀπὸ πολέμους ἢ ἀπὸ βαρβάρους, ἀλλὰ κάτι τὸ πολὺ σημαντικώτερον : ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας. Αὐτὸ κανεὶς δὲ τὸ κατόρθωσε ποτὲ προηγουμένως. Ἀλλὰ διὰ τί, θὰ ἔλεγε κανείς, εἶπε «Τὸν λαὸν αὐτοῦ» καὶ δὲν εἶπεν ὅλους τους λαούς; Διὰ νὰ μὴ κάμῃ διστακτικὸν τὸν ἀκροατήν του ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ἀλλὰ διὰ τὸν συνετὸν ἀκροατὴν ἀνεφέρετο εἰς ὅλους τοὺς λαούς. Διότι λαός του δὲν εἶναι μόνον οἱ Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ καὶ ὅλοι ὅσοι πιστεύουν καὶ δέχονται τὴν διδασκαλίαν Του.
Πρόσεξε πῶς μᾶς ἐφανέρωσε τὴν ἐξουσίαν Του, μὲ τὸ νὰ χαρακτηρίση λαόν Του τὸν Ἰουδαϊκὸν λαόν. Ὁ λόγος αὐτὸς δὲν ἀποδεικνύει τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅτι ὁ γεννώμενος εἶναι υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς αὐτὸν διὰ τὸν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν. Διότι κανεὶς ἄλλος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίας.
Ἀφοῦ λοιπὸν εὐεργετήθημεν τόσον πολύ, ἃς κάμνωμεν τὸ πᾶν, ὥστε νὰ μὴ φαινώμεθα ἀχάριστοι πρὸς τόσην εὐεργεσίαν. Διότι, ἀφοῦ ἡ διαγωγή μας ἄξιζε νὰ μᾶς ὁδηγήση εἰς τὴν κόλασιν πρὶν ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρωτοφανῆ εὐεργεσίαν, θὰ ἀξίζῃ πολὺ περισσότερον μετὰ ἀπὸ αὐτήν.
Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω ἄνευ σοβαροῦ λόγου, ἀλλὰ τὰ λέγω, ἐπειδὴ βλέπω ὅτι πολλοὶ γίνονται μετὰ τὸ βάπτισμα περισσότερον ἀδιάφοροι ἀπὸ τοὺς ἀβαπτίστους καὶ στεροῦνται τῶν βασικῶν χαρακτηριστικῶν του Χριστιανοῦ. Δία τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίση κανεὶς ἀμέσως οὔτε εἰς τὴν ἀγοράν, οὔτε εἰς τὴν ἐκκλησίαν ποὶος εἶναι καὶ ποὶος δὲν εἶναι πιστός, ἐκτὸς ἂν προσέξη κανεὶς κατὰ τὴν ὥραν τῆς τελέσεως τῶν μυστηρίων καὶ ἰδῆ ἄλλους νὰ ἐξέρχωνται καὶ ἄλλους νὰ παραμένουν μέσα. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ διακρίνωνται ἀπὸ τοὺς τρόπους των, ὄχι ἀπὸ τὸν τόπον. Διότι ὀρθῶς τὰ κοσμικὰ ἀξιώματα γίνονται ὁλοφάνερα ἀπὸ ἐξωτερικὰ τεκμήρια. Ἡ ἰδική μας ἀξία ὅμως πρέπει νὰ πηγάζῃ ἀπὸ τὴν ψυχήν. Διότι ὁ πιστὸς πρέπει νὰ διακρίνεται ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ μυστήρια, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀνακαίνησιν τῆς ζωῆς του. Ὁ πιστὸς πρέπει νὰ εἶναι πηγὴ φωτὸς καὶ ἅλας τοῦ κόσμου. Ὅταν ὅμως δὲν εἶσαι εἰλικρινὴς οὔτε μὲ τὸν ἐαυτόν σου καὶ ὅταν δὲν περιορίζῃς τὴν γάγγραιναν, ἀπὸ ποῦ θὰ σὲ γνωρίσωμεν τέλος πάντων; Ἀπὸ τὸ ὅτι ἔλαβες τυπικῶς μέρος εἰς τὸ μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας; Αὐτὸ ὅμως καταλήγει νὰ εἶναι αἰτία τιμωρίας σου. Διότι τὰ μεγαλύτερα ἀξιώματα ἐπισύρουν μεγαλυτέραν ποινὴν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπιλέγουν τρόπον ζωῆς ἀνάξιον τοῦ ἀξιώματός των. Πρέπει, λοιπὸν, νὰ ἀκτινοβολῇ ὁ πιστὸς ὄχι μόνον μὲ ὅσα τοῦ ἔδωσεν ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅσα ἐπιτελεῖ ὁ ἴδιος, καὶ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὰ πάντα, ἀπὸ τὸ βάδισμα, ἀπὸ τὸ βλέμμα, ἀπὸ τὴν ἐμφάνισιν, ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν. Αὐτὰ τὰ λέγω διὰ νὰ ἐπιδιώκωμεν εἰς τὴν ζωήν μας, ὄχι τὴν ἐπίδειξιν, ἀλλὰ τὴν ὠφέλειαν ἐκείνων πού μᾶς βλέπουν. Τώρα ὅμως, ἀπὸ ὅποιαν ἐκδήλωσίν σου ζητήσω νὰ γνωρίσω τὴν νοοτροπίαν σου, σὲ εὑρίσκω πάντοτε νὰ ἐκδηλώνεσαι μὲ τὰ ἀντίθετα. Ἂν π.χ. θελήσω νὰ σὲ κρίνω μὲ κριτήριον τὸν τόπον, σὲ εὑρίσκω νὰ διέρχεσαι τὴν ἡμέραν σου εἰς ἱπποδρόμια καὶ θέατρα καὶ ἁμαρτωλοὺς τόπους, εἰς ἐπιληψίμους συγκεντρώσεις εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εἰς συναναστροφὰς μὲ διεφθαρμένους ἀνθρώπους· ἂν σὲ κρίνω μὲ κριτήριον τὸ ὕφος τοῦ προσώπου σου, σὲ βλέπω νὰ καγχάζῃς συνεχῶς καὶ νὰ εἶσαι ἀφηρημένος ὡσὰν γελοία καὶ ἐγκαταλελειμμένη ἑταίρα. Ἂν ἀπὸ τὰ ἐνδύματά σου, σὲ βλέπω νὰ μὴ εὑρίσκεσαι εἰς καλυτέραν κατάστασιν ἀπὸ τοὺς θεατρίνους· ἂν ἀπὸ τοὺς συνοδούς σου, ἔχεις κοντά σου παρασίτους καὶ κόλακας· ἂν ἀπὸ τὰ λόγια σου, δὲν σὲ ἀκούω νὰ λέγῃς κάτι τὸ συνετόν, οὔτε τὸ ἀπαραίτητον, οὔτε τὸ σπουδαῖον διὰ τὴν ζωήν μας. Ἂν ἀπὸ τὰ φαγητά σου, ἡ ἐπίκρισις εἰς τὸν τομέα αὐτὸν θὰ εἶναι μεγαλυτέρα.
Ἀπὸ τί λοιπόν, ἀπάντησέ μου, θὰ ἠμπορέσω νὰ ἀναγνωρίσω ἐσένα τὸν πιστόν, ἀφοῦ ὅλα τὰ παραπάνω βεβαιώνουν τὸ ἀντίθετον; Ἀλλὰ διατὶ ὁμιλῶ περὶ πιστοῦ; Ἀφοῦ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω μετὰ βεβαιότητος ἂν εἶσαι ἄνθρωπος. Ὅταν λακτίζῃς ὡσὰν ὄνος καὶ πηδᾷς ὅπως ὁ ταῦρος καὶ χρεμετίζῃς διὰ τὰς γυναίκας ὅπως ὁ ἵππος καὶ εἶσαι λαίμαργος ὅπως ἡ ἄρκτος καὶ παχύνης τὸ σῶμα σου ὡσὰν ἡμίονος καὶ μνησικακῇς ὡσὰν καμῆλα καὶ ἁρπάζῃς ὅπως ὁ λύκος, ὀργίζεσαι ὅπως ὁ ὄφις, δαγκώνῃς ὅπως ὁ σκορπιός, εἶσαι ὕπουλος ὅπως ἡ ἀλεποῦ, ἔχῃς μέσα εἰς τὴν ψυχήν σου δηλητήριον ὅπως ἡ κόμπρα καὶ ἡ ἔχιδνα καὶ διεξάγῃς πόλεμον κατὰ τῶν ἀδελφῶν σου ὅπως ὁ πονηρὸς ἐκεῖνος διάβολος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σὲ ὑπολογίζω μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ βλέπω νὰ ἔχῃς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ χαρακτηριστικά; Ἐνῷ ἀναζητῶ τὴν διαφορὰν μεταξὺ πιστοῦ καὶ κατηχουμένου, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μὴ εὕρω διαφορὰν μεταξὺ ἄνθρωπου καὶ θηρίου. Τί νὰ σὲ ὀνομάσω λοιπόν; Θηρίον; Τὰ θηρία ὅμως ἔχουν ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα. Ἐσύ, ἀντιθέτως, ἀφοῦ τὰ συνεκέντρωσες ὅλα μαζί, προχωρεῖς πέραν ἀπὸ τὴν ζῳώδη κατάστασιν ἐκείνων. Νὰ σὲ ἀποκαλέσω σατανᾶν; Ἀλλὰ ὁ σατανᾶς οὔτε κοιλιόδουλος εἶναι, οὔτε εἶναι ἐρωτευμένος μὲ τὰ χρήματα. Ἀπάντησέ μου λοιπόν. Πῶς θὰ σὲ ἀποκαλῶ ἄνθρωπον, ὅταν ἔχῃς περισσότερα ἐλαττώματα ἀπὸ τὰ θηρία καὶ ἀπὸ τὸν σατανᾶν; Καὶ ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σὲ λέγω ἄνθρωπον, πῶς θὰ σὲ ἀποκαλέσω πιστόν; Καὶ τὸ χειρότερον εἶναι βεβαίως ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν τόσην κακίαν, δὲν ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἡ ψυχή μας ἔχασε τὴν ὀμορφιάν της, οὔτε κατανοοῦμεν τὴν ἀσχήμιάν της. Ἀλλὰ ὅταν εὑρίσκεσαι εἰς τὸ κουρεῖον καὶ περιποιεῖσαι τὴν κόμην σου, παίρνεις τὸν καθρέπτην καὶ ἐξετάζεις μὲ μεγάλην προσοχὴν τὴν γενικὴν εἰκόνα τῶν μαλλιῶν σου καὶ ἐρωτᾷς τοὺς παρευρισκομένους καὶ τὸν κουρέα τὸν ἴδιον ἐὰν ἐτακτοποίησεν ὡραία τὸ ἐμπρόσθιον τμῆμα της. Καί, ἂν καὶ εἶσαι γέρος, δὲν ἐντρέπεσαι νὰ ἐπιδιώκῃς συχνὰ νεανικὴν ἐμφάνισιν. Καὶ δὲν ἀντιλαμβανόμεθα καθόλου ὅτι ἡ ψυχή μας δὲν ἔχασεν ἁπλῶς τὴν ὀμορφιάν της, ἀλλὰ ἔγινε θηριόμορφος, ἔγινε, κατὰ τὸν εἰδωλολατρικὸν μῦθον, Σκύλλα ἢ Χίμαιρα. Ἂν καὶ ὑπάρχει βεβαίως καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν πνευματικὸς καθρέπτης, καὶ μάλιστα πολὺ καλύτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ χρησιμώτερος. Διότι δὲν δείχνει μόνον ἂν ἔχασε τὴν ὀμορφιάν της, ἀλλά, ἂν θέλωμεν, τῆς δίδει καὶ κάλλος ἀπίστευτον.
Ὁ καθρέπτης αὐτὸς εἶναι ἡ μνήμη τῶν ἐναρέτων ἀνθρώπων καὶ ἡ ἱστορία τῆς ἀναμαρτήτου ζωῆς των, ἡ ἀνάγνωσις τῶν Γραφῶν, οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους μᾶς ἔδωσεν ὁ Θεός. Ἂν θελήσης νὰ ρίψης ἕνα μόνον βλέμμα εἰς τὰς εἰκόνας τῶν ἁγίων ἐκείνων, θὰ ἀντιληφθῆς τὴν ἀσχήμιαν τοῦ χαρακτῆρος σου καί, ὅταν τὴν ἀντιληφθῆς, δὲν θὰ σοῦ χρειασθῆ πλέον τίποτε ἄλλο, διὰ νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν ἀσχήμιαν αὐτήν. Μᾶς εἶναι, λοιπόν, ὠφέλιμος ὁ καθρέπτης καὶ κάμνει εὔκολην τὴν βελτίωσιν.
Ἃς μὴ διατηρήση, λοιπόν, κανεὶς τὴν μορφὴν θηρίου. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος, ὅταν γίνῃ θηρίον, νὰ διαβῇ τὴν πύλην τοῦ οὐρανοῦ, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ δοῦλος νὰ εἰσέλθη εἰς τὸ σπίτι τοῦ κυρίου του; Ἀλλὰ διατὶ ὁμιλῶ περὶ θηρίου; Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι χειρότερος ἀπὸ θηρίον. Διότι ἐκεῖνα, ἂν καὶ εἶναι ἐκ φύσεως ἄγρια, ἐξημερώνονται πολλὲς φορές, ἂν τὰ ἐκπαιδεύση καλῶς ὁ ἄνθρωπος. Τί θὰ ἀπολογηθῆς ὅμως ἐσύ, ὁ ὁποῖος μετέβαλες τὴν θηριώδη φύσιν των εἰς ἡμερότητα παρὰ τὴν φύσιν των καὶ τὴν ἰδικήν σου φυσικὴν ἡμερότητα εἰς ἀφύσικην θηριωδίαν; Ὁ ὁποῖος ἀνέδειξες ἥμερον τὸ ἐκ φύσεως ἄγριον, παρὰ τὴν φύσιν δὲ ἄγριον τὸν ἐαυτόν σου, τὸν ἐκ φύσεως ἥμερον; Ὁ ὁποῖος δαμάζεις τὸν λέοντα καὶ τὸν κάμνεις ὑποχείριόν σου καὶ κάμνεις τὸν ψυχικόν σου κόσμον ἀγριώτερον ἀπὸ τοῦ λέοντος; Ἂν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ θηρίου ὑπάρχουν δύο ἐμπόδια. Καὶ λογικὴν δὲν ἔχει καὶ εἶναι ἀσυγκράτητον. Ἐσὺ ὅμως, μὲ τὴν περίσσειαν τῆς λογικῆς, ποὺ ὁ Θεὸς σοῦ ἔδωσε, νικᾷς ἀκόμη καὶ τὴν φύσιν. Ἀφοῦ, λοιπόν, νικᾷς ἀκόμη καὶ τὴν φύσιν τῶν θηρίων, πώς, ὅταν πρόκειται διὰ τὸν ἐαυτόν σου, γίνεσαι προδότης ὄχι μόνον τῆς φύσεώς σου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ψυχικοῦ σου κάλλους; Ἂν σὲ προέτρεπα νὰ σωφρονίσης ἄλλον ἄνθρωπον, θὰ εἶχα τὴν γνώμην ὅτι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν σοῦ ἀνέθετα κάτι ἀδύνατον. Θὰ εἶχες ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῆς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἐξουσιάζεις ἐσὺ τὴν νοοτροπίαν τοῦ ἄλλου καὶ ὅτι δὲν ἐξαρτῶνται τὰ πάντα ἀπὸ σέ. Τώρα ὅμως σὲ προτρέπω νὰ δαμάσης τὸ ἰδικόν σου θηρίον καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχεις ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν σου.
Τί ἔχεις λοιπὸν νὰ ἀπολογηθῆς καὶ ποὶαν εὐλογοφανῆ δικαιολογίαν θὰ ἠμπορέσης νὰ ἐπικαλεσθῆς, ἀφοῦ κάμνεις ἄνθρωπον τὸν λέοντα καὶ δὲν σὲ ἐνοχλεῖ ὅτι γίνεσαι ἀπὸ ἄνθρωπος λέων; Ἀφοῦ δίδῃς εἰς ἐκεῖνον χαρίσματα ἀνώτερα ἀπὸ τὴν φύσιν του καὶ δὲν διατηρῇς διὰ τὸν ἐαυτόν σου οὔτε ὅσα σου ἔδωσεν ἡ φύσις; Ἀφοῦ ἀγωνίζεσαι νὰ ὑψώσης τὰ ἄγρια θηρία εἰς τὴν ἰδικήν μας ἀνωτέραν φύσιν, ἀπομακρύνεις τὸν ἐαυτόν σου ἀπὸ τὸν θρόνον τῆς βασιλείας καὶ τὸν ὠθεῖς πρὸς τὴν ἀγριότητα τῶν θηρίων;
Νόμισε, λοιπόν, σὲ παρακαλῶ, ὅτι ὁ ψυχικός σου κόσμος εἶναι θηρίον. Καὶ φρόντισε τόσον τὸν ἐαυτόν σου, ὅσον φροντίζουν ἄλλοι τὸν λέοντα, καὶ ἐξημέρωσε καὶ ἐξευγένισε τὸν λογισμόν σου. Διότι αὐτὸς ἔχει φοβερὰ δόντια καὶ νύχια καί, ἂν δὲν τὸν ἐξημερώσης, θὰ καταστρέψη τὰ πάντα. Διότι οὔτε ὁ λέων οὔτε ἡ ἔχιδνα ἔχει τὴν δύναμιν νὰ κατασπαράζῃ τὰ σπλάχνα σου, ὅσον τὴν ἔχουν τὰ πάθη σου, τὰ ὁποία ἀγωνίζονται συνεχῶς μὲ σιδηρένιους ὄνυχας. Αὐτὰ δὲν βλάπτουν μόνον τὸ σῶμα, ἀλλὰ καταστρέφουν καὶ τὴν ὑγείαν τῆς ψυχῆς, κατατρώγουν, κατασπαράσσουν, διαλύουν ὅλην τὴν δύναμίν της καὶ τὴν καθιστοῦν γενικῶς ἄχρηστην. Ἀφοῦ δυσκολεύεται ἀκόμη καὶ νὰ ἀναπνέῃ κανείς, ὅταν ὑπάρχουν σκουλήκια εἰς τὸν ὀργανισμόν του, διότι σπαταλᾶται ἀδίκως ὅ,τι ἔχει μέσα του, πῶς θὰ ἠμπορέσωμεν ἐμεῖς νὰ δημιουργήσωμεν κάτι τὸ σπουδαῖον, ἂν ἔχωμεν μέσα μας μίαν τόσον μεγάλην ἔχιδναν – τὰ πάθη ἐννοῶ, - ποῦ κατατρώγει ὅλην μας τὴν ψυχήν;
Πῶς θὰ ἁπαλλαγοῦμεν λοιπὸν ἀπὸ αὐτὸ τὸ σαράκι; Ἂν πιοῦμεν φάρμακον, ποὺ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ νεκρώνῃ τὰ σκουλήκια καὶ τὰ φίδια ποῦ ἔχομεν μέσα μας. Θὰ ἐρωτούσατε : Ποὶον εἶναι τὸ φάρμακον, ποῦ ἔχει τὴν δύναμιν αὐτήν; Τὸ τίμιον Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἂν τὸ πάρωμεν μὲ εἰλικρίνειαν. Αὐτὸ ἔχει ἀσφαλῶς τὴν δύναμιν νὰ ἐξαλείψη κάθε ἀρρώστιαν καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸ ἡ προσεκτικὴ ἀκρόασις τῶν θείων Γραφῶν καὶ ἡ φιλανθρωπία, ποὺ θὰ συνοδεύση τὴν ἀκρόασιν αὐτήν. Μὲ ὅλα αὐτά, λοιπόν, θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ νεκρωθοῦν τῆς ψυχῆς μας τὰ πάθη. Καὶ τότε μόνον θὰ ζήσωμεν. Διότι τώρα εὐρισκόμεθα εἰς κατάστασιν χειροτέραν ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζῶμεν ἐμεῖς ἐφ’ ὅσον ζοῦν τὰ πάθη μας, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ ἀποθάνωμεν. Καὶ ἂν δὲν προφθάσωμεν νὰ τὰ ἐξωλοθρεύσωμεν εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, θὰ μᾶς ἐξολοθρεύσουν ἐκεῖνα εἰς τὴν μέλλουσαν. Τὸ ὀρθότερον ὅμως εἶναι ὅτι θὰ μᾶς ἐπιβάλουν ἐδῶ, προτοῦ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν θάνατον, βαρυτάτην ποινήν. Διότι κάθε πάθος τῆς ψυχῆς μας εἶναι σκληρὸν καὶ τυραννικὸν καὶ ἀχόρταγον καὶ δὲν παύει ποτὲ νὰ μᾶς καταβροχθίζῃ κάθε ἡμέραν. Διότι τὰ δόντια τῶν παθῶν εἶναι δόντια λεόντων ἢ μᾶλλον εἶναι πολὺ χειρότερα. Διότι, μόλις χορτάση ὁ λέων, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ πτῶμα, τὸ ὁποῖον συνήντησε. Τὰ πάθη τῆς ψυχῆς μας ὅμως δὲν χορταίνουν ποτέ, οὔτε ἀπομακρύνονται, ἕως ὅτου κάμουν ἀκόλουθον τοῦ σατανᾶ τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἠχμαλώτισαν. Τόσον μεγάλη εἶναι ἡ δύναμις τῶν, ὥστε νὰ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τοὺς ὑποχειρίους των τὴν ἰδὶαν ὑποταγήν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὁ Παῦλος πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ περιεφρόνησε πρὸς χάριν Του τόσον τὴν χειροτέραν τιμωρίαν, ὅσον καὶ τὰ μεγαλύτερα ἀξιώματα. Διότι, ἂν κάποιος κυριευθῆ ἀπὸ ἔρωτα πρὸς κάποιον ὑλικὸν ἀγαθὸν ἢ πρὸς τὰ χρήματα ἢ πρὸς τὴν δόξαν, καὶ τὴν αἰωνίαν κόλασιν περιγελᾷ καὶ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ περιφρονεῖ, διὰ νὰ ἐκτελέση τὰς ἐντολὰς τῶν παθῶν του. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀμφιβάλλωμεν ἐὰν λέγῃ ὁ Παῦλος ὅτι ἠγάπησε τόσον τὸν Χριστόν. Διότι δὲν ἔχομεν βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλωμεν, ὅταν εὐρίσκωνται ἄνθρωποι, ποὺ γίνονται τόσον δοῦλοι τῶν παθῶν των. Ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸν Χριστὸν γίνεται μικροτέρα διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι ἐξοδεύεται ὅλη ἡ δύναμίς της εἰς τὴν ἀγάπην τῶν παθῶν καὶ γινόμεθα ἅρπαγες καὶ πλεονέκται καὶ δοῦλοι τῆς ματαιοδοξίας μας. Ὑπάρχει τίποτε περισσότερον ἐξευτελιστικὸν ἀπὸ αὐτό; Καὶ ἂν καταλάβης μύρια κοσμικὰ ἀξιώματα, δὲν θὰ γίνῃς καλύτερος ἀπὸ τοὺς ἀνυπολήπτους, ἀλλά, ἕνεκα ἀκριβῶς τῶν ἀξιωμάτων, θὰ γίνῃς περισσότερον ἀνυπόληπτος. Διότι ὅταν σὲ περιγελοῦν ὅσοι συνηθίζουν νὰ σὲ ἐπαινοῦν καὶ νὰ σὲ ἐξυμνοῦν, ἐπειδὴ ἀκριβῶς σὲ εὐχαριστεῖ τοῦτο, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ καταλήξη εἰς τὸ ἀντίθετον αὐτὴ ἡ προσπάθειά σου;
Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ εἶναι ἀσφαλῶς κατηγορία. Ὅπως π.χ. ἂν ἐπαινῇ κανεὶς ἢ κολακεύῃ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει κλίσιν εἰς τὴν μοιχείαν ἢ τὴν πορνείαν, γίνεται μὲ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπον περισσότερον κατήγορος παρὰ ἐπαινέτης τοῦ ἀνηθίκου αὐτοῦ, ἔτσι κατηγοροῦμεν μᾶλλον παρὰ ἐπαινοῦμεν ὅλοι τοὺς μικροφιλοδόξους, ὅταν τοὺς ἐπαινοῦμεν. Διατὶ λοιπὸν παρασύρεσαι, ἀφοῦ σοῦ συμβαίνει συνήθως τὸ ἀντίθετον; Ἂν θέλῃς ἑπομένως νὰ ἔχῃς πραγματικὴν δόξαν, περιφρόνησε τὴν δόξαν καὶ θὰ δοξασθῆς περισσότερον ἀπὸ τὸν καθένα. Διατὶ παθαίνεις ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Ναβουχοδονόσορ; Καὶ ἐκεῖνος, ὡς γνωστόν, ἔστησεν ἄγαλμα, διότι ἐνόμιζεν ὅτι θὰ κερδίση δόξαν ἀπὸ τὸ ξύλον καὶ ἀπὸ τὸ ἄψυχον εἴδωλον καί, ἔμψυχος αὐτός, ἐστηρίζετο εἰς κάτι τὸ ἄψυχον διὰ νὰ ἀποκτήση περισσότερην δόξαν. Εἶδες εἰς ποὶαν ὑπερβολὴν ὠδήγησεν ἡ παραφροσύνη; Ἐνῷ εἶχε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τιμᾷ τὸν ἐαυτόν του, μᾶλλον τὸν ἐμείωσεν. Διότι δὲν εἶναι γελοῖος, ὅταν ἀποδεικνύεται ὅτι ἔχει περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ἄψυχον παρὰ εἰς τὸν ἐαυτόν του καὶ τὴν ζῶσαν ψυχήν του καὶ διὰ τοῦτο τιμᾷ τόσον πολὺ τὸ ξύλον, καὶ ὅταν φροντίζῃ νὰ ὑπερηφανεύεται διὰ τὰ ξύλα καὶ ὄχι διὰ τὸν χαρακτῆρα του; Ὅμοια θὰ ἐπάθαινε κανείς, ἂν ἔκρινεν ὅτι πρέπει νὰ καμαρώνῃ περισσότερον διὰ τὴν αὐλὴν τοῦ σπιτιοῦ του ἣ διὰ τὴν ὡραίαν κλίμακά του, παρὰ διὰ τὸ ὅτι εἶναι ἄνθρωπος.
Αὐτὸν τὸν μιμοῦνται πολλοὶ καὶ εἰς τὴν ἐποχήν μας. Διότι νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ τοὺς θαυμάζωμεν ἕνεκα τῆς οἰκίας των καὶ ἕνεκα τῶν ἐνδυμάτων των, ἕνεκα τῶν ἁμαξιῶν καὶ τῶν ἀλόγων των καὶ ἕνεκα τῶν κιόνων τῶν οἰκιῶν των, ὅπως ἐκεῖνος ἕνεκα τοῦ ἀγάλματος. Ἐπειδὴ ἔχασαν τὸν ἀνθρωπισμόν των, περιφέρονται καὶ προσπαθοῦν νὰ εὕρουν ἀλλοῦ τὴν γελοίαν δόξαν. Ἀλλὰ οἱ γενναῖοι καὶ μεγάλοι λάτρεις τοῦ Θεοῦ ἐδοξάσθησαν ὄχι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀλλὰ μὲ τὰ ἠθικὰ ἔργα των. Αἰχμάλωτοι μάλιστα καὶ δοῦλοι καὶ νέοι καὶ ξένοι καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐστεροῦντο τῶν πάντων, ἀνεδείχθησαν τότε πολὺ περισσότερον ἀξιοσέβαστοι ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὅλα ὅσα ἀνέφερα παραπάνω. Καὶ διὰ μὲν τὸν Ναβουχοδονόσορα δὲν ἤσαν ἀρκετὰ οὔτε τὸ τεράστιον ἄγαλμα, οὔτε οἱ σατράπαι, οὔτε οἱ στρατηγοί, οὔτε ὁ πολυπληθὴς στρατός του, οὔτε ἡ μεγάλη ποσότης τοῦ χρυσοῦ, οὔτε αἳ ἄλλαι ἐπιδεικτικαὶ ἐνέργειαί του, νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν ἐπιθυμίαν του καὶ νὰ τὸν ἀναδείξουν μεγάλον. Δι’ αὐτοὺς ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἤσαν γυμνοὶ ἀπὸ ὅλα αὐτά, ἦτο ἀρκετὴ μονάχη ἡ ἀφοσίωσις των εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀνέδειξαν αὐτούς, ποὺ δὲν διέθεταν τίποτε ἀπὸ αὐτά, τόσον ἐνδοξοτέρους ἀπὸ τὸν κάτοχον αὐτὸν τοῦ στέμματος καὶ τῆς βασιλικῆς πορφύρας καὶ ἄλλων πολλῶν καὶ ἰσαξίων, ὅσον εἶναι ὁ ἥλιος λαμπρότερος ἀπὸ τὸ μαργαριτάρι. Διότι, ἂν καὶ ἤσαν νέοι καὶ αἰχμάλωτοι καὶ δοῦλοι, ὠδηγοῦντο εἰς τὸ μέσον τῆς οἰκουμένης ὁλοκλήρου καί, μόλις παρουσιάσθησαν, ἀμέσως ἔβγαλε φωτιὰν ἀπὸ τὰ μάτια του ὁ βασιλεὺς καὶ εἶχαν συγκεντρωθῆ ἐκεῖ γύρω στρατηγοὶ καὶ ὑποστράτηγοι καὶ διοικηταὶ ἐπαρχιῶν καὶ πολλοὶ θεαταὶ κυριευμένοι ἀπὸ τὸν διάβολον καὶ ἀντηχοῦσεν εἰς τὰ αὐτιά των ἦχος αὐλῶν καὶ σαλπίγγων καὶ κάθε εἴδους μουσικῶν ὀργάνων, ποὺ ἔβγαινεν ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα καὶ ἔφθανε μέχρι τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἦτο ἀναμμένη κάμινος μὲ φωτιὰν ποὺ ἔφθανεν εἰς τεράστιον ὕψος καὶ ἤγγιζεν ἡ φλόγα της τὰ σύννεφα καὶ ἤσαν γεμάτα τὰ πάντα ἀπὸ φόβον καὶ ἀπὸ κατάπληξιν. Ἀλλὰ ἐκείνους δὲν τοὺς ἐντυπωσίασε τίποτε ἀπὸ αὐτά. Καὶ ἀφοῦ ἐπεριγέλασαν τοὺς θεατάς, διότι ἐφέροντο ὡσὰν παιδιὰ ποὺ παίζουν, τοὺς ἔδειξαν τὴν γενναιότητα καὶ τὴν ἐπιείκειαν των, ἔβγαλαν φωνὴν λαμπροτέραν ἀπὸ τῶν σαλπίγγων καὶ εἶπαν : «Γνωστὸν ἔστω σοί, βασιλεῦ». Διότι δὲν ἤθελαν νὰ προσβάλουν τὸν τύραννον οὔτε κὰν μὲ τὰ λόγια, ἀλλὰ ἤθελαν μόνον νὰ τοῦ δείξουν πόσον ἤσαν εὐσεβεῖς. Δία τοῦτο καὶ δὲν εἶπαν μακροὺς λόγους, ἀλλὰ ἐξέφρασαν λακωνικὰ τὰ πάντα. Εἶπαν δηλαδή : «Ἔστι Θεὸς ἐν οὐρανῷ δυνατὸς ἐξελέσθαι ἠμᾶς». Διατί μᾶς δείχνεις τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ; Διατί μᾶς δείχνεις τὴν κάμινον; Διατὶ τὰ ἀκονισμένα ξίφη; Διατὶ τὴν φοβερὰν σωματοφυλακήν σου; Ὁ Κύριός μας εἶναι ἀνώτερος καὶ δυνατώτερος ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ἔπειτα, ἐπειδὴ ἐννόησαν ὅτι ὁ Θεὸς ἠθέλησε καὶ ἀπεφάσισε νὰ καοῦν, ἐπρόσθεσαν καὶ τὸ ἑξῆς καὶ εἶπαν πρὸς τὸν βασιλέα διὰ νὰ μὴ νομισθῆ διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Θεοῦ ὅτι ψεύδονται : «Ἐὰν μὴ τοῦτο γένηται, γνωστὸν ἔστω σοί, ὅτι τοῖς θεοῖς σου οὐ λατρεύομεν».
Ἐὰν ἔλεγαν ὅτι, καὶ ἂν δὲν τοὺς σώση ὁ Θεός, δὲν θὰ τοὺς σώση ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν των, δὲν θὰ ἐγίνοντο πιστευτοί. Δία τοῦτο δὲν εἶπαν αὐτὸ ἐκείνην τὴν στιγμήν· τὸ εἶπαν ὅμως, ὅταν εὐρίσκοντο ἐπάνω εἰς τὴν κάμινον, καὶ παρουσίασαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων τὰς ἁμαρτίας. Ὅταν εὐρίσκοντο εἰς τὰς χεῖρας τοῦ βασιλέως δὲν ὡμίλησαν περὶ ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ εἶπαν ὅτι, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ καοῦν, δὲν θὰ προδώσουν τὴν εὐσέβεια των. Διότι, ὅσα ἔκαμναν, δὲν τὰ ἔκαμναν διὰ νὰ ἔχουν ἀνταμοιβὴν καὶ ἀνταλλάγματα, ἀλλὰ ἀπὸ γνησίαν ἀγάπην. Ἂν καὶ ἤσαν αἰχμάλωτοι καὶ δοῦλοι καὶ δὲν εἶχαν ἀπολαύσει κανένα ἀγαθό, ἀφοῦ μάλιστα εἶχαν χάσει καὶ τὴν πατρίδα των καὶ τὴν ἐλευθερίαν των καὶ ὅλα τὰ ἀγαθὰ των. Καὶ μή μου ὁμιλήσῃς περὶ τῶν τιμῶν εἰς τὰς βασιλικὰς αὐλάς. Αὐτοὶ ἤσαν εὐσεβεῖς καὶ δίκαιοι καὶ θὰ ἐπροτιμοῦσαν ἀσυγκρίτως περισσότερον νὰ ζοῦν μὲ πολλὰς στερήσεις εἰς τὸ σπίτι των καὶ νὰ μετέχουν ὁλοψύχως εἰς κάθε τί ποὺ γίνεται εἰς τὸν ναόν. «Ἐξελεξάμην γάρ», λέγει ὁ Δαυίδ, «παρραριπτείσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον ἢ οἰκεὶν μὲ ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν». Καί, «κρείττων ἡμέρα μία ἐν ταὶς αὐλαίς σου ὑπὲρ χιλιάδας». Ἀπείρως προτιμότερον ἐθεωροῦσαν νὰ ζοῦν περιφρονημένοι εἰς τὸ σπίτι των, παρὰ νὰ εἶναι βασιλεῖς εἰς τὴν Βαβυλῶνα. Τοῦτο εἶναι φυσικὸν ἀπὸ ὅσα ἐδήλωσαν, ὅταν εὐρίσκοντο ἐπὶ τῆς πυρᾶς καὶ ἀπέδειξαν ὅτι ἀδιαφοροῦσαν διὰ τὴν ἐγκόσμιον ζωήν. Διότι καὶ ἂν ἐτιμῶντο οἱ ἴδιοι πολύ, θὰ ὑπέφεραν φοβερὰ βλέποντας τὰς συμφορὰς τῶν ἄλλων. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι χαρακτηριστικὸν τῶν ἁγίων. Δὲν προτιμοῦν οὔτε τὴν δόξαν, οὔτε τὰς τιμάς, οὔτε τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ τὴν σωτηρίαν τῶν πλησίον. Κοίταξε, λοιπόν, πῶς προσηύχοντο δι’ ὅλους τοὺς συνανθρώπους των, ὅταν εὐρίσκοντο ἐπάνω εἰς τὰς φλόγας. Ἐνῷ ἐμεῖς δὲν ἐνθυμούμεθα τοὺς ἀδελφούς μας οὔτε ὅταν ἔχωμεν ὄλας μας τὰς ἀνέσεις. Καὶ ὅταν ἐζητοῦσαν νὰ εὕρουν τί ὄνειρον εἶδεν ὁ Ναβουχοδονόσορ, δὲν ἀπέβλεπαν εἰς τὸ ἰδικὸν των, ἀλλὰ εἰς τῶν πολλῶν τὸ συμφέρον. Διότι ἀπέδειξεν μετ’ ὀλίγον διὰ πολλῶν ὅτι ἐπεριφρονοῦσαν τὸν θάνατον. Καὶ ἐπειδὴ θέλουν νὰ ἐξιλεώσουν τὸν Θεόν, προτάσσουν παντοῦ τοὺς ἑαυτούς των. Ἔπειτα, ἐπειδὴ ἔκριναν ὅτι δὲν ἔχουν τόση δύναμιν οἱ ἴδιοι, καταφεύγουν εἰς τοὺς πατέρας. Δία τοὺς ἑαυτοὺς των ἔλεγαν ὅτι δὲν προσφέρουν τίποτε περισσότερον, παρὰ μόνον ταπεινὴν ψυχήν.
Ἃς τοὺς μιμηθοῦμεν λοιπὸν καὶ ἐμεῖς. Διότι καὶ τώρα ὑπάρχει στημένον χρυσὸν ἄγαλμα, ἡ τυραννικὴ δύναμις τοῦ πλούτου. Ἀλλὰ ἂς μὴ δίδωμεν προσοχὴν εἰς τὰ τύμπανα, οὔτε εἰς τοὺς αὐλοὺς οὔτε εἰς τὰς κιθάρας οὔτε εἰς τὰς λοιπὰς ἐγωιστικὰς ἐκδηλώσεις τοῦ πλούτου, ἀλλά, ἂν χρειασθῆ, ἃς προτιμήσωμεν νὰ πέσωμεν μέσα εἰς τὴν κάμινον τῆς πενίας, διὰ νὰ μὴ προσκυνήσωμεν τὰ πλούτη, καὶ θὰ ὑπάρχη εἰς τὸ μέσον της μία θωπευτικὴ δροσιά. Ἃς μὴ τρέμωμεν, λοιπόν, ὅταν γίνεται λόγος διὰ τὴν κάμινον τῆς πενίας. Διότι καὶ τότε ἀνεδείχθησαν ἐνδοξότεροι ἐκεῖνοι ποὺ ἐρρίφθησαν εἰς τὴν κάμινον, ἐνῷ ἐκεῖνοι ποὺ ἐπροσκύνησαν, ἐξωλοθρεύθησαν.
Ἀλλὰ τότε ἔγιναν ὅλα συγχρόνως. Τώρα ὅμως ἄλλα θὰ γίνουν ἐδῶ, ἄλλα ἐκεῖ, ἄλλα δὲ καὶ ἐδῶ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν. Ὅσοι δηλαδὴ ἐπροτίμησαν τὴν πενίαν ἀντὶ νὰ προσκυνήσουν τὸν πλοῦτον, θὰ εἶναι ἐνδοξότεροι καὶ τώρα καὶ τότε. Ἐνῷ ὅσοι ἐπλούτισαν ἐδῶ ἀδίκως, θὰ ὑποστοῦν τότε τὴν χειροτέραν ποινήν. Ἀπὸ τὴν κάμινον αὐτὴν τῆς πενίας ἐξῆλθε ὁ Λάζαρος δοξασμένος ὄχι ὀλιγώτερον ἀπὸ τοὺς παίδας ἐκείνους. Ὁ πλούσιος ἀντιθέτως, ποὺ ἀνήκει εἰς τὴν ὁμάδα ἐκείνων ποὺ ἐπροσκύνησαν τὸ εἴδωλον τοῦ πλούτου, κατεδικάσθη νὰ βασανίζεται εἰς τὴν αἰωνίαν κόλασιν. Διότι, ὅσα ἀνέφερα παραπάνω, ἀποτελοῦν εἰκόνα ἐκείνων. Ὅπως, λοιπόν, ἐδῶ δὲν ἔπαθαν τίποτε ὅσοι ἐρρίφθησαν εἰς τὴν πυράν, ἐνῷ ὅσοι ἐκάθηντο ἔξω ἀπὸ αὐτὴν ἀνηρπάγησαν μὲ βιαιότητα, ἔτσι θὰ γίνῃ καὶ τότε. Οἱ ἅγιοι θὰ βαδίσουν μέσα εἰς τὸν ποταμὸν τοῦ πυρὸς καὶ δὲν θὰ πάθουν τίποτε τὸ δυσάρεστον, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον θὰ ἐμφανισθοῦν χαρούμενοι. Ὅσοι ὅμως ἐπροσκύνησαν τὰ εἴδωλα, θὰ ἰδοῦν νὰ πηδᾷ κατεπάνω των τὸ πῦρ ἀγριώτερον ἀπὸ κάθε θηρίον καὶ νὰ τοὺς καταποντίζῃ μέσα του. Ὥστε, ἂν ἀμφιβάλλῃ κανεὶς διὰ τὸ αἰώνιον πῦρ τῆς κολάσεως, ἃς ἰδῆ αὐτὴν τὴν κάμινον, ἃς στηριχθῆ εἰς τὰ συμβαίνοντα ἐδῶ, διὰ νὰ πιστεύση εἰς τὰ μέλλοντα, καὶ ἂς μὴ φοβᾶται τὴν κάμινον τῆς πενίας, ἀλλὰ τὴν κάμινον τῆς ἁμαρτίας. Διότι ἡ δευτέρα ὁδηγεῖ εἰς φωτιὰν καὶ πόνον ἀνυπόφορον, ἡ πρώτη εἰς δροσιὰν καὶ ἀνακούφισιν. Καὶ κοντὰ εἰς ἐκείνην τὴν κάμινον στέκεται ὁ διάβολος, εἰς τὴν ἄλλην δὲ στέκονται οἱ ἄγγελοι καὶ σβήνουν τὴν φλόγα.
Ἃς τὰ ἀκούσουν αὐτὰ οἱ πλούσιοι, ὅσοι ἀνάπτουν τὴν κάμινον τῆς πενίας. Διότι δὲν θὰ βλάψουν καθόλου τοὺς πτωχούς, ἐπειδὴ εὑρίσκεται κοντά των ἡ δροσιά. Τοὺς ἑαυτοὺς των θὰ κάμουν λείαν τῆς πυρᾶς, τὴν ὁποίαν ἤναψαν μὲ τὰ ἴδια τὰ χέρια των.
Τότε, λοιπόν, ἔτρεξεν ἄγγελος νὰ βοηθήση ἐκεῖνα τὰ παιδιά. Τώρα ἃς τρέξωμεν ἐμεῖς νὰ βοηθήσωμεν ἐκείνους ποὺ εὑρίσκονται ἐπάνω εἰς τὴν κάμινον τῆς πενίας, ἃς τοὺς δροσίσωμεν μὲ τὴν ἐλεημοσύνην καὶ ἂς σβήσωμεν τὴν φλόγα τῆς πενίας των, διὰ νὰ γίνωμεν μέτοχοι τῆς δόξης των, ὥστε νὰ σβήση τὴν φλόγα τῆς αἰωνίας κολάσεως ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ ἑξῆς λόγια : «Πεινώντα μὲ εἴδετε καὶ ἐθρέψατε». Διότι αὐτὴ ἡ φωνὴ θὰ μᾶς παρασταθῆ τότε ὡς δροσιὰ μέσα εἰς τὴν φλόγα. Ἃς τρέξωμεν λοιπὸν μὲ ἐλεημοσύνην εἰς τὴν κάμινον τῆς πενίας. Ἃς ἰδοῦμεν ὅτι οἱ πιστοὶ βαδίζουν ἐπάνω εἰς αὐτὴν καὶ πατοῦν ἐπάνω εἰς τὰ κάρβουνα. Ἃς ἰδοῦμεν τὸ πρωτοφανὲς καὶ ἀπροσδόκητον θαῦμα, ἄνθρωπον νὰ ὑμνῇ τὸν Θεὸν μέσα εἰς τὴν κάμινον, ἄνθρωπον βασανισμένον ἀπὸ τὴν χειροτέραν πενίαν νὰ ἀναπέμπῃ μέσα εἰς τὰς φλόγας εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεὸν καὶ νὰ ὑμνολογῇ τὸν Χριστόν. Διότι ὅσοι μὲ εὐχαριστίας ὑπομένουν εὐχαρίστως τὴν πενίαν, γίνονται ἰσάξιοι μὲ ἐκεῖνα τὰ παιδιά. Διότι ἡ πενία εἶναι κάτι τὸ φοβερώτερον ἀπὸ τὴν φωτιὰν καὶ συχνὰ καίει περισσότερον. Δὲν ἔκαυσεν ὅμως ἐκεῖνα τὰ παιδιά, ἀλλὰ μόλις εὐχαρίστησαν τὸν Θεόν, διελύθησαν ἀμέσως τὰ δεσμά των. Ἔτσι καὶ τώρα, ἂν εἶσαι πτωχὸς καὶ εὐχαριστῇς τὸν Θεόν, καὶ τὰ δεσμὰ θὰ διαλυθοῦν καὶ ἡ φωτιὰ θὰ σβήση. Καὶ ἂν δὲν σβήση, θὰ συμβῇ κάτι τὸ περισσότερον ἀξιοθαύμαστον. Θὰ μεταβληθῆ εἰς πηγήν. Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη καὶ τώρα. Εἰς τὸ μέσον τῆς καμίνου ἠσθάνοντο ἀπολαυστικὴν δροσιάν. Δὲν ἔσβησε βεβαίως τὴν φωτιάν, ἀλλὰ ἠμπόδισε νὰ καοῦν ἐκεῖνοι ποὺ ἐρρίφθησαν μέσα. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἰδοῦμεν νὰ συμβαίνῃ αὐτὸ καὶ εἰς ἐκείνους ποὺ ἀντιμετωπίζουν μὲ καρτερικότητα τὴν ζωήν. Καὶ αὐτοὶ δηλαδή, παρὰ τὴν πενίαν των, αἰσθάνονται ἀνετώτερα ἀπὸ τοὺς πλουσίους.
Ἃς μὴ ἀναπαυώμεθα λοιπὸν ἔξω ἀπὸ τὸ καμίνι ἀδιάφοροι πρὸς τοὺς πτωχούς, διὰ νὰ μὴ πάθωμεν ὅ,τι ἔπαθον τότε οἱ θεαταί. Ἂν προχωρήσης πρὸς αὐτοὺς καὶ σταθῇς μαζί των, δὲν θὰ σὲ πειράξη ποτὲ ἡ φωτιά. Ἂν ὅμως παραμείνης εἰς τὴν θέσιν σου καὶ τοὺς ἐγκαταλείψης εἰς τὴν φωτιὰν τῆς πενίας, θὰ σὲ κατακαύση ἡ φλόγα της. Νὰ προχωρήσης λοιπὸν καὶ νὰ εἰσέλθης εἰς τὴν φωτιάν, διὰ νὰ μὴ κατακαῆς ἀπὸ τὴν φωτιάν. Μὴ παραμείνης ἔξω ἀπὸ τὴν φωτιάν, διὰ νὰ μὴ καταβροχθισθῆς ἀπὸ τὴν φλόγα της. Διότι, ἂν σὲ ἰδῆ μαζὶ μὲ τοὺς πτωχούς, θὰ σταθῇ μακριὰ ἀπὸ ἐσέ. Ἂν σὲ ἰδῆ ἀποξενωμένον ἀπὸ αὐτούς, θὰ σοῦ ἐπιτεθῆ ἀμέσως καὶ θὰ σὲ καταβροχθίση. Μὴ μείνης, λοιπὸν, μακριὰ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θὰ ριφθοῦν εἰς τὴν φωτιάν, ἀλλά, ὅταν ὠθῇ ὁ διάβολος νὰ ριφθοῦν εἰς τὸ καμίνι τῆς πενίας ὅσοι δὲν ἐπροσκύνησαν τὸν χρυσόν, πρόσεξε νὰ μὴν εἶσαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ρίπτουν, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ρίπτονται, διὰ νὰ σωθῆς καὶ νὰ μὴ καῆς. Διότι εἶναι πολὺ μεγάλη δροσιὰ νὰ μὴ σὲ κυριεύση ὁ πόθος τοῦ πλούτου, νὰ ἀνήκῃς εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πτωχῶν. Πλουσιώτεροι ἀπὸ ὅλους εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ κατέπνιξαν τὸν πόθον τοῦ πλούτου. Καὶ οἱ παῖδες ἐκεῖνοι ἔγιναν ἐνδοξότεροι ἀπὸ τὸν βασιλέα, διότι περιεφρόνησαν τὸν βασιλέα. Ἂν περιφρονήσης λοιπὸν καὶ σὺ τὰ πλούτη τοῦ κόσμου, θὰ γίνῃς ἀνώτερος ἀπὸ ὄλον τὸν κόσμον, ὅπως οἱ ἅγιοι ἐκεῖνοι, «Ὧν οὐκ ἣν ἄξιος ὁ κόσμος».
Περιφρόνησε λοιπὸν τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου, διὰ νὰ γίνῃς ἄξιος τῶν ἀγαθῶν τοῦ οὐρανοῦ. Διότι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ἐδῶ θὰ εἶσαι ἐνδοξότερος καὶ τὰ αἰώνια ἀγαθὰ θὰ ἀπολαύσης μὲ τὴν χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις εἶναι αἰωνία.
Ἀμήν.
Πηγή : Ἄπαντα Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τομ. 9ος, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον (Ὁμιλίαι Α΄-Κ΄), Πατερικαὶ ἐκδόσεις "Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς", Θεσσαλονίκη 1978.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου